Άρθρο: Δημήτρης Βαγενάς
Ψυχολόγος

Επιμέλεια: Θεοδώρα Βαγιώτη
Φιλόλογος

Ο Γάλλος ψυχαναλυτής Ζακ Λακάν γεννήθηκε στο Παρίσι το 1901 και πέθανε στην ίδια πόλη το 1981. Τα περιβόητα σεμινάρια που διοργάνωνε στη γενέτειρά του από το 1953 έως το θάνατό του άσκησαν μεγάλη επιρροή στον πνευματικό κόσμο, με αποτέλεσμα αρκετοί ψυχαναλυτές να υποστηρίζουν ακόμα και σήμερα πως δεν συμπλήρωσε απλώς τις θεωρίες του Σίγκμουντ Φρόιντ, αλλά κατάφερε να τις καταρρίψει. Σε κάθε περίπτωση, η επιρροή του στην ψυχαναλυτική σκέψη ήταν καταλυτική και οι θεωρίες του για το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα, τα αίτια της ψύχωσης και το ασυνείδητο εξακολουθούν να εμπνέουν όλους όσους ασχολούνται με την ψυχανάλυση.

Ο Γάλλος ψυχαναλυτής υποστήριξε, μεταξύ άλλων, πως προτού το παιδί αρθρώσει τις πρώτες του λέξεις, έχει ήδη αρχίσει να συμβολοποιεί τα αντικείμενα του περιβάλλοντός του. Ως εκ τούτου, το αρκουδάκι του αντιπροσωπεύει την αγάπη της μητέρας του, ενώ τα μαχαίρια τον επικίνδυνο και ταυτοχρόνως απαγορευμένο κόσμο των ενηλίκων. Ορισμένα αντικείμενα αποκτούν, λοιπόν, το δικό τους νόημα και σχετίζονται με συγκεκριμένα συναισθήματα, προτού καν γίνουν λέξεις. Καθώς μεγαλώνουμε, τα συναισθήματα και οι συμβολισμοί εξακολουθούν να είναι παρόντα στη γλώσσα, χωρίς, ωστόσο, ν’ ακούγονται. Αν, για παράδειγμα, λογομαχήσουμε με κάποιο φίλο μας, είναι πολύ πιθανό να θυμώσουμε περισσότερο με τον τόνο της φωνής του και με όσα πιστεύουμε πως υπονοεί, παρά με όσα λέει. Ο Λακάν δίνει, επίσης, μεγάλη έμφαση στη σιωπή, υποστηρίζοντας πως βρίθει σημασιών και είναι συχνά πολύ πιο εύγλωττη από τα ίδια τα λόγια μας.

Η ομιλία μας, λοιπόν, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση καθρέφτη των σκέψεών μας: ακόμη κι όταν βρισκόμαστε στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή, η γλώσσα μας είναι καλυμμένη από αντιστάσεις. Οι φαντασιώσεις και οι επιθυμίες μας έχουν ξεχαστεί από το ασυνείδητο, με αποτέλεσμα να εκφράζονται είτε με σιωπές είτε με άλλους ανορθόδοξους τρόπους: αν, φερ’ ειπείν, ο αναλυόμενος αμφισβητήσει τα οφέλη της ψυχανάλυσης, πιθανότατα εννοεί πως φοβάται να απολαύσει τα πλεονεκτήματα που θα του προσφέρουν οι ψυχαναλυτικές συνεδρίες. Αντιστοίχως, οι ψυχοσωματικές ασθένειες αποτελούν ένα λογοκριμένο ασυνείδητο μήνυμα που εκφράζεται μέσω του σώματος. Με άλλα λόγια, η γλώσσα του ψυχοσωματικού ασθενούς δείχνει πως αυτό από το οποίο πάσχει δεν μπορεί να ειπωθεί και αντικαθίσταται από μια ζώνη πόνου. Το ασυνείδητο αποτελεί, συνεπώς, ένα λογοκριμένο κεφάλαιο, το οποίο μπορεί να μεταμφιεστεί και να μιλήσει με το δικό του τρόπο. Στόχος του ψυχαναλυτή είναι να ερμηνεύσει το ασυνείδητο αυτό μήνυμα, λειτουργώντας άλλοτε σα διερμηνέας και άλλοτε σαν ντετέκτιβ. Μάλιστα, όταν ο Λακάν επιχείρησε να προσεγγίσει ψυχαναλυτικά την αστυνομική ιστορία του Έντγκαρ Άλαν Πόε «Το κλεμμένο γράμμα», παρομοίασε τον επιθεωρητή Ντυπέν μ’ έναν αναλυτή που προσπαθεί ν’ ανακαλύψει την αλήθεια.

Σε αντίθεση με τις θεωρίες του Σίγκμουντ Φρόιντ και του Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ που είναι ευρέως διαδεδομένες, οι θεωρίες του Λακάν είναι πλέον γνωστές αποκλειστικά σχεδόν στους ψυχαναλυτές, ενώ ο ιδιαίτερος τρόπος γραφής του αποθαρρύνει πολλούς φοιτητές ψυχολογίας να διαβάσουν τα έργα του. Πράγματι, η προσήλωσή του στα μαθηματικά και στη γλωσσολογία, συνδυαστικά με την ορολογία που χρησιμοποιούσε, καθιστούν δύσκολη την ανάγνωση των έργων του. Ωστόσο, ο ιδιαίτερος τρόπος γραφής του αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της γοητείας του και οι θεωρίες του, ακόμα κι αν θεωρηθούν κάπως παρωχημένες,  παραμένουν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες.

Προτεινόμενη βιβλιογραφία

Homer, S. (2005). Jacques Lacan. London: Routledge.

Ντετί, Μ. (2000). Εισαγωγή στην ψυχανάλυση του Λακάν. Αθήνα: Καστανιώτη.