Ποίημα: Εβελίνα Παπούλια
Μαθήτρια

Επιμέλεια: Γιώτα Καραγιάννη
Φιλόλογος, Αρχισυντάκτρια


Σε μια μικρή πόλη, που οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει να ζουν
να αισθάνονται
να σκέφτονται
να μαθαίνουν
να ελπίζουν.

Σε μια αόρατη πόλη
σβησμένη από κάθε χάρτη
ξεχασμένη απ’ όλους τους ανθρώπους.

Σε μια σκοτεινή πόλη
που ο ήλιος έχει σβήσει
που τα φώτα έχουν σκουριάσει από καιρό
υπάρχει εκείνο το σπίτι στην άκρη του δρόμου.

Και εκείνο το μικρό αγόρι
που τόλμησε να γευτεί τη γλύκα του
απαγορευμένου μέσα σε τέσσερις λευκούς τοίχους
πάνω από ένα μισοσβησμένο κερί
με δύο μάτια που πέταγαν σπίθες
και μια ψυχή που άναβε και έσβηνε φωτιές.

Είναι εκείνο το μικρό αγόρι
που όταν όλη η πόλη έχει τυλιχτεί από το πέπλο του Μορφέα
στον πιο βουβό ύπνο,
διαβάζει.
μαθαίνει.
φαντάζεται.
Ονειροπολεί.

Ζωγραφίζει με τα χρώματα του μυαλού του τον κρυστάλλινο κόσμο του
που κανείς δεν τολμάει να αγγίξει και κατοικεί σε αυτόν.
Νιώθει ξεχωριστός.
Είναι ξεχωριστός.

Μια νύχτα κάποιος πρόδωσε το μυστικό του.
Ήταν τρελός.
Θα έπρεπε να ξέρει πως το άγνωστο θα είναι για πάντα μια αιώνια πηγή διαρκούς τρέλας
που οδηγεί στην απόλυτη τύφλωση
στην απόλυτη καταστροφή
σε ένα παραμορφωμένο τίποτα με υπόγεια τέρατα και φρικτούς δαίμονες.

Ήταν τρελός.

Θα έπρεπε να γνωρίζει καλά, πως τα βιβλία πρέπει να καίγονται
γιατί τα βιβλία είναι μια αιώνια πηγή τρέλας που σε κοιμίζει
σου γδέρνει το μυαλό, σου κατασπαράζει την ψυχή, μέχρι να σε τρελάνει.

Ναι, ήταν τρελός.

Γι’ αυτό κάποιοι τον κορόιδεψαν.
Κάποιοι τον μίσησαν.
Κάποιοι τον φοβήθηκαν.
Κάποιοι τον χτύπησαν.
Κάποιοι τον εξόρισαν.
Και τον σκότωσαν.

Και το μισοσβησμένο κερί δάκρυσε φωτιά.
Και το σπίτι στην άκρη του δρόμου κάηκε.
Και ξέσπασε βροχή.
Και έσπασε το φεγγάρι.
Και έσβησαν τα αστέρια.
Και σταμάτησε ο χρόνος.
Και έσπασαν τα ρολόγια.

Και σιώπησε ο άνθρωπος.