Άρθρο: Αλεξάνδρα Δεδικούση Ψυχολόγος

M.Sc. Σχολικής-Εξελικτικής Ψυχολογίας


Έρωτας, σεξουαλικότητα, σεξ. Όροι που χρησιμοποιούνται συχνά για να περιγράψουν το ίδιο πράγμα, χωρίς όμως να είναι ουσιαστικά το ίδιο. Ο έρωτας δεν εμπεριέχει πάντα τη σεξουαλικότητα και η σεξουαλικότητα δεν εμφανίζεται πάντα στον έρωτα. Το σεξ και ο έρωτας είναι δύο διαφορετικά πράγματα και αυτό δεν είναι κακό. Ως σεξουαλική πράξη ορίζεται η επαφή δύο γυμνών σωμάτων ανεξαρτήτως φύλου, σκοπός της οποίας είναι η ηδονή των συμμετεχόντων και, βέλτιστα ο οργασμός αμφότερων. Αυτός είναι ο κλινικός ορισμός του σεξ. Βλέπουμε, επομένως, ότι είναι πολύ ευρύ το φάσμα των δραστηριοτήτων που αποτελούν σεξουαλική πράξη, όπως ευρύς είναι και ο ορισμός του τι είναι ηδονή για τον καθένα. Όσο συγκεχυμένο και να είναι το πεδίο γύρω από το θέμα, υπάρχει μια κατηγοριοποίηση που φαίνεται να περιγράφει έγκυρα τις διάφορες συνευρέσεις ανάλογα με το ύφος, το σκοπό, αλλά και το υπόβαθρο τους.

Υπάρχουν τρεις εκφράσεις που καταδεικνύουν την εμφανή διαφορά μεταξύ των τριών σεξουαλικών πράξεων. Η μια είναι η λέξη «πηδάω», η δεύτερη η φράση «έρχομαι σε επαφή» και η τρίτη η φράση «κάνω έρωτα». Είναι δεδομένο ότι η λέξη «πηδάω» έχουμε συνηθίσει να μη λέγεται και, πόσο μάλλον, να μη γράφεται, ειδικά σε επίσημα πλαίσια. Κακώς μιας και δεν υπάρχουν χυδαίες λέξεις, μόνο χυδαία μυαλά και σκοπός του άρθρου σίγουρα δεν είναι να εκχυδαΐσει κάτι τόσο όμορφο και ξεχωριστό όσο η επαφή δύο ανθρώπων.

Πηδάω, λοιπόν, πηγαίνω στο κρεβάτι, συνευρίσκομαι τυχαία με ένα άτομο. Τυχαία από την άποψη της ασημαντότητας της σχέσης, η οποία ουσιαστικά δεν υπάρχει και ούτε οφείλει να υπάρξει, καθώς για να πηδήξεις ή να πηδηχτείς δεν απαιτείται καμιά δέσμευση, καμιά υπόσχεση και καμιά συνέχεια. Ο ένας επιτελεί μια λειτουργία στον άλλον, με τελικό και μόνο σκοπό τη σεξουαλική ανακούφιση. Θα ήταν λάθος να υποβαθμίσουμε τη σημασία αυτής της κατηγορίας. Όταν το απλό σεξ αποτελεί συνειδητή επιλογή του ενήλικου ατόμου εκπληρώνει μια πολύ ουσιαστική λειτουργία: αυτήν της διαφανούς αναζήτησης με αρχή και τέλος, του ορισμού των ορίων και των αναγκών του εαυτού και, εν γένει, της μοναχικότητας μετά τη λήξη της πράξης. Υπάρχουν σίγουρα έρωτες που ξεκίνησαν από ένα απλό σεξ, μα σίγουρα όλα τα απλά σεξ δεν έγιναν έρωτες. Και αυτό, για άλλη μια φορά, δεν είναι κακό.

