Ποίημα: Εβελίνα Παπούλια
Μαθήτρια

Επιμέλεια: Παναγιώτα Καραγιάννη
Φιλόλογος
Υπεύθυνη Επικοινωνίας


Ήταν νύχτα.

Aπό εκείνες τις ψυχρές νύχτες.

Από εκείνες τις νύχτες χωρίς τέλος.

Μια ψαλμωδία αγγέλων ακουγόταν κάτω από το έδαφος.

Δεν ήταν ψαλμωδία.

Δεν ήταν ύμνος.

Ούτε προσευχή.

Ήταν ουρλιαχτά.

Δεν ήταν άγγελοι.

Δεν ήταν νύμφες.

Ούτε θεοί.

Ήταν δαίμονες.

Αγγελικά πλασμένοι δαίμονες.

Δεν ήταν λουλούδια αυτά που κρατούσαν.

Ήταν όπλα.

Τι θόρυβο κάνει ο θάνατος;

Σιγή.

Δεν ακούγονται πια γέλια παιδιών.

Στον Roy άρεσε να γελά. Δεν γελάει πια.

Μέσα του κοιμάται μια λύπη.

Όλη του η ζωή μια λύπη.

Τι θόρυβο κάνει ο θάνατος;

Κρότος.

Τρέχα μικρέ μου Roy, τρέχα.

Τρέχα, τρέχα, τρέχα.

Έρχεται.

Κάνει τις παλάμες του γροθιές για να μην ουρλιάξει και τρέχει.

Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.

Κουράγιο μικρέ μου Roy, κουράγιο.

Ένα σπασμένο παιδί τρέχει στρατευμένο σε μια ματωμένη αλάνα.

Τρέχει και τρέχει. Τρέχει δίχως να κοιτάξει πίσω. Τρέχει δίχως να στρέψει το βλέμμα του σε κάποια κατεύθυνση.Απλά τρέχει.Νιώθει τα βήματα της μοίρας όλο και πιο κοντά του.Τον πλησιάζουν απειλητικά και εκείνος προσπαθεί να βρει κάποιο μέρος να κρυφτεί.Να κρυφτεί μέχρι η μοίρα να βρει το επόμενο θύμα της. Μέχρι να βαρεθεί και να τον αφήσει ήσυχο.Γύρισε και κοίταξε πίσω του. Μόνο για μερικά δευτερόλεπτα. Η μοίρα ήταν σχεδόν πάνω του. Προσπάθησε να τρέξει.

Να τρέξει να σωθεί. Δεν μπορούσε να κουνηθεί όμως.Ήταν ακίνητος.Όλη την ώρα που η μοίρα τον πλησίαζε εκείνος ήταν ακίνητος και ας νόμιζε πως έτρεχε. Την κοιτούσε και ας νόμιζε πως είχε καλύψει τα μάτια του. Όσο κι αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί, η μοίρα είχε μόνο ένα σχέδιο. Μόνο ένα πλάνο.

Για όλους.

Το κουβάρι του πόνου είχε αρχίσει ήδη να ξετυλίγεται στα χέρια της και να δημιουργεί έναν μαύρο μανδύα γύρω του.

Και το αγόρι ξέρει, πως κάθε νήμα του πόνου τελειώνει με θάνατο. Ω Roy, Roy είσαι μόνο δεκαέξι χρονών. Ήρθε ο τυφώνας με τις τερατώδεις μορφές και σου έσπασε τα φτερά, σου κομμάτιασε την παιδικότητα σου και σε άφησε να τσουρουφλίζεσαι στα συντρίμμια της φωτιάς ώσπου να γίνεις στάχτη. Ο χρόνος μαράθηκε από το δυνατό κύμα των αγρίων και έσπασε σε χίλια κομμάτια αφήνοντας μόνο ίχνη.

Ίχνη.

Από ότι χάσαμε.

Από ότι γκρεμίστηκε.

Από ότι δεν έζησε.

Από ότι έπρεπε να ζήσει.

Από ότι αγαπήσαμε.

Του είπαν κάποτε πως κάποιοι σώθηκαν, πως υπάρχει ελπίδα για όλους.

Και τους πίστεψε.

Άλλο ένα νοητό ψέμα.

Πρέπει να μάθεις Roy…

Πως η ζωή, η ζωή προδίδει καλέ μου.

Ξυπνάει συνέχεια από τον ίδιο εφιάλτη και έπειτα συνειδητοποιεί πως δεν κοιμήθηκε ποτέ. Πως δεν ήταν εφιάλτης, αλλά η πραγματικότητά του και κλαίει.

Κλαίει.

Βουβά.

Αδιάκοπα.

Ελπίζει στη μέρα που θα μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από αυτό που είναι τώρα.

Ένας άγγελος.

Και περιμένει τον θάνατο σαν το μοναδικό ελιξήριο του.

Έναν θάνατο που δεν έρχεται ποτέ, γιατί ξέρει…

Ξέρει πως ακόμα και ο θάνατος κόλαση είναι.

Ήταν απόγευμα. Από εκείνα τα ψυχρά απογεύματα, όταν ο Roy μπήκε στη βάρκα. Στον Roy άρεσε το ηλιοβασίλεμα.

Δεν υπήρχε πια. Ο ήλιος είχε σβήσει.

Ένας άντρας και μια γυναίκα αγκαλιά.

Τους κοιτάζει και νιώθει όλο του το κορμί να πονάει.

Να φλέγεται.

Ψάχνει τη λύτρωση, το πάθος μέσα στα δύο ξένα σώματα.

Πόνος.

Ήταν νύχτα όταν η βάρκα βρήκε στεριά.

Η δέκατη νύχτα.

Ζήτησαν έλεος.

Ο Roy στεκόταν εκεί, απλώς εκεί.

Εκεί.

Ήταν εκεί και περίμενε.

Ικέτεψαν.

Όλοι.

Και περίμεναν.

Μέχρι που ήρθε.

Έκεινος ο μαυροντυμένος άντρας.

Τους κοίταξε όλους.

Έναν προς έναν.

Τους κοίταξε στα μάτια και τους ζήτησε να φύγουν.

Δεν μπορούσαν να μείνουν.

Και η βάρκα έφυγε.

Ξανά.

Τι θόρυβο κάνει ο θάνατος;

Βοή.

Οι ουρανοί του παραδείσου είχαν πλέον ανοίξει και η αιμάτινη βροχή έπεφτε με μίσος στην επίγεια κόλαση.

Συγχαρητήρια κοινωνία.

Είναι νεκροί.

Χάθηκαν.

Ίσως να έγιναν άγγελοι με σπασμένα φτερά.

Ίσως να έγιναν ψαλμωδία στα χείλη των αγγέλων.

Ίσως τραγούδι.

Ίσως και ποίηση.

Κάποιου ανθρώπου.

Κάποιου θεού.

Ίσως έγιναν χιόνι.

Στον Roy άρεσε το χιόνι.

Κοιμήσου μικρέ μου Roy, κοιμήσου.

 

Καληνύχτα.