Άρθρο: Αλεξάνδρα Δεδικούση Ψυχολόγος

M.Sc. Σχολικής-Εξελικτικής Ψυχολογίας

                                                                      Επιμέλεια Κειμένου: Γιάννα Τζιρίτα

Φιλόλογος


 

Η θεωρία του Διπλού Δεσμού εδραιώθηκε από τον Gregory Bateson και τους συνεργάτες του το 1956 και αποτέλεσε, αρχικά, μια απόπειρα εξήγησης και ανάλυσης της σχιζοφρενικής συμπεριφοράς. Στην πορεία, εξελίχθηκε σε μια συστημική ψυχο-κοινωνική απεικόνιση, η οποία εκτείνεται πέρα από το καθαρά κλινικοποιημένο κομμάτι της διαταραχής και αφορά τον κάθε τυπικό ενήλικα, ακόμα και την υπάρχουσα, «λειτουργική», κοινωνία.
Λακωνικά και περιεκτικά, αντιφατικό μήνυμα αποτελεί οποιοδήποτε μοτίβο συμπεριφοράς, λεκτικής ή/και μη λεκτικής που συνοψίζεται στο εξής: «είτε δεχθείς, είτε αρνηθείς είσαι χαμένος και απαγορεύεται να μιλήσεις για το αδιέξοδό σου».

«Κανείς δε μιλάει έτσι, η παραπάνω φράση δε βγάζει νόημα», θα σκεφτούν πολλοί. Εν μέρει έχουν δίκαιο, κανείς, ή μάλλον, πολύ λίγοι άνθρωποι μιλούν έτσι, αλλά πολλοί, πάρα πολλοί φέρονται κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Συμπεριφορές, επομένως, αντιφατικές και μη συμβατές μεταξύ τους δημιουργούν τη συνθήκη του διπλού δεσμού, η οποία γεννά στο δέκτη ενοχή και τον κάνει να νιώθει αβοήθητος, καθώς δεν είναι σε θέση να δράσει ώστε να πάψει να βρίσκεται σε αυτή τη συνθήκη.
Αλλά ας το πάρουμε από την αρχή και εν αρχή είναι η οικογένεια.

Ας φανταστούμε μια μητέρα που βιώνει επιλόχεια κατάθλιψη. Το ίδιο το βίωμα της επιλόχειας αποτελεί μια διπλή/αντιφατική συνθήκη. Οι δύο άξονες είναι: «γέννησα το παιδί μου, οφείλω/πρέπει να είμαι ευτυχισμένη» και «δε νιώθω χαρά μέσα μου, γιατί δεν υπάρχει το υποστηρικτικό δίκτυο που θα επιθυμούσα/φοβάμαι ότι δεν θα γίνω η μητέρα που πρέπει/θέλω/ονειρεύομαι, το φυσικό μου παιδί παρουσιάζει αποκλίσεις με το φαντασιωτικό μου παιδί κλπ.». Το παράδοξο στην όλη συνθήκη εντοπίζεται στην πεποίθηση ότι «δεν πρέπει/δεν μπορώ να μιλήσω για τα αρνητικά/άσχημα μου συναισθήματα γιατί θα φανώ αχάριστη, δεν θα με καταλάβει κανείς, είναι αμαρτία κοκ.». Έχουμε, λοιπόν, μια νέα μητέρα που νιώθει αντιφατικά συναισθήματα, πηγή των οποίων είναι η ασυμφωνία μεταξύ του προσωπικού της βιώματος και των οδηγιών/νορμών που της έχουν μεταδοθεί από τη μητέρα, τη γιαγιά της, την κοινωνία, της οποίας αποτελεί μέλος.

Αυτή η μητέρα θα φερθεί αντιφατικά και συγκεχυμένα στο παιδί της, προωθώντας του διπλά μηνύματα, τόσο λεκτικά, όσο και μη λεκτικά. Σημειωτέον ότι, πολλές φορές το βίωμα της επιλόχειας κατάθλιψης διαχέεται και πέραν της φάσης της λοχείας, γίνεται μια γενικευμένη καταθλιπτική διάθεση και οδηγεί σε αυτό που κλινικά ονομάζεται, χρόνια κατάθλιψη.
Το παιδί, από την άλλη πλευρά, έχει απέναντι του μια μητέρα που το παίρνει αγκαλιά, αλλά είναι θλιμμένη, που του δίνει προσοχή και φροντίδα, αλλά αδυνατεί να του δώσει ζεστασιά. Αργότερα, η ίδια μητέρα εμπλουτίζει το ρεπερτόριο της με διάφορα εντυπωσιακά δίπολα όπως «σε αγαπάω και ας με παιδεύεις», «είμαι καλή μάνα γιατί θυσιάζω τη ζωή μου για σένα», «εγώ ποτέ δεν πάω μια εκδρομή να χαλαρώσω», και όταν της δίνεται η ευκαιρία για εκδρομή «δεν έχω κουράγιο να πάω πουθενά, εγώ δεν παρατάω το παιδί μου» και, φυσικά, το αγαπημένο μου «Γιωργάκη αν πνιγείς, πέσεις, χτυπήσεις, θα σε σκοτώσω!».

Το βρέφος ξεκινά να δέχεται σχιζοειδικά μηνύματα, αρχικά μη λεκτικά, τα οποία εμπλουτίζονται με λεκτικές ενδείξεις στην παιδική του ηλικία και καταλήγουν σε ρεσιτάλ παθητικό-επιθετικότητας από την εφηβική ηλικία προς την ενήλική του ζωή.

