‘Αρθρο: Αλεξάνδρα Δεδικούση  Ψυχολόγος

Μ.Sc Σχολικής- Εξελικτικής Ψυχολογίας


Είναι φοβερά ενδιαφέρον να κάνουμε μία αναδρομή στην κατασκευή της θηλυκής ταυτότητας αναφορικά με το σεξ τα τελευταία εκατό χρόνια. Η γυναίκα του 1925 θεωρούνταν ένα ασεξουαλικό πλάσμα, το οποίο συμμετέχει στο σεξ αντικειμενοποιούμενο προς εξυπηρέτηση της ηδονής του άνδρα. Το 1945 μελετάται για πρώτη φορά ο γυναικείος οργασμός και εντοπίζονται οι δυσκολίες που πολλές γυναίκες έχουν στη βίωσή του. Σταδιακά, το ενδιαφέρον για τον οργασμό παύει να είναι μονόπλευρο και ο οργασμός γίνεται αντιληπτός σα διαδικασία με αρχή, μέση και τέλος και όχι σαν στιγμιαία εκδήλωση ανακούφισης. Πλέον, βρισκόμαστε στο σημείο όπου ηδονή και οργασμός είναι διακριτές φάσεις κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης για μια γυναίκα.Ο οργασμός της έρχεται από πολλά όχι από ένα σημείο και, πια, μιλούμε για τη γυναικεία εκσπερμάτιση μελετώντας πώς αυτή επιτυγχάνεται και ποιά είναι η σύστασή της. Σίγουρα, έχουμε κάνει προόδους και η γυναίκα από ασεξουαλικό αντικείμενο που ήταν κάποτε, έχει αποκτήσει αυτενέργεια και ενεργό, υποκειμενικό ρόλο στη σεξουαλική πράξη.

Παρόλ’ αυτά, είναι εντυπωσιακό το γεγονός της εμμονής των βασικών νορμών, των πυρηνικών πεποιθήσεων που αφορούν τη γυναικεία σεξουαλικότητα και τον τρόπο, τις συνθήκες μέσω των οποίων αυτή μπορεί να κάνει σεξ. Μεγαλώναμε και, εν μέρει, μεγαλώνουμε τα παιδιά μας διαφορετικά, διαπαιδαγωγώντας τα με ξεχωριστούς άξονες αναφορικά με τη σεξουαλικότητά τους και το κατάλληλο πλαίσιο έκφρασής της. Τα αγόρια, οι μελλοντικοί άνδρες, μπορεί να διαπαιδαγωγούνται με την πεποίθηση ότι αγαπάμε μια φορά στη ζωή μας (μπορεί και όχι), αλλά το σεξ και η αγάπη, ο έρωτας είναι ένα πράγμα εντελώς διακριτό και ανεξάρτητο για αυτά. Ο άνδρας μπορεί να κάνει σεξ με πολλές και, ίσως, να αγαπήσει μόνο μία. Ο οργασμός του αποτελεί κρίσιμη βιολογική ανάγκη, κάτι σαν απελευθέρωση τοξινών και έχει μια φυσική επιτακτικότητα, θέτοντάς τον έτσι στο απυρόβλητο ακόμη και όταν απατά τη γυναίκα που αγαπά με άλλες, απλώς για να ικανοποιήσει μια βιολογική του ανάγκη.

Αντίθετα, τα κορίτσια, οι μελλοντικές γυναίκες διαπαιδαγωγούνται εντελώς διαφορετικά. Σεξ και έρωτας είναι συνδεδεμένα και η γυναίκα κάνει έρωτα μόνον εάν και εφόσον αγαπάει. Ποτέ από απλή βιολογική ανάγκη, ποτέ αν δε θέλει να θεωρηθεί ελευθέρων ηθών. Ακόμη και ο αυνανισμός είναι θέμα ταμπού για τις γυναίκες, ενώ αντίθετα για τους άνδρες είναι δεδομένο γεγονός, τόσο που το «μαλάκα» για τους άνδρες είναι φιλική προσφώνηση και η αυτοικανοποίηση τους συχνό ανέκδοτο. Υπάρχει μία ομίχλη γύρω από το θέμα της αυτοικανοποίησης των γυναικών, ένα ταμπού και μία ντροπή, γεγονός καθ’ όλα αφύσικο, μιας και οι ανάγκες των δύο φύλων είναι ίδιες και απαράλλακτες.

Ο άνδρας σέβεται τη γυναίκα του εάν δεν τη βλέπει ωμά σεξουαλικά και αν την απατά με άλλες για αυτόν τον λόγο. Η γυναίκα είναι πουτάνα εάν ικανοποιεί τη σεξουαλική της ανάγκη έξω από τα πλαίσια μιας σχέσης αγάπης. Ξαναλέω, σίγουρα έχουν γίνει πρόοδοι στο θέμα, όμως κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την ανισομέρεια που υπάρχει ανάμεσα στα δύο φύλα.