Έρχομαι σε επαφή, είναι η δεύτερη κατηγορία ερωτικής πράξης που εμπεριέχει δύναμη, σύνδεση και μια πρωτό-σχέση, θα έλεγε κανείς. Έχει μία δευτέρου επιπέδου επιλογή, όχι απλά επιλέγω το σώμα ή το πρόσωπο ή το αυτοκίνητο ή το status με το οποίο θα πάω στο κρεβάτι, αλλά επιλέγω και ένα πιο μη εμφανές, πιο βαθύ χαρακτηριστικό, υπάρχει μία σύνδεση. Η σύνδεση αυτή μπορεί να είναι οτιδήποτε, εξωτερικό, εσωτερικό ή διανοητικό, πάντως υπάρχει. Έχουμε, επομένως, μια επαφή σίγουρα σωματική μα και εν μέρει διανοητική, σε αυτήν την πράξη τα δύο άτομα ακουμπούν πιο πολύ το ένα στο άλλο. Και πάλι, πολλές επαφές οδήγησαν σε έρωτα και πολλοί έρωτες οδήγησαν σε αγάπη. Υπάρχουν όμως και επαφές που γίνονται και ξε-γίνονται, επαφές που τελείωσαν εκεί και αυτό, τυγχάνει, επίσης, σεβασμού. Σεβασμού της ευκαμψίας της σεξουαλικής έκφρασης και των ατομικών αναγκών του καθενός.

Τρίτη και τελευταία κατηγορία, «κάνω έρωτα». Το «ευλογημένο» είδος σεξουαλικής πράξης, το «πρέπον», το «σωστό». Πόσο σωστό θα ήταν, όμως, να κάναμε έρωτα την πρώτη φορά που πηγαίναμε στο κρεβάτι με κάποιον, κάποιον που γνωρίζουμε μια ημέρα, έναν μήνα; Όχι ιδιαίτερα σωστό, θα έλεγα και ίσως, αρκετά ανησυχητικό. Γιατί δεν μπορείς να κάνεις έρωτα με έναν ουσιαστικά ξένο άνθρωπο, με έναν άνθρωπο που το μόνο που νιώθεις για αυτόν είναι μια πρωτογενής έλξη και, ίσως, το ενδιαφέρον να μάθεις περισσότερα για αυτόν στο μέλλον. Για να κάνουμε έρωτα, λοιπόν, πρέπει να τον έχουμε (τον έρωτα). Αν δεν είμαι ερωτευμένη και δεν αγαπώ δεν μπορώ να «κάνω έρωτα». Η φύση του «κάνω έρωτα» είναι και αυτή πρόσκαιρη, και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Δεν κάνω έρωτα όλη την ώρα, ακόμα και αν βρίσκομαι σε έναν άνθρωπο που αγαπώ. Και αυτό γιατί η έκφραση της ατομικής σεξουαλικότητας, αλλά και η ερωτική επαφή είναι διαφορετικά φορτισμένες κάθε φορά, ακόμη και ανάμεσα σε γνώριμα άτομα.

Τώρα που τελειώσαμε με τις κατηγοριοποιήσεις, ας δούμε την ευρεία εικόνα. Για να νιώσω αγάπη πρέπει πρώτα να σε έχω ερωτευτεί, για να σε έχω ερωτευτεί μάλλον θα κάναμε πρώτα έρωτα, για να κάναμε έρωτα πιο πριν σίγουρα είχαμε έρθει σε επαφή και, μάλλον, στην αρχή όλου αυτού είχαμε απλά κάνει σεξ. Πόσο πιο απλά να το θέσει κανείς, ώστε να φανεί ότι καμιά έκφραση σεξουαλικότητας και καμιά μορφή συνουσίας δεν είναι ποιοτικά κατώτερη από την άλλη ή μεμπτή; Μιλούμε για ελευθερία ιδεών και πνεύματος, όταν φοβόμαστε να πούμε τα πράγματα με το όνομα τους και ότι ταμπελοποιούμε σαν ανήθικο ή κατώτερο εξελικτικά τον άνθρωπο που επιλέγει να σχετίζεται ερωτικά με ανθρώπους με τρόπο διαφορετικό από το δικό μας. Η ελευθερία πνεύματος ξεκινά από την ικανότητα αντίληψης και σεβασμού του διαφορετικού και αυτό είναι πιο δύσκολο όταν το «διαφορετικό» είναι αρκετά «ίδιο» με εμάς.


Προτεινόμενη βιβλιογραφία:

Χόρχε Μπουκάϊ (2012). Ο δρόμος της συνάντησης, Φύλλα Πορείας ΙΙ. Εκδόσεις Opera, Αθήνα.