Κείμενο: Βίκυ Παπαδημοπούλου
Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας

Επιμέλεια: Χαρούλα Ξανθοπούλου
Φιλόλογος


Σε ένα μοναχικό παγκάκι μέσα σ’ ένα πάρκο γεμάτο δέντρα και πράσινο μας βρήκε το πρωινό. Καθόταν στη μια γωνία και εγώ στην άλλη. Επιθυμούσε μια απόσταση. Ποτέ κοντά. Ούτε χειραψίες, ούτε χαμόγελα, ούτε πολλά λόγια. Λίγα και καλά. Δεν μιλούσε, είχε όμως τόση εκφραστικότητα που λες και δεν χρειαζόταν να πει τίποτα. Κοιτούσε ευθεία μπροστά σαν άγαλμα και δεν του αποσπούσε τίποτα την προσοχή από εκεί που ήταν προσηλωμένος. Θαρρείς και κάτι συγκεκριμένο έβλεπε που κανείς άλλος δεν μπορούσε να δει. Με είχαν ενημερώσει από την αρχή: «Χάνεις τον χρόνο σου. Είναι χαμένος σ’ έναν δικό του κόσμο». Έβαλα όμως ένα προσωπικό στοίχημα και ήμουν αφιερωμένη σ’ αυτή την αποστολή που έπρεπε να φέρω εις πέρας με μόνο όφελος απλά να τον βοηθήσω. Αυτό ήθελα. Πόσα πρωινά, πόσα μεσημέρια, πόσα απογεύματα μας βρήκαν στην ίδια θέση, στο ίδιο μέρος. Εγώ να μιλάω, να ρωτάω και μετά σιωπή. Να χανόμαστε και οι δυο στις σκέψεις μας. Πόσο λυτρωτικές ήταν εκείνες οι στιγμές που απλά δεν είχαμε τίποτα να πούμε, που δεν προσπαθούσα να πω τίποτα για να σπάσω την σιωπή. Λες και πρέπει να έχουμε πάντα κάτι να πούμε. Καμία φορά τα λόγια είναι περιττά, φτωχά, λίγα. Κάπως έτσι αποφάσισα να σεβαστώ την σιωπή του και να την ακολουθήσω. Ίσως και αυτή να είχε πολλά να μας πει. Μια μυστική συνομωσία, περίεργη, σιωπηλή. Μόνο δική μας. Με τον καιρό άρχισε να μας συνδέει και όλως παραδόξως οι συναντήσεις μου μαζί του ήταν η πιο ωραία στιγμή της ημέρας. Η απόσταση που μας χώριζε ήταν γεμάτη ενέργεια. Ίσως να ήταν το συνονθύλευμα των τόσων σκέψεων που έμεναν αποθηκευμένες στο μυαλό μας. Απλά δεν λέγαμε τίποτα και όταν ερχόταν η ώρα να φύγουμε απλά κοιτιόμασταν και μ’ ένα υποτιθέμενο νεύμα χαιρετιόμασταν. Κάτι ήταν και αυτό, γιατί στις αρχές ούτε καν με κοίταζε. Αναρωτιέμαι αν είχε προσέξει ποτέ πως είμαι. Αυτό όμως ήταν κάτι που σίγουρα δεν τον απασχολούσε. Νομίζω πως είχε αποφασίσει συνειδητά να αποσυρθεί. Τίποτα δεν τον απασχολούσε, όμως κάτι ήταν φυλαγμένο καλά μέσα στην ψυχή του το όποιο δεν ήταν διατεθειμένος να το μοιραστεί με κανέναν. Ο Σωκράτης είναι 33 χρονών. Το ιστορικό του το έμαθα από τους γονείς του προτού καν τον συναντήσω. Δυο άνθρωποι απελπισμένοι που το μόνο που θέλουν να δουν είναι το χαμόγελο στα χείλη του παιδιού τους. Θα έκαναν τα πάντα γι’ αυτό. Ο Σωκράτης ήταν από μικρός ένα πολύ έξυπνο παιδί, πολύ κάλος μαθητής και υπόδειγμα. Σε όλα καλός. Στις γλώσσες, στα αθλήματα, σε όλα πρώτος. «Ο καλύτερος», όπως χαρακτηριστικά μου είπαν. Στο πανεπιστήμιο άριστος. Όλοι είχαν να πουν μια καλή κουβέντα για αυτόν. Ωστόσο ήταν ανέκαθεν ένα μοναχικό παιδί που το μόνο που έκανε πάντα ήταν να προσπαθεί για να φτάσει ένα στόχο, να πετύχει κάτι. Αυτό το κάτι που θα τον έκανε ξεχωριστό και θα έκανε τους γονείς του περήφανους. Τι ήταν αυτό που τον έφτασε σε αυτό το σημείο της παραίτησης, κάνεις δεν ξέρει. Μια μέρα γύρισε από το πανεπιστήμιο σπίτι, κάθισαν όλοι μαζί να φάνε το καθιερωμένο μεσημεριανό φαγητό. Έμοιαζε κακόκεφος παραπάνω από το συνηθισμένο και τον ρώτησαν αν ένιωθε άρρωστος, αν είχε κάτι και όπως πάντα λιγομίλητος τους απάντησε: «Μην ανησυχείτε, δεν είναι τίποτα». Όταν σηκώθηκε για να αφήσει το πιάτο του στο νεροχύτη έπεσε κάτω. Λιποθύμησε. Αυτό ήταν. Από τότε ξεκίνησε ο Γολγοθάς μας. Η μητέρα του όλο κλαίει. Ο πατέρας του κοιτάει κάτω σκεφτικός. «Μην ανησυχείτε», αυτές ήταν οι τελευταίες κουβέντες του. Από εκείνη την ημέρα δεν ξαναμίλησε. Δεν ξαναβγήκε από το σπίτι με δική του πρωτοβουλία και δεν κάνει τίποτα, κοιτάει το κενό. Χαζεύει τηλεόραση χωρίς ουσιαστικά να παρακολουθεί. Τον έχουμε πάει σε όλους τους γιατρούς, τους καλύτερους. Οργανικά δεν έχει τίποτα. Ψυχολογικό λένε, αλλά εμείς δεν ξέρουμε απ’ αυτά. Ο ψυχίατρος που τον παρακολουθεί λέει ότι έχει βαριάς μορφής κατάθλιψη και του χορηγεί κάτι χάπια. Αυτός μας είπε να τον πάμε και σ’ έναν ψυχολόγο αλλά δεν πιστεύει ότι θα γίνει κάτι. «Έτσι τυπικά, είπε, «για να πείτε ότι το κάνατε και αυτό». Τον πήγαμε σε δυο-τρείς αλλά όταν καταλάβαινε ότι τον ξαναπηγαίναμε εκεί το έβαζε στα πόδια και ξαναγυρνούσε μονός του σπίτι. Ακόμα και σε μένα όταν ήρθε και άρχισα να του μιλάω σηκώθηκε να φύγει. Επειδή όμως οι γονείς του μου είπαν να τον προσέχω όση ώρα θα διαρκούσε η συνεδρία τον παρακάλεσα να μείνει τουλάχιστον μέχρι να έρθουν αλλά δεν άκουγε τίποτα, και απλώς περπατούσε προς την έξοδο. Έτσι αναγκάστηκα να τον ακολουθήσω. Είχα την ευθύνη. Κάπως έτσι καταλήξαμε σ’ αυτό το παγκάκι που είναι ο τόπος συνάντησης μας δύο φορές την εβδομάδα. Έρχεται πλέον ανελλιπώς. Συνήθως φτάνει πριν από εμένα και με περιμένει. Οι γονείς του δεν το πιστεύουν. «Σίγουρα του κάνεις καλό», μου λένε, «γιατί είναι το μόνο που κάνει με την θέληση του». «Τι λέτε; Πώς τον βλέπετε;»

