Κείμενο: Μάνθος Μυριούνης
Ψυχολόγος/Ψυχοθεραπευτής

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Στο σημερινό μου σημείωμα θα ασχοληθώ με την ιδιαίτερη εκείνη κοινωνική ομάδα, που έχει πλέον διαβεί την πορεία του μεγαλύτερου μέρους της ζωής της και εν μέρει πλέον βρίσκεται σε απομαχία. Κοιτούν πίσω με νοσταλγία μια πλειάδα αναμνήσεων του παρελθόντος και με ευχές συντροφεύουν το δικό μας μέλλον.

Μιλώ για τους ηλικιωμένους ανθρώπους, τους γέροντες και τις γερόντισσες, που μεγάλωσαν, ανάθρεψαν και στήριξαν όλους εμάς, δίνοντάς μας όσα περισσότερα και ποιοτικότερα εφόδια και προοπτικές μπορούσαν, έτσι ώστε να μας εξασφαλίσουν ένα όσο το δυνατόν ευνοϊκότερο και ευτυχέστερο μέλλον.

Τώρα, η αδυσώπητη του χρόνου φθορά επιβουλεύεται την αρτιότητα των κινήσεών τους και την ενεργητικότητά τους, του χρόνου η επίδραση έχει χαράξει τα πρόσωπά τους, η δύναμή τους η σωματική έχει αισθητά μειωθεί και ο ορίζοντας του μέλλοντος είναι κάτι οριοθετημένα κι επερχόμενα ορατό.

Μέχρι τότε, όμως, αν είναι ένα πράγμα που οφείλουμε στους γονείς, τους παππούδες, τους θείους και γενικά σε όλους τους ηλικιωμένους του περιβάλλοντός μας, είναι η απόδοση της τιμής για όσα έκαναν, λεκτικά σαφέστατα εκφρασμένη, και ο σεβασμός μας στην καθημερινότητα που θα κάνει λίγο πιο υποφερτή την πιθανή ανημπόρια και θα τους δίνει δύναμη στο να κάνει ευκολότερη την διεκπεραίωση ακόμη και των πιο απλών πραγμάτων της καθημερινής ζωής. Όπως και να το κάνουμε αυτός ο κόσμος δεν είναι φιλικά φτιαγμένος προς τους ηλικιωμένους συμπολίτες μας!

Δίχως καμία διάθεση συμψηφισμών περί της καλοσύνης και δοτικότητας των ηλικιωμένων συλλήβδην, πολλοί από αυτούς έχουν δώσει όλη την ψυχή τους, αποθέματα προσπαθειών και ζωτικών συνθηκών από τον εαυτό τους, για να επιτρέψουν σε εμάς, τις νεότερες γενιές, να ζούμε μια πιο ελεύθερη, συνετή, άνετη και πιθανά δημιουργικότερη ζωή.

Για όλους αυτούς τους λόγους, οι απόμαχοι