Κείμενο: Άννα Ζανιδάκη
Συγγραφέας

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Πόσοι δε λένε «κάνε κουράγιο, πάρε δύναμη, τρίξε τα δόντια στη ζωή, πιάσ’ την απ’ τα κέρατα» και πόσες άλλες τέτοιες παροτρύνσεις, πόσες άλλες προτροπές, ώστε να μην τα βάλουμε κάτω, να μην τα παρατήσουμε, παρά να αντλήσουμε και να εξαντλήσουμε τις δυνάμεις μας με όποιον τρόπο μπορούμε και με όποιες πεποιθήσεις ενδυναμώσεως του είναι μας πρέπει και επιβάλλεται να δείξουμε, να αποδείξουμε και να επιδείξουμε;

Πόσοι ακόμα δε θα βρεθούν να θελήσουν να δώσουν μια χείρα βοηθείας στα παρατεταμένα κενά μας απελπισίας και απόγνωσης, αλλά πάντα εμείς να είμαστε σε θέση να δούμε και να κατανοήσουμε και τα δικά μας όρια και περιθώρια, τις δικές μας διαμαρτυρίες, που θα ‘πρεπε να αναγνώσουμε και να εμπεδώσουμε καλύτερα και περισσότερο αληθινά;

Ίσως και να μας δούνε με μια αρνητική ματιά, ίσως να τους βγουν στην επιφάνεια άλλα θέλω, που δεν ήταν σε θέση να τα διεκδικήσουν. Ίσως και να βλέπουν τα δικά τους όνειρα, τις δικές τους πάντα υποχωρητικές στάσεις ζωής να λαμβάνουν εκείνα τα μηνύματα που θα ήθελαν να έχουν πάρει, χρόνια τώρα, αλλά δεν το είχαν καταφέρει μέχρι τώρα ιδιαίτερα.

Δεν θα έλεγα πως ίσως να μην προσπάθησαν εγκαίρως, γιατί ποτέ δεν είναι αργά να ζήσουμε και να αναζητήσουμε εκείνες τις διόδους και τις διεξόδους είτε δημιουργίας είτε ανάσας είτε απλής συνειδητοποίησης πως ζούμε και συμπεριλαμβανόμαστε και εμείς σε εκείνη την ομάδα των ανθρώπων που τιμούνται και εκτιμούνται τα ενδιαφέροντά τους και οι προσδοκίες τους, σύμφωνα με κανόνες και δρομολογήσεις του εγγύτερου μέλλοντός τους ή του απώτερου παρελθόντος τους.

Θα βρεθούν να είστε σίγουροι και κάποιοι που θα αποτελέσουν τους υποστηρικτές σας, τους ένθερμους οπαδούς σας. Θα δουν μέσα απ’ τα μάτια σας τις εναγώνιες προσπάθειες διατήρησής σας σε εκείνο το στάτους, σε εκείνη τη θέση που εσείς οι ίδιοι θα θελήσετε να την κερδίσετε με κόπο, ιδρώτα και ποτέ με διαμαρτυρίες, αφού ξέρουμε όλοι μας πως τα αγαθά κόποις κτώνται και με θυσίες, θα συμπληρώσω εγώ, κατακτώνται.

Έχουμε ακούσει χιλιάδες φορές να μιλάνε άνθρωποι εκ του ασφαλούς, να δείχνουν τάχα μεγαλοπρέπεια ή μεγαλοψυχία, χωρίς ποτέ να διακρίνονται από ενσυναίσθηση και καλή θέληση να κατανοήσουν τα τεράστια θέματα και ζητήματα που μας απασχολούν.

Τα αποθέματα της δικής μας ανοχής και αντοχής, των δικών μας προτεραιοτήτων, έχοντας λάβει εκείνα τα μηνύματα, κάποιες φορές ελαχιστοποιούνται, μικραίνουν. Μα το κυριότερο είναι να μη σβήνει το φως και η ελπίδα απ’ τις ψυχές μας.

Η δύναμη που θα ξεχειλίζει απ’ τα εσώψυχά μας ας είναι ικανή και απόλυτα προσβάσιμη στα δικά μας κιτάπια, εκείνα που θα θελήσουμε να γραφτούν με ανεξίτηλα χρώματα στον καμβά εκείνο του δικού μας χρωματολογίου, ώστε να αποτελέσουν και να αποκαλύψουν εκείνα τα χρωματιστά και ζωντανά περάσματα στα διαβήματα απόλαυσης από τους λυγμούς και τα δάκρυα, αλλά με τέτοια μορφή εξαργυρωμένα, ούτως ώστε να ανακαλυφθούν και να αποδωθούν τα εύσημα και τα καθώς πρέπει μεγαλεία της ψυχής μας, της ποτέ κλονισμένης και αμφιταλαντευόμενής μας επιθυμίας και λαχτάρας για διεκπαιρέωσή τους.