Άρθρο: Μάνθος Μυριούνης
Ψυχολόγος/Ψυχοθεραπευτής

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια, κι όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και παγκοσμίως, γίνεται λόγος μιας και οι αφορμές συνεχώς πληθαίνουν για την βίαιη συμπεριφορά και τις μορφές της και πολύ περισσότερο για τις επιπτώσεις της στην ανθρώπινη ζωή και εξέλιξη.

Πέρα από τις πανθομολογούμενες βιαιότητες που λαμβάνουν μέρος καθημερινά σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου, αυτές καταδικάζονται ομόφωνα και αποτελούν μιάσματα για το ανθρώπινο είδος, το οποίο όλο και πιο συχνά μας φανερώνει το αποτρόπαιο και ολέθριο πρόσωπο της βίας.

Στο άρθρο αυτό, όμως, δεν θα ρίξουμε μια ματιά σε βίαια περιστατικά που αποτελούν καθημερινότητα για πολλούς από εμάς, αλλά σε μια μορφή που δεν γίνεται πάντα κατανοητή, είναι θολή και έχει μια ιδιότυπη αορατότητα.

Απαντώνται δε αρκετά συχνά στην ελληνική κοινωνία και στην αλληλεπίδραση μεταξύ των ατόμων που έχουν σχέσεις μεταξύ τους, είτε οικογενειακές είτε συντροφικές είτε εργασιακές είτε απλά και φιλικές.

Έτσι οι συναντήσεις μας με την βία που έχει εισβάλει για τα καλά στην ζωή μας μπορεί να έρθει σε επαφή μαζί μας στο διαδίκτυο, στην πολιτική και κοινωνική ζωή, στις σχέσεις μας με τα ζώα, στην δουλειά, στον αθλητισμό και γενικά έχει καταλάβει ένα μεγάλο ποσοστό του «κοινωνικού γίγνεσθαι» και δίνει το μοχθηρό παρόν της σε κάθε έκφανσή της κοινωνικής μας ζωής.

Στην βία και την απογοήτευση που αυτή φανερώνει για την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους έχουν ξεχωρίσει κάποιες μορφές τύπου, ίσως λόγω μάρκετινγκ και ΜΜΕ, ίσως λόγω ευαισθητοποίησης πρόσκαιρης είτε ακόμη και μόδας που επικρατούν στην κοινωνική και πολιτική κουβέντα περί βίας και που διεξάγεται στην δημόσια σφαίρα.

Αυτές είναι η βία κατά των γυναικών, κατά των ζώων, κατά των μικρών παιδιών, των ηλικιωμένων, των μεταναστών και προσφύγων και όπως είναι φυσικό των πιο αδύναμων μερών μιας κοινότητας που δεν διαθέτουν σε επάρκεια τις απαραίτητες ενέργειες προφύλαξης ή το πλαίσιο προστασίας της πολιτείας είναι ανύπαρκτο και αρκετά έωλο και ευέλικτο και απαντούν στα πιο σκοτεινά και απάνθρωπα ένστικτα που έφερε ποτέ μαζί του το ανθρώπινο γένος ως νοήμον είδος του ζωικού βασιλείου.

Αυτό που με παρακίνησε να γράψω αυτό το άρθρο είναι ότι ακούγοντας την λέξη «βία» ο νους μας συνήθως πάει σε κεινες τις μορφές και τις καταστάσεις, όπου τα σημάδια της κακοποίησης του υποκειμένου που την υφίσταται είναι φανερά πάνω στο σώμα του. Όμως εδώ θα ασχοληθούμε με εκείνες τις μορφές βίας που μοιάζουν αόρατες, ενώ δεν είναι, και που τις περισσότερες φορές υποτιμούνται μαζί με τα σημάδια τους και που μπορεί να μην είναι άμεσα εμφανή αλλά έχουν μια μακρόπνοη δυσάρεστη επιρροή στην ζωή των ανθρώπων και των ζώων που την υφίστανται. Αυτή είναι η λεκτική, η ψυχολογική και η συναισθηματική βία που παρόλο που μοιάζει χαμηλότερου επιπέδου και η καταδίκη της είναι πολύ πιο χλιαρή από τους ανθρώπους, εντούτοις καθόλου δεν υπολείπεται σε σφοδρότητα και αγριότητα και τα αποτελέσματά της είναι από μακρόσυρτα έως και μόνιμα.

