Ποιήμα: Εβελίνα Παπούλια
Μαθήτρια

Επιμέλεια: Παναγιώτα Καραγιάννη
Φιλόλογος -Υπεύθυνη Επικοινωνίας


 

Μου είπες κάποτε πως η καλύτερη στιγμή της νύχτας είναι λίγο πριν ξημερώσει.

Την στιγμή εκείνη που το πινέλο της νύχτας βάφει με την απέραντη παλέτα της το κάδρο του ουρανού και ο κόσμος αποκτά αληθινό χρώμα.

Και σε κοίταξα κάτω από τη μισοσβησμένη λάμπα, περιμένοντας να δω εκείνο το χρώμα που τόσο αγαπούσες.

Να γίνω ένα με αυτό.

Να γίνω ένα με εσένα.

Και σε κοίταξα στα μάτια, τόσο έντονα σαν να προσπαθούσα να σωθώ από το τσουνάμι που έβλεπα πως ερχόταν.

Πόσο όμορφα είναι τα χρώματα…

Και ας πιστεύεις πως δεν υπάρχουν στα αλήθεια.

Υπήρχαν.

Υπάρχουν.

Μέσα σε δύο ζευγάρια μάτια.

Και δύο χείλη.

Μέσα σε δύο κόκκινα τριαντάφυλλα.

Και δύο σώματα.

Ερωτεύτηκα τον τρόπο που ήσουν ερωτευμένος μαζί μου.

Ερωτεύτηκα τις μπερδεμένες χωρίς νόημα λέξεις σου.

Ερωτεύτηκα την τρέλα σου.

Ερωτεύτηκα το παιδί που σε έκανα να είσαι.

Ερωτεύτηκα έμενα μέσα από τα μάτια σου.

Και ήρθε εκείνη η νύχτα,

που δύο αγγελικά πλασμένα σύννεφα διαλύθηκαν.

Και ήξερα πως το τέλος ήταν εδώ.

Σαν αγκάθινο στεφάνι τα χέρια σου τύλιξαν τον λαιμό μου και τον πλήγωσαν στη μέση της νύχτας.

Ένιωθα να αιμορραγώ μέσα μου.

Δεν με ένοιαζε.

Γινόσουν κάποιος άλλος.

Και αυτό με τρόμαζε.

Μια φλόγα.

Αυτό ήμασταν καρδιά μου.

Μια φλόγα.

Ούτε καν φωτιά.

Που έσβησε.

Και άφησε στις λιγοστές στάχτες της,

αναμνήσεις,

απωθημένα.

Λίγη δόση ψευτοέρωτα.

Μα πάνω απ’όλα στάχτη.

Απλή,

γκρι,

μουντή

στάχτη.

Την μάζεψα ευλαβικά στις χούφτες μου και την πέταξα στη θάλασσα.

Στη θάλασσα που τόσο πολύ μισώ.

Στη θάλασσα που άρχισαν και τελείωσαν όλα.

Εκεί.

Σε αγαπάω.

Σε μισώ.

Μα όταν αγαπάς κάποιον δεν μπορείς παρά και να τον μισείς.