Τρείς, λοιπόν, οι άξονες επικοινωνίας. Ο πρώτος είναι η ενοχή του δέκτη ό,τι και αν κάνει. Ο δεύτερος είναι μια, συνήθως, μη λεκτική εντολή που έρχεται σε αντίθεση με την πρώτη και ο τρίτος είναι η απαγόρευση διαφυγής από τη συνθήκη. Κοινός παρονομαστής και των τριών είναι η τιμωρία και η ενοχή. Το άτομο, ο δέκτης, αδυνατεί να διαφύγει από την κατάσταση λόγω τόσο της δύναμης, της επιρροής που του ασκεί ο πομπός του διπλού μηνύματος, όσο και λόγο κοινωνικών απαγορεύσεων και ταμπού. Πόσο αχάριστο θα σε πουν αν απορρίψεις τη μητέρα σου, που θυσιάστηκε για σένα;

Εν αρχή, λοιπόν, η οικογένεια, και εν συνεχεία, όλες οι υπόλοιπες σχέσεις. Ως αμφιθυμικός ενήλικας, χτίζω πλέον, όλες μου τις σχέσεις με βάση αυτό το άρρωστο, αλλά προβλέψιμο και άρα κατά κάποιον τρόπο ασφαλές μοτίβο.

Βλέπουμε, έτσι, ζευγάρια που αλληλοβασανίζονται αλλά δε λένε να χωρίσουν, φίλους που αλληλοθάβονται αλλά αποκαλούνται κολλητοί, αδέρφια που σφάζονται για τα κληρονομικά, αλλά είναι μια δεμένη οικογένεια. Δεμένη σίγουρα, σκέφτομαι κακεντρεχώς, με ζουρλομανδύα.
Όλα τα παραπάνω έχουν συνέπειες τόσο στην ποιότητα των σχέσεων που διαμορφώνουμε, όσο και στην ψυχική μας υγεία. Ένας ψυχισμός που βρίσκεται καθημερινά στο τραπέζι του Προκρούστη είναι πολύ εύκολο να εμφανίσει κατάθλιψη, άγχος, χαμηλή αυτοεκτίμηση, δυσκολία εμπιστοσύνης στους ανθρώπους, αίσθημα ατελέσφορου, ψυχοσωματικά συμπτώματα.
Πως, λοιπόν, μπορεί να μπει ένα τέλος στον φαύλο κύκλο που περιγράψαμε παραπάνω;

Αρχικά, ξεκινάμε από τον πομπό των μηνυμάτων, καθώς αυτός είναι ο μεγάλος «κακός/καλός». Το σημαντικότερο βήμα στην άρση του διπολικού τρόπου επικοινωνίας είναι η απομυθοποίηση του πομπού, ώστε να γίνει κατανοητό ότι με την –βέβαιη- απόρριψη που θα δεχτεί ο δέκτης δεν πρόκειται να καταστραφεί. Ο πομπός της συμπεριφοράς, η μάνα, ο σύντροφος, έχει με κάποιον τρόπο αποκτήσει παντοδυναμία στον ψυχισμό του δέκτη και φαίνεται σαν να μπορεί με μια κίνηση του να γκρεμίσει τον κόσμο του.

Στην πορεία, χρήσιμη είναι η ανάλυση των διπλών μηνυμάτων την ώρα που αυτά λαμβάνονται με την τεχνική του κόσκινου. «Έλα εδώ να σε αγκαλιάσω [μη λεκτικό μήνυμα συναισθηματικής ψυχρότητας], μα γιατί δεν έρχεσαι, δεν με αγαπάς;». Ο δέκτης οφείλει να διαχωρίσει το αντιθετικό δίπολο του πομπού (θέλω, αλλά δεν θέλω να σε αγκαλιάσω), να διαχωρίσει τη θέση του ως μη ένοχος, όποια οδό και να επιλέξει και να αποδεχθεί το δικαίωμα του να θίξει το παρόν μοτίβο συμπεριφοράς.

Για παράδειγμα, «εγώ σαν παιδί θέλω να σε αγκαλιάσω και ας νιώθω ότι εσύ δεν θέλεις ή δεν θέλω να σε αγκαλιάσω ακριβώς γιατί εσύ που δείχνεις μη λεκτικά ότι δεν είσαι σε θέση να μου παρέχεις οικειότητα και δε νιώθω ένοχος για την επιλογή μου. Επιπλέον, το μήνυμα που μου δίνεις με μπερδεύει και δεν το δέχομαι».

Ακούγεται αρκετά εύκολο, όμως δεν είναι. Συγκεκριμένα, αποτελεί τον δια βίου αγώνα πολλών θεραπευόμενων και μια που ο άνθρωπος είναι πλάσμα της συνήθειας, η παλινδρόμηση στο μοτίβο του διπλού δεσμού είναι εύκολη και συχνή και στοιχειώνει το άτομο με περαιτέρω ενοχή και ματαίωση.

Ένα είναι σίγουρο. Στο δύσκολο και αργό δρόμο της εδραίωσης άμεσων και συνεπών μηνυμάτων και μοτίβων επικοινωνίας κρύβονται θησαυροί αυτογνωσίας, απομυθοποίησης, αυτοεκτίμησης και ενσυναίσθησης. Αξίζει, λοιπόν, η διαδρομή και ο κόπος, εφόσον ο προορισμός είναι η λυτρωτική, απενοχοποιημένη επικοινωνία.


Προτεινόμενη βιβλιογραφία

Bateson Gregory (1972), Steps to an Ecology of Mind.University of Chicago Press.
Μπέητσον, Σχιζοφρένεια και Οικογένεια, Αθήνα, εκδ. Γράμματα, 1978.