Κείμενο: Μάνθος Μυριούνης
Ψυχολόγος/Ψυχοθεραπευτής

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Μέσα στην γενικότερη απαξία και σύγχυση των ανθρώπινων πεπραγμένων και σχέσεων, η μοναξιά του ανθρώπου λαμβάνει ολοένα και ογκοδέστερες διαστάσεις, ενισχύει και διαφοροποιεί τα ποιοτικά της στοιχεία στην κάθε περίπτωση και τελικά κοντεύει να γίνει ένα δυσάρεστο, απάνθρωπο και φυσικά απευκταίο κατεστημένο και γεγονός που στιγματίζει δραματικά κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Ο καθένας από μας, σε κάποιον εσωτερικό του διάλογο, θα έχει αναρωτηθεί κάποια στιγμή ποιους και πόσους ανθρώπους έχει πραγματικά και ουσιαστικά δίπλα του, πόσοι άνθρωποι από αυτούς που συναντά στη ζωή του έρχονται και παρέρχονται δίχως να δημιουργηθεί κανενός είδους σχέση αλλά και ποιοι είναι εκείνοι οι συνδετικοί δεσμοί και τα χαρακτηριστικά που θα θέλαμε να έχει ένας συνάνθρωπός μας για να ενταχθεί έστω και για κάποιο διάστημα στον κύκλο που κάνουμε παρέα, συντροφιά, δεσμό και τελικά πόσοι είναι αυτοί που υπολογίζουμε και μας υπολογίζουν ότι έχουμε και θα δώσουμε την υποστήριξή μας σε μια στιγμή που θα το χρειαστούμε.

Το αντιφατικό σε αυτή την πραγματικότητα είναι ότι, ενώ περιτριγυριζόμαστε καθημερινά από πολλούς ανθρώπους και σε διάφορα πλαίσια, λείπει εκείνη η μαγικά συγκολλητική ουσία, η ανταλλαγή των συναισθημάτων και των σκέψεων, όχι απαραιτήτως και η σύμπτωση απόψεων που θα μας κάνει να ομολογήσουμε ότι υπολογίζουμε σε μερικούς ανθρώπους και τους δίνουμε την δυνατότητα να υπολογίζουν και αυτοί σε μας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στις κατακλυσμιαίες εξελίξεις της τελευταίας δεκαετίας, ο άνθρωπος έχει κλειστεί σαν στρείδι στον εαυτό του, ο φόβος που έχει διασπαρεί παντού τον έχει κάνει όλο και πιο επιφυλακτικό και αμυντικό στις σχέσεις του. Και φυσικά αυτό που περιγράφω παραπάνω μόνο φυσιολογικό δεν είναι, αλλά τα πράγματα αποκτούν μια πιο βαρύνουσα και δυσανεκτική σημασία όταν πρόκειται για ανθρώπους οι οποίοι δεν μπορούν να είναι -ή δεν τους επιτρεπέται να είναι- ολοκληρωτικά αυτόνομοι, ένεκα κάποιων ιδιαιτεροτήτων, ειδικών αναγκών και δυσκολιών που έτυχε να αντιμετωπίζουν ή μπορεί να είναι έγκλειστοι ηθελημένα ή μη σε περιορισμένο περιβάλλον όπως οι ηλικιωμένοι, οι ασθενείς, οι μοναχικοί, οι πιο εσωστρεφείς, ακόμη και οι πιο ντροπαλοί.

Κι ενώ όλοι ως ανθρωπότητα συνομολογούμε την σπουδαιότητα του ‘’σχετίζεσθαι” στην ανάπτυξή μας και την εξέλιξή μας, στις περιπτώσεις που συνάνθρωποί μας είτε επειδή έχουν να ξεπεράσουν κάποια φυσικά ή μη εμπόδια στον χώρο είτε στην επικοινωνία, στην κίνηση είτε μπορεί να ζουν με κάποια ιδιαιτερότητα ή ειδική ανάγκη και συνθήκη, δεν είμαστε αρκετά ώριμοι να μην τους κατηγοριοποιήσουμε και σύμφωνα με αυτήν την ιδιαιτερότητά τους να τους εντάξουμε στο ανθρώπινα συντροφικό δίκτυό μας, αλλά ούτε να διευκολύνουμε τις συνθήκες εκείνες με βάση τις οποίες ο κοινωνικός και ανθρώπινός τους κύκλος θα μπορέσει να αναπτυχθεί με ίσες ευκαιρίες και με ισότιμες εφαρμογές.

Έτσι είτε μιλάμε για Αμεα είτε για ανθρώπους πιο μοναχικούς είτε για πιο ηλικιωμένους και ανθρώπους χωρίς μεγάλο οικογενειακό και συγγενικό κύκλο, η κοινωνία των συνανθρώπων και των συγκατοίκων σε μια πόλη δεν τους προσφέρει συχνά ακόμη και καθόλου την δυνατότητα της συντροφικότητας, της παρέας, της κοινής τέλος πάντων ύπαρξης σε στιγμές πιο χαλαρές και εμπιστευτικές. Ούτε καν της απλής και ανέξοδης διευκόλυνσης πρόσβασης, επικοινωνίας και συμμετοχής σε απλές και κοινές για όλους δραστηριότητες.