Δεν λέμε τίποτα. Ας του δώσουμε τον χρόνο που χρειάζεται. Καμία φορά και αυτό είναι θεραπευτικό. Εγώ τουλάχιστον δεν νιώθω την ανάγκη να τον πιέσω για κάτι. Αυτό το καταλαβαίνει και μάλλον του λέει πολλά γιατί πιστεύω ότι ο Σωκράτης από πολύ μικρός είναι βαθιά καταπιεσμένος. «Αν η σιωπή είχε φωνή, τί θα έλεγε;», αναρωτήθηκα φωναχτά μια μέρα και μετά από μισή ώρα συνεδρία που κοιτούσαμε και οι δύο το κενό. Φυσικά δεν πήρα καμία απάντηση, όχι ότι είχα ρωτήσει γιατί περίμενα απάντηση· έτσι απλά μου βγήκε. Αυτή τη φορά καθώς φεύγαμε νομίζω πως είδα μια υποψία χαμόγελου, αλλά και πάλι δεν είμαι σίγουρη· μπορεί και να το φαντάστηκα. Την επόμενη φορά τον είδα καθώς πήγαινα από μακριά. Όταν πλησίασα είδα στην θέση μου ένα τριαντάφυλλο κομμένο από κήπο. Ξαφνιάστηκα. Δεν ήξερα τι να πω και αν έπρεπε να πω κάτι. Τελικά αποφάσισα να μην πω τίποτα. Την επομένη φορά ήθελα κάπως να τον ευχαριστήσω για αυτήν την ευγενική χειρονομία αλλά δεν έβρισκα κάτι τόσο γλυκό και όμορφο. Μετά από πολύ σκέψη κατέληξα να του γράψω κάτι:

