Κείμενο: Άννα Ζανιδάκη
Συγγραφέας

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Δημοκρατικά επικρατούν πολλές φορές τα συναισθήματα, γιατί έτσι έχουμε μάθει είτε από τους γονείς μας είτε από την εκπαίδευση και τη μόρφωση που παίρνουμε από το σχολείο.

Το πιο εύκολο και φυσικά αυτονόητο, θα ήταν ο τρόπος με τον οποίο καταφέρνουμε να συμπεριφερόμαστε και να φερόμαστε στους απέναντί μας είτε είναι φίλοι είτε είναι εχθροί μας. Το μόνο που μας κάνει φυσικά να ξεχωρίζουμε από τα ζώα είναι το μυαλό, η σκέψη και φυσικά η γλώσσα. Μα η γλώσσα κόκαλα δεν έχει, λέει ο λαός μας, και κόκαλα τσακίζει.

Δεν  είναι τυχαίο όλο αυτό, καθώς πολλά άτομα ασκούν, εκτός από τη σωματική βία που είναι απολύτως κατακριτέα από όλους μας και όλες μας, τη λεκτική βία, η οποία είναι ακόμα χειρότερη και με αυτήν υποβάλλεις τον άλλο στο μαρτύριο της απαξίωσης, του παραγκωνισμού, μα κυρίως σε ένα ζωντανό θρήνο και θάνατο που έρχεται αργά καταλυτικά.

Τα συναισθήματα, όμως, δέχονται μια υποβάθμιση, μια υποδούλωση υπό το καθεστώς του αφέντη και συνάμα δικτάτορα που επιβάλλει με το έτσι θέλω και με το δικό του βίαιο, αδικαιολόγητο και παραβατικό τρόπο, τι άλλο; τη δήθεν αγάπη του, που μόνο πνίξιμο και ασφυκτικό κλοιό μπορεί να προσφέρει.

Αυτά τα καημένα τα συναισθήματα βάλλονται από παντού, όταν γίνει αισθητή και απόλυτα βάσιμη η κακοποίησή τους είτε αφορά άντρα είτε γυναίκα. Γιατί σ’ αυτά τα χρόνια, τα μεταλλαγμένα που διανύουμε, δεν είναι και λίγοι οι άντρες που δέχονται έναν υποτυπώδη θα έλεγα ευνουχισμό, όχι τόσο των συναισθημάτων τους, που και αυτά δηλώνουν απόντα, αλλά και μια κακοποίηση από δήθεν χειραφετημένες γυναίκες που αποσκοπούν στη δική τους προσωπική ανωτερότητα, τάχα ιεραρχική, τάχα μητριαρχική, μα κατά τα άλλα και κατά βάθος μια αρρωστημένη κατάσταση που έχει σημαντικό αντίκτυπο.

Τα  σήμαντρα ενοχής πολλές φορές αισθάνονται αθώες ψυχούλες, τα παιδιά, τα οποία νιώθουν ότι δεν προστάτευσαν τις μητέρες τους κατά το πλείστον και ότι φάνηκαν ανίκανα να τη σώσουν από το ζωντανό απαξιωτικό και απάνθρωπο μαρτύριο, εντός και εκτός του εγγάμου βίου, μέσα στον οποίο κάποτε είχαν αγαπηθεί οι γονείς τους και είχαν δώσει όρκους αιώνιας στήριξης, αγάπης και συμπάθειας.

Η ζωή μας επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις, θετικές ή αρνητικές, μα πάντα πρέπει εμείς οι ίδιοι να βοηθάμε τους εαυτούς μας και μόνο εμείς. Θα παίρνουμε, όσο το δυνατό γίνεται, δύναμη εσωτερική που θα αντικατοπτρίζεται απλά σ’ εκείνο το δυνατό κομμάτι του χαρακτήρα μας, το οποίο φυσικά δε συμφέρει και δε θέλουν οι άλλοι να βλέπουν σε εμάς, με αποτέλεσμα να θέλουν να μας χειραγωγούν και να αποτελούμε δικά τους παντοτινά υποχείρια.

Ποιος, όμως, θα βρεθεί σε θέση να αντιμετωπίσει και να δώσει την απαιτούμενη απάντηση σε εκείνα τα συναισθήματα, που ολονυχτίς και ολημερίς, πασχίζουν να αποκτήσουν σάρκα και οστά, υπόσταση και ανάστημα ενάντια στη δικτατορία που κάποια άλλα κακεντρεχή και κακόβουλα συναισθήματα θέλουν να επιβάλουν με την υπεροχή τους, την παρουσία τους και τον επεκτατισμό τους;

Η απάντηση βρίσκεται μέσα μας, το είναι μας ας αντισταθεί… καιρός πια είναι.