Οι κοινωνικές υπηρεσίες κάνουν την όποια δουλειά κάνουν, οι επαγγελματίες του είδους και αυτοί την δουλειά τους, αλλά μένει ένα δυσεπίλυτο και κακότροπο κενό που μας υπενθυμίζει βασανιστικά την κοινωνία της απανθρωπιάς στην οποία όλοι μας συμμετέχουμε. Η προσωπική μου άποψη είναι ότι όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη απ’ όλους… Αλλά εντάξει αυτό ακούγεται αρκετά ονειροπόλο και μερικώς ανεδαφικό τουλάχιστον για τις σημερινές κοινωνικές συνισταμένες. 

Η εμπειρία μου είναι ότι, όταν οι άνθρωποι, έστω επηρεαζόμενοι από κάποιες συνθήκες και ψευδεπίγραφες ανάγκες, δυσκολεύονται να φερθούν με  χαρακτηριστικά που τους ορίζουν ως τέτοιους (ως ανθρώπους), τότε έρχονται τα ζώα να αποδείξουν για άλλη μια φορά πως είναι ισάξιος και πληρέστερος σε πολλά συγκάτοικός μας και φυσικά ισότιμος και ισάξιος σε αυτόν τον πλανήτη.

Για να γίνω πιο σαφής και συγκεκριμένος είναι τεράστιο το πλήθος και των παραδειγμάτων αλλά και των ερευνών τα τελευταία χρόνια που μας υποδεικνύουν ότι οι φίλοι μας τα ζώα με την αυξημένη ενσυναίσθησή τους μας εκπλήσσουν όλο και πιο θεαματικά και φανερά όταν βρίσκουν τρόπους και λύσεις, διαθέτουν ιδιότητες και κάνουν πράξεις οι οποίες έχουν εκπληκτικά θετικά αποτελέσματα και θεραπευτικές συμπεριφορές που αναπληρώνουν πλήρως την ανθρώπινη απουσία και εξουδετερώνουν επαρκώς την ανθρώπινη αδιαφορία.

Τα ζώα με την άδολη, ανιδιοτελή, ευγενική και αδιάκοπη αγάπη που προσφέρουν στον άνθρωπο ό,τι περισσότερο μπορούν με ελάχιστα να ζητούν σαν αντάλλαγμα και με το βασικότερο να μας υπενθυμίζουν με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο πως μπορεί να μην έχουν το έλλογο και νοητικό περιεχόμενο που ως άνθρωποι εμείς νομίζουμε πως μονοπωλούμε, όμως το συναισθηματικό τους περιεχόμενο είναι σαφέστατα πολυδιάστατο και πολυποίκιλο. Και κάτι άλλο: όσο νοητικό υπόβαθρο έχουν θα το χρησιμοποιήσουν χωρίς να προσπαθήσουν με δόλιο τρόπο να βλάψουν τον διπλανό τους. Με την τρυφερότητά τους, την συντροφικότητά τους, την χαρά, την ηρεμία, την χαλάρωση και την παιχνιδιάρικη διάθεσή τους μας χαρίζουν ευχάριστες στιγμές και μια ανανεωμένη διάθεση για χαρά και ζωή πιο ζωντανή και γνήσια, πιο ξέγνοιαστη. Στους ανθρώπους που ανήκουν σε κάποιες ειδικές κατηγορίες βέβαια, μπορεί να χαρίσουν πολύ περισσότερα και να αποδειχτούν οι πιο ωφέλιμοι και χρήσιμοι από κάθε άποψη φίλοι και βοηθοί, αλλά πιο ενδελεχώς θα τα περιγράψω στο επόμενο μέρος του άρθρου μου.

Το παράδειγμά τους είναι σε πολλές περιπτώσεις πολύ χρήσιμο να γίνει κτήμα των ανθρώπων σε πολλές καταστάσεις και να μας αλλάξει τον τρόπο σκέψης. Έτσι συνοπτικά κι ενδεικτικά θα αναφέρω μερικές: όσες φορές και να πέσουν ή δεν καταφέρουν κάτι, συνεχίζουν να προσπαθούν δίχως να απογοητεύονται, θα ξανασηκωθούν και θα επαναλάβουν ακούραστα το εγχείρημά τους. Μας διδάσκουν την επιμονή, την καρτερικότητα και την γενικότερη δύναμη που χρησιμοποιούν προκειμένου να πετύχουν τον στόχο τους.

