Κείμενο: Νεκταρία Τσοπανέλη
Φοιτήτρια Ψυχολογίας

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Κυριακή βράδυ κι ο φίλος μου μου λέει να πάμε στο θέατρο. Είδε μια παράσταση που πρέπει οπωσδήποτε να τη δω κι εγώ. Ήμουν όλη μέρα έξω κι όταν έφτασε η ώρα του ραντεβού μας στο θέατρο ήμουν κουρασμένη αλλά δεν ήθελα να του χαλάσω το χατίρι. Περπάτησα στην παραλία με τα φανάρια του δρόμου της τυλιγμένα λαμπιόνια να αντανακλούν το φως τους στα νερά της θάλασσας δίπλα μου. Παγωμένος αέρας τύλιγε κι εμένα και τα μάτια μου δάκρυζαν από το φύσημά του. Ώσπου έφτασα στο θέατρο όπου με περίμενε ο φίλος μου και χαμένοι στα χοντρά παλτό μας βουλιάξαμε στη ζέστη του θεάτρου.

Σε κάθε χώρο θεάτρου χρειάζεσαι λίγες αναπνοές να προσαρμοστείς στην ησυχία του, στο βελούδινο σκοτάδι του και να χαλαρώσεις, να ρίξεις τις άμυνες σου για να καταφέρεις αβίαστα κι αυθόρμητα να βιώσεις τα ταξίδια του σε ζωές άλλων, να ταυτιστείς, να ανοίξεις τις πόρτες και τα παράθυρά σου για να αφεθείς και τελικά να διώξεις ό,τι σε βαραίνει και να πάρεις ό,τι χρειάζεσαι. Η παράσταση λεγόταν «Φάντο και Λις», βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Αραμπάλ, ενός Ισπανού συγγραφέα που ζει στο Παρίσι και γοητεύεται από το θέατρο του παραλόγου και γοητεύει με αυτό. Δεν ήξερα πολλά για τον συγγραφέα. Προτιμώ πάντα να κρίνω το έργο ανεξάρτητα από τον δημιουργό του, την πορεία του και την ολότητα που αυτός εκπροσωπεί. Ελεύθερη από περιττές δικές μου σκέψεις απορροφήθηκα και ρουφήχτηκα στη δίνη του χωρίς καμία προηγούμενη πληροφορία να αλλοιώνει τους αισθητήρες, να τους επηρεάζει και να καθορίζει τα επίπεδα κατανόησής μου. Έτσι μ’ αρέσει να αφήνεται κανείς στις ιδέες του άλλου, παρθενικά, με όση οξυδέρκεια διαθέτει και με όποια συναισθηματική νοημοσύνη, ελεύθερα…

Μόλις χαμήλωσαν τα φώτα γύρω μας το μάτι μου επικεντρώθηκε σε μια κοπέλα ανάπηρη πάνω σε ένα κάρο με εκείνο το ελαφρύ μειδίαμα της αγνότητας και της ανεμελιάς κι έναν άντρα καθισμένο δίπλα με ένα τύμπανο στα χέρια. Το κορίτσι σιγοτραγουδούσε και τότε συνέβη κάτι μυστηριακό και πρωτόγονο μέσα μου. Ξεκίνησα να κλαίω αφουγκραζόμενη αυτό που συνέβαινε κι αυτό που επρόκειτο να συμβεί. Ήδη στους πρώτους διαλόγους άρχισα να συνειδητοποιώ γιατί συγκλόνιζε τόσο το μέσα μου το σουρεαλιστικό αυτό έργο. Ένας καθρέφτης της ανθρώπινης ψυχής ήτανε. Οι άμυνές μου πέσανε αμέσως κι έβλεπα τον εαυτό μου και την ψυχή μου μέσα από τους ήρωες στην πάλη της για τη συνεχή και αδιάκοπη διαδικασία της ενηλικίωσης, της αποδοχής και συμπόρευσης με το παιδί που κάποτε υπήρξαμε. Δεν ήμουν μόνο εγώ σε αυτό το καθρέφτισμα, όμως. Ήσουν κι εσύ, ήταν κι ο φίλος μου, ήταν κι η μαμά μου κι η γιαγιά μου κι η προγιαγιά μου και όλοι οι πρόγονοί μου. Μέσα τους καθρεφτιζόταν απόλυτα και με ακρίβεια ο κλασικός, ο διαχρονικός, ο απαράλλαχτος στους αιώνες άνθρωπος.

Ο Φάντο και η Λις είναι ένα ζευγάρι που ψάχνει να βρει με τόσο αγώνα και τόση αγωνία  την πόλη Ταρ. Γυρίζουν κι όλο γυρίζουν τους τόπους, ψάχνουν από ‘δω, ψάχνουν από ‘κει, μα στην πόλη Ταρ δεν φτάνουν ποτέ, η ευτυχία είναι άπιαστη γι’ αυτούς, μια πραγματική ουτοπία. Το ταξίδι τους είναι μια πόλη που ποτέ δεν φτάνεται και το ποθητό άγνωστο που απλησίαστο μένει, ανικανοποίητο το μονίμως ανικανοποίητο ένστικτο και άπιαστη η γλύκα της αιωνιότητας.