«Ευχαριστώ που μου έμαθες την επικοινωνία μέσω της σιωπής. Χάρη σ’ εσένα και τον ξεχωριστό σου τρόπο, βρήκα μέσα μου μια ήσυχη γωνιά».

Του το έδωσα μέσα σ’ ένα μικρό φακελάκι λίγο πριν τελειώσουμε. Δεν το κοίταξε, μόνο το έκλεισε με τα δυο του χέρια. Περίμενε να τελειώσει ο χρόνος μας και έφυγε. Έμεινα εκεί για ακόμα λίγο. Κάτι με κρατούσε και εξ’ άλλου ηρεμούσα απίστευτα. Άδειαζα και ξαναγέμιζα. Δεν ήταν όμως το ίδιο χωρίς τον Σωκράτη. Ένιωσα μοναξιά και έφυγα. Πόση δύναμη έχει μια ανθρώπινη παρουσία; Ποσό αναλωνόμαστε να ψάχνουμε τρόπους για να έρθουμε πιο κοντά όταν είναι τόσο απλό; Απλά να υπάρχουμε δίπλα ο ένας στον άλλον είναι καμία φορά αρκετό. Συνεχίσαμε να βρισκόμαστε χωρίς άλλες εκπλήξεις. Όπως πριν. Το περίεργο είναι ότι αισθανόμουν ότι ο Σωκράτης ήταν καλύτερα. Κάτι είχε αλλάξει στο πρόσωπο, στην αύρα του, κάτι ένιωθα διαφορετικό. Μια μέρα όπως καθόμασταν έβγαλε μια φωτογραφία από το μπουφάν του. Την κοιτούσε για αρκετή ώρα ώσπου στο τέλος μου την έδωσε. Ήταν ο ίδιος μαζί με μια γυναίκα αγκαλιά, χαρούμενοι, ευτυχισμένοι, αγαπημένοι. Τι συνέβη άραγε; Η κοπέλα αυτή ήταν η αιτία ή μήπως υπήρξε η αφορμή; Μετά από λίγο του την έδωσα πίσω.

Λίγο πριν φύγουμε την έσκισε σε πολύ μικρά κομματάκια και με ένα ύφος αποφασιστικότητας και αδιαφορίας την πέταξε στα σκουπίδια. Έμεινα και τον κοιτούσα που απομακρυνόταν. Όταν πια ήταν αρκετά μακριά γύρισε και με κοίταξε. Χαμογελούσε.

Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα. Ο Σωκράτης αποφάσισε να φύγει μακριά από όλους και όλα. Έγραψε ένα γράμμα στους γονείς του που απλά τους ανακοίνωνε την απόφαση του να πάει στο εξωτερικό για μια νέα αρχή.

«Αισιόδοξο μου ακούγεται», είπα στους γονείς του όταν με πήραν να με ενημερώσουν. Θα βρει τον δρόμο του».

«Έχει αφήσει ένα γράμμα και για εσάς».

Ας μπορούσα να περάσω όλο το ταξίδι τούτο αμίλητος. Μια κούρα πυθαγόρεια να καθαρίσω απ’ όλα τα λόγια που άκουσα και είπα, να αφήσω τη σιωπή ν’ απλωθεί δροσάτη καταπράσινη σαν περικοκλάδα στα σωθικά μου. Μα οι άνθρωποι είναι κοπάδι, δεν σε αφήνουν. Ζητούν να πιαστούν ο ένας από τον άλλον, να ακουμπήσουν σαν τα πρόβατα λαιμό με λαιμό. Φοβούνται τη σιωπή. Η φλυαρία μονάχα μπορεί να στερεώσει την καρδία τους. (Ν. Καζαντζάκης)

«Ευχαριστώ για την υπομονή την κατανόηση και τη σιωπή. Με δέχτηκες όπως ακριβώς είμαι».