Βασικό τους και ξεχωριστό τους προσόν είναι ότι δεν διακατέχονται από εγωισμό και δεν κρατούν απωθημένα και θυμό για πολύ, αφού μπορούν να συγχωρέσουν κάθε μη επιτρεπτή συμπεριφορά μας και μας ξαναγαπούν και εμπιστεύονται με την ίδια δύναμη και το ίδιο άδολα και ανιδιοτελώς. Μπορούν να μας υπερασπιστούν σε οποιαδήποτε συνθήκη χωρίς να εξετάσουν τις δυνατότητες ή τα μεγέθη του αντιπάλου, αφού ο μόνος τους γνώμονας είναι η ακεραιότητά μας και η υπεράσπισή μας, ανεξάρτητα από τι μπορεί και τι δεν μπορεί… τους φτάνει ότι το θέλουν και θα θυσιαστούν για να το προσπαθήσουν.

Η πίστη τους σε πολλές περιπτώσεις έχει μείνει παροιμιώδης και μπορούμε να θυμηθούμε τέτοια παραδείγματα από την αρχαιότητα, με τον σκύλο του Οδυσσέα και το άλογο του Μέγα Αλέξανδρου μέχρι και τωρινά του Χάτσικο και του Λουκάνικου. Με την γλυκιά τους παρουσία μας συμπαρασέρνουν σε μια πιο χαρούμενη διάθεση και με τον δικό τους τρόπο μας προτρέπουν να φανούμε λιγάκι πιο ζωντανοί και δεκτικοί προς τον συνάνθρωπό μας, αφού μας ωθούν να χαρίζουμε πιο εύγλωττα και ξεκάθαρα τα συναισθήματά μας και οφείλουμε να δείχνουμε περισσότερη κατανόηση εκεί που χρειάζεται.

Πάνω τους προβάλουμε και καθρεφτίζουμε την αγάπη που θα θέλαμε να πάρουμε και που άδικα σε κάποιες περιπτώσεις δεν μας προσφέρεται και, παρατηρώντας αυτούς τους φίλους μας, προσπαθούμε όλο και περισσότερο να αναδείξουμε τον καλύτερό μας εαυτό. Είναι σίγουρα οι μοναδικοί μας φίλοι που ποτέ δεν θα μας κρίνουν ούτε αποδοκιμάζουν καμία μας ενέργεια, μας δίνουν κάθε ελευθερία επιλογής και θα μας παρηγορήσουν σε κάθε περίπτωση που τα πράγματα δεν πήγαν έτσι όπως τα είχαμε υπολογίσει ή υποθέσει.

Δεν μπορώ να ξέρω γιατί συμβαίνει, αλλά μερικά ζώα και ιδίως ο σκύλος, έχουν μια σαφή προτίμηση και προσκόλληση στον αδικημένο, τον κουρασμένο, τον ταλαιπωρημένο και αγωνιστή συνάνθρωπό μας. Πιθανόν να το έχει αποκτήσει αυτό το ένστικτο από την καθημερινή του επαφή με την δυσκολία, την μοναξιά με την οποία έρχεται συχνά σε επαφή και την απογοήτευση που αντιμετωπίζει στις περισσότερες των περιπτώσεων. Πρέπει να γνωρίζει τι θα πει πόνος, εγκατάλειψη, κακοποίηση, παραμέληση, κακουχίες, λύπη και θλίψη… αλλιώς δεν εξηγείται πώς μπορεί να διδάξει με τις πράξεις του ήθος και ανθρωπιά, όταν κάνει παρέα στους ηλικιωμένους που τα παιδιά τους τους έχουν παρατήσει σε κάποιο ίδρυμα, όταν συντροφεύουν τους άρρωστους συγγενείς μας που μένουν σε κάποιο ξενώνα, όταν κάνουν παρέα και διευκολύνουν στο δρόμο και στην βάδιση το φίλο μας που είναι άνθρωπος με ειδικές ανάγκες και που έχουμε καιρό να τον δούμε, όταν ζεσταίνει και ζεσταίνεται από τον άγνωστο ή γνωστό άστεγο όταν περνάμε αδιάφορα από μπροστά του.

Ακόμη θα είναι δίπλα στον χτεσινό μας φίλο, που τώρα έχασε το κοινωνικό του εκτόπισμα και στάτους, την κοινωνική και οικονομική του επιφάνεια και εμείς δεν θα έχουμε κανέναν λόγο να τον χαιρετήσουμε, μπορεί ακόμη και να ντραπούμε για το τι θα πουν οι άλλοι που θα μας δουν… αυτός όμως, ο σκύλος, το ζωντανό, θα περπατά δίπλα του πιστά και συντροφικά.

Ίσως γιατί ξέρει τι θα πει αχαριστία, τι είναι δοτικότητα, τι σημαίνει μοναξιά…

Συνεχίζεται…

Τα ζώα μοιράζονται με εμάς το προνόμιο να έχουν ψυχή! (η ρήση ανήκει στον Πυθαγόρα.)