Η πρώτη σεξουαλική εμπειρία του αγοριού προκαλεί ανακούφιση και καμάρι στους γονείς, ενώ του κοριτσιού άγχος, φόβο και πιθανή κατάκριση. Μεγαλώνουμε τις γυναίκες με το φόβο ότι θα τις εκμεταλλευτούν και, εν τέλει, γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης ακριβώς εξαιτίας αυτού του φόβου! Η αντίληψη ότι η γυναίκα κάνει σεξ μόνο από έρωτα διασφαλίζει ένα και μόνο πράγμα, και αυτό προς όφελος των ανδρών: την πίστη. Για να κρατήσει τη φήμη, την υπόληψη της, την αγνότητα της…η γυναίκα πρέπει να μην απατήσει, να μην απιστήσει, να μην προσβάλλει με οποιοδήποτε τρόπο την εύθραυστη, καθώς φαίνεται, αυτοαξία του αρσενικού.

Οι άνδρες, αλλά και οι γυναίκες έρχονται στον προθάλαμο της ενήλικης ζωής με μια διπολική εικόνα της γυναίκας: η γυναίκα-μητέρα και η γυναίκα-πουτάνα, αυτή με την οποία μπορώ να νιώσω αγάπη, έρωτα, σεβασμό και αυτή με την οποία μπορώ να κάνω σεξ, να βγάλω τον ζωώδη μου εαυτό. Η γυναίκα-μητέρα, είναι μία πατιτούρα της Παναγίας, άσπιλή, αμόλυντη, ανέγγιχτη, ασεξουαλική, τροφός, αλτρουίστρια, χαμηλών τόνων. Η γυναίκα-πουτάνα είναι μια τρομακτική κατασκευή: χαίρεται και επιδιώκει το σεξ, έχει αυτοαξία, ανάγκες, αυτενέργεια, έχει οργασμό και τον επιδιώκει, δεν είναι πιστό δεμένο σκυλί μα θέλει δουλειά για να την κρατήσεις, αλλά και για να την κατακτήσεις. Δεν σε αποδέχεται, δεν σε αγαπά de facto όπως η μητέρα, πρέπει να δουλέψεις για αυτό. Φτάνουμε λοιπόν στο σημείο, να ικανοποιούμε την φαντασίωση μας με μια σεξουαλική γυναίκα, αλλά για περιορισμένο χρονικό διάστημα, τόσο ώστε να μην δεχθούμε τη δύναμη της ατομικότητάς της και, έπειτα γυρίζουμε στην φιλική εικόνα της γυναίκας-μητέρας, για να μας φροντίσει και να της επιβληθούμε.

Έτσι, καταλήγουν οι άνδρες να κάνουν απολαυστικό σεξ μόνο εξωσυζυγικά και οι γυναίκες μέσα στα πλαίσια μίας σχέσης ή ενός γάμου, να απαρνιούνται το σεξ και τις ίδιες τους τις ανάγκες. Βάζουμε σε προτεραιότητα όλες τις άλλες υποχρεώσεις και ανάγκες, φορτωνόμαστε τόσους πολλούς ρόλους και ιδιότητες που απεκδυόμαστε το ρούχο της σεξουαλικότητας μας. Και, με έναν μαγικό τρόπο, μετά πάνε όλα κατά διαόλου και εμείς μένουμε ενεοί να αναρωτιόμαστε πως έγινε αυτό. Αφού όλα τα κάναμε καλά και όλους τους φροντίσαμε και δώσαμε σε όλους χώρο, εκτός από τον εαυτό και το σώμα μας. Εκτός από εμάς τις ίδιες.

Η ιδανική γυναίκα είναι και μητέρα και πουτάνα, και αμαρτωλή και αγία. Η ιδανική γυναίκα, πρώτον δεν υπάρχει, γιατί το ιδανικό είναι φενάκη και, δεύτερον, είναι ακριβώς όπως είναι και ο ιδανικός άντρας. Γεμάτη από όλες της τις πλευρές και χορτασμένη από όλες της τις ανάγκες. Η ιδανική γυναίκα είναι φροντιστική, τρυφερή και αισθησιακή, ερωτική και καλή. Η ιδανική γυναίκα, δεν είναι έρμαιο ιδιοτήτων και νορμών, δεν σκύβει το κεφάλι στην καταπίεση που ασκούν οι άλλοι, αλλά κυρίως ο ίδιος της ο εαυτός  έχει αποποινικοποιήσει τη βασική γλώσσα επικοινωνίας, επαφής, ανάγκης και αυτό-ολοκλήρωσης: τη σεξουαλική έκφραση.


Προτεινόμενη βιβλιογραφία:

Χόρχε Μπουκάϊ (2012). Ο δρόμος της συνάντησης, Φύλλα Πορείας ΙΙ. Εκδόσεις Opera, Αθήνα.