Την ψυχολογική βία, λοιπόν, μπορεί να την συναντήσουμε στο σχολείο, στην οικογένειά μας, στις προσωπικές μας σχέσεις, στον εργασιακό μας στίβο και είναι τέτοιας επίδρασης που διαταράσσει ανεπανόρθωτα τον ανθρώπινο ψυχισμό. Είναι ύπουλη και ενίοτε αδιόρατη με τις διάφορες μορφές με τις οποίες παρουσιάζεται.

Όπως και σε κάθε μορφή βίας, σκοπός είναι η διατήρηση του ελέγχου, η επίδειξη δύναμης και κυριαρχίας που θέλει να επιβάλει ο θύτης αλλά στην περίπτωση της συναισθηματικής βίας αυτό γίνεται με την υπονόμευση, με την υποτίμηση, τις απειλές, την απαξίωση, την παραμέληση, την ταπείνωση και την ανεργία, τη μοναξιά, τη μείωση της προσωπικότητας, την διάρρηξη της προσωπικής ζωής, τη σκληρή και άδικη κριτική, την κατάργηση της ανεξαρτησίας και της ελεύθερης βούλησης του θύματος, τον εξαναγκασμό και

την χειραγώγηση προς όφελος του θύτη.

Είναι σχεδόν πάντοτε προάγγελος της σωματικής βίας και δεν έχει ταυτιστεί ούτε με το φύλο ούτε με την ηλικία ούτε με την μόρφωση. Ο κοινός παρονομαστής είναι οι σχέσεις κυριαρχίας, δηλαδή ποιος εξαρτάται από ποιον!

Αυτού του είδους η κακοποιητική συμπεριφορά έχει μια δανειακή διάσταση, πράγμα που σημαίνει ότι οι σημερινοί θύτες έχουν υπάρξει με βεβαιότητα θύματα στο παρελθόν από το οικείο τους περιβάλλον συνήθως.

Ας δούμε τώρα μερικά από τα ολέθρια αποτελέσματα της ψυχολογικής βίας που φτάνουν μέχρι την υποτονικότητα και την μόνιμη καταθλιπτική ζωή του ανθρώπου που την έχει υποστεί. Το θύμα καταδικάζεται σε μια μόνιμη κατάσταση επισφάλειας, απομόνωσης, άρρωστης στασιμότητας και αδράνειας, ένα μόνιμο και διαρκές μούδιασμα και αμφισβήτηση των ικανοτήτων του, μια γενικευμένη διαταραχή άγχους, μια υιοθέτηση αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών και μια χλωμή αυτοδικία και αυτοεκτίμηση.

Κι ενώ η σωματική βία έρχεται αντιμέτωπη με την κατακραυγή όλων μας, η συναισθηματική βία, αφού μερικές φορές προσπαθεί να παραπλανήσει υποδυόμενη το νοιάξιμο, την προστασία και την φροντίδα ενάντια σε ανύπαρκτους κινδύνους, πολλές φορές δεν γίνεται ορατή και δεν τυγχάνει της ίδιας αποδοκιμασίας και της ίδιας εναντίωσης και της επακόλουθης διενέργειας επουλωτικών και διορθωτικών κινήσεων για την αντιμετώπισή της.

Τα άτομα αυτά που μεταχειρίζονται την ψυχολογική βία γνωρίζουν καλά πώς θα συμπεριφερθούν, έτσι ώστε να μας κάνουν να νιώσουμε ενοχικά και θα προσπαθήσουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι η βίαιη και συναισθηματικά κακοποιητική συμπεριφορά οφείλεται σε δικά μας λάθη και ελλείμματα (καθότι χειριστικοί) και θα προσπαθήσουν τις όποιες ανασφάλειές μας να τις χρησιμοποιήσουν εις βάρος μας. Ακόμη κάποιες φορές θα ισχυρίζονται πως είναι προς όφελος μας και γίνεται για το καλό μας.

Μια αρκετά συνετή και εύστοχη συλλογιστική σχετικά με την λειτουργία της ψυχολογικής βίας συνίσταται στο ότι άνθρωποι, οι οποίοι έχουν υιοθετήσει αυτόν τον τρόπο συμπεριφοράς, βιώνουν χαμηλή αυτοπεποίθηση και μια αυτοδικία γεμάτη ανασφάλεια και αποστροφή για τα δικά τους συναισθήματα. Άλλοτε εμφανίζονται σαν θύτες και άλλοτε σαν θύματα. Σαν θύτες αναπαριστούν τις βίαιες συμπεριφορές στις οποίες και αυτοί εκτέθηκαν

σε βίαια πλαίσια και όπου τους επιτρέπεται να το κάνουν, να το αναπαραγάγουν (κοινώς όπου τους παίρνει) και όταν κάποιοι εξαρτώνται από αυτούς. Άλλες φορές σαν θύματα (εκεί που δεν τους παίρνει) δείχνουν υποτέλεια και αναζητώντας την ασφάλεια που τους έχει λείψει ελκύουν κακοποιητικούς ανθρώπους, αφού είναι μια συμπεριφορά  γνωστή σε αυτούς από τα παιδικά τους χρόνια και αποτελεί για αυτούς μια μαθημένη συμπεριφορά πλέον.