Ο Φάντο και η Λις είναι ένα ζευγάρι δύο διαφορετικών οντοτήτων που όμως γίνονται κι οι δυο μαζί το ένα, το απόλυτο όλο μιας ψυχής, της δικής σου και της δικής μου. Μέσα στην πάλη και στην αγκαλιά των δύο βιώνεται και η πάλη της ψυχής για επιβίωση σ’ έναν κόσμο αλλόκοτο με την αθωότητά της να αγωνίζεται καρτερικά κι υπομονετικά κι αυτή να καταφέρει να ζήσει. Κλονίζονται συθέμελα η μία από την άλλη. Παλεύουν με τόση άγνοια και καλή πρόθεση κι εκεί ακριβώς έγκειται η τραγικότητα της ψυχής που αναζητά ισορροπίες, αρμονία και γαλήνη. Η ψυχή τρομάζει με την αθωότητά της, της πέφτει βαριά, ενώ ταυτόχρονα τη θαυμάζει, την ποθεί και τη λαχταρά. Ο Φάντο άλλοτε χαϊδεύει και τη Λις, την αθωότητά του, της τραγουδάει κι άλλοτε χτυπάει τη Λις, την κακομεταχειρίζεται, τη δένει με αλυσίδες σε χέρια και πόδια και την αφήνει ανήμπορη να σέρνεται για να επιβιώσει. Η Λις, όσο κι αν υποφέρει, εξακολουθεί να τον εμπιστεύεται και δεν παύει να του θυμίζει ότι είναι καλός.

Κάποτε οι διάλογοι των δύο διακόπτονται και την συγκίνηση ακολουθεί ο προβληματισμός. Η ανάγκη για πίστη στο θείο, η ανάγκη για εξουσία, επιβολή κι αναγνώριση επηρεάζουν την ψυχή. Αυτές γίνονται οι αλυσίδες στα χέρια της Λις κι έτσι μένει η αθωότητα θύμα τους, εκτεθειμένη κι αφρόντιστη στην ύπουλη ισχύ τους. Η ανάγκη για θείο, έμφυτη, ανακουφίζει κι ανασταίνει, άλλοτε όμως γίνεται θηρίο που λυσσομανάει μέσα στην ψυχή κι εκεί που πάει να τα εξομαλύνει όλα, τα θάβει, τα απωθεί και τα αφήνει επικίνδυνα φίδια κάτω από πέτρα έτοιμα να τη δηλητηριάσουν.

Οι ήχοι, οι παύσεις, οι  φωνές, οι μουσικές των κρουστών, τα σώματα στο χώρο και τα σώματα μεταξύ τους στο χώρο συνθέτουν μια αρμονία που καταφέρνει να ταράζει τη δική σου πλαστή κι επιφανειακή ως εκείνη την ώρα ησυχία. Η μουσική και οι ερμηνείες, σα να γεννήθηκαν μαζί, σου λένε πως ακόμα κι αν κάτι ξεφεύγει του νοητού ελέγχου σου, εκείνο το κάτι βυθίζεται σαν κέρμα στον πάτο του βυθού σου. Αυτά που δεν καταλαβαίνεις ή δε θέλεις να καταλάβεις, γιατί σε ξεβολεύει, τα νιώθει η βαθιά ψυχή σου.  Έρχεται και σε βρίσκει με βαρύτητα η αλήθεια του έργου αλλά ανάλαφρα κι αργά πέφτει στα νερά σου. Με διάκριση σ’ αγγίζει για να μην προκαλέσει απλώς τρικυμία που σε χαώνει, αλλά να σου θυμίσει όσα ξεχνάς ή δε θέλεις να αναμοχλεύεις.

Η παράσταση τελείωσε. Κανείς μας δεν ήξερε αν έπρεπε να σηκωθεί ή να κρατήσει λίγο χρόνο για περισυλλογή στη θέση του και τη σιωπή του. Για δέκα λεπτά μετά ο φίλος μου με κοιτούσε χαρούμενος που έκλαιγα. Ανάβλυζαν από τα μάτια μου δάκρυα συγκίνησης και δάκρυα λυτρωτικά, ανακουφιστικά γιατί ο Φάντο μου αποκάλυψε τον εαυτό μου εκείνο το βράδυ κι αυτό δεν είναι πάντα εύκολο. Απαιτεί ενέργεια και δύναμη. Είναι επίπονο και δύσκολο το καθρέφτισμα σου, σου αποκαλύπτει αλήθειες και ζητάει από σένα να θυμηθείς όσα παραμερίζεις. Κι εκείνο το βράδυ αναρωτήθηκα αν τελικά όλοι θα αφήσουμε την αθωότητά μας να πεθάνει, αν κι εγώ εγκαταλείψω μια μέρα ολοκληρωτικά τη δική μου Λις, αν κι εσύ, κι εσύ, κι εσύ την αφήσεις πληγιασμένη και τελικά τι θα απογίνουμε χωρίς αυτήν… Ο φίλος μου με κοιτούσε ενθουσιασμένος και μου είπε: « Γι’ αυτό ήθελα να έρθουμε μαζί».