Γι’ αυτό και δεν είναι καθόλου σπάνιο να δούμε έναν άνθρωπο να ενυπάρχει και να εξυπηρετεί και τους δυο αυτούς φαινομενικά αντιθετικούς ρόλους που όμως δεν είναι παρά οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που προσωπικά πιστεύω είναι ότι αυτό που δρα προληπτικά αλλά και αποτρεπτικά σε εμπλοκές συναισθηματικής κακοποίησης, εκτός της οχύρωσης σε μια ισορροπημένη και επαρκώς ικανοποιητική παιδική ηλικία, είναι η ίδια η σχέση που έχουμε με τον εαυτό μας! Σε αυτό πιστεύω ότι βρίσκεται και το κλειδί της προσωπικής μας ισορροπίας.

Αναλόγως με την εικόνα που εμείς οι ίδιοι χτίζουμε και διατηρούμε για τον εαυτό μας, αυτό το ίδιο θα καθρεφτίζουμε και στους άλλους που βρίσκονται απέναντι μας. Αν δεν πιστεύουμε στον εαυτό μας και ευνοούμε σχόλια εξορμητικής συμπεριφοράς είναι σαν να επιτρέπουμε ασυνείδητα στους άλλους να επιχειρήσουν κακοποιητικές σχέσεις μαζί μας.

Θεωρώ ότι όταν αγαπάμε και φροντίζουμε τον εαυτό μας, ενδυναμώνουμε το Εγώ μας και πιστεύουμε στις δυνατότητες μας τον ατσαλώνουμε έναντι σε κάθε κακόβουλη και κακοποιητική και ψυχοβλαβή συμπεριφορά.

Κατανοώ πολύ καλά ότι οι σύγχρονες και απαιτητικές συνθήκες με τις αυξημένες ανάγκες θα μας φέρουν πολλές φορές αντιμέτωπους σε σχέσεις ιεραρχίας και κυριαρχίας εναντίον μας. Πλήθος από κοινωνικές συμβάσεις, στερεότυπα και κανονιστικά πλαίσια θα επιχειρούν να διαρρήξουν την ελεύθερή μας βούληση. Η έλλογη και μετρημένη αντίδραση και οριοθέτηση εκ μέρους μας των επιτρεπτών σε κάθε περίπτωση συμπεριφορών μαζί με την ευθυκρισία και την εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, όσο κι αν μας δυσκολέψουν παροδικά. Τελικά θα έχουμε κερδίσει πολλά περισσότερα έχοντας διασφαλίσει τον αυτοσεβασμό μας, την

αξιοπρέπειά μας, την ανθρωπιά μας, την συγκρότηση αυτοδύναμης και αυτόβουλης προσωπικότητας που θα αξίζει να αγαπά και να αγαπιέται

ΘΑ ΕΧΟΥΜΕ ΚΕΡΔΙΣΕΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ!


Χατζηφωτίου, Σ. (2005). Ενδοοικογενειακή Βία κατά των γυναικών και των παιδιών. ∆ιαπιστώσεις και προκλήσεις για την Κοινωνική Εργασία. Θεσσαλονίκη: Τζιόλας.

Gritzonas, K. (2001). Ομάδες Συμβίωσης: Ησυντροϕική απάντηση στη βία και τον εγκλεισμό [Symbiosis Groups: Comradeship as a Response to Violence and Confinement]. Athens: Filistor. From Poetic Anamnesis to Political Commemoration73.

Τούκας, Δ., Δεληχάς, Μ., & Καραγεωργίου, Α. (2012). Εννοιολογικοί ορισμοί και αιτιολογικοί παράγοντες της ψυχολογικής βίας στην εργασία. Ο ρόλος τους στην αξιολόγηση της επικινδυνότητας του φαινομένου mobbing, Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής29(2), 162-173.

Βιβιλάκη, Β. Γ., Δάγλα, Μ. Ι., & Πατελάρου, Ε. (2015). Βία κατά των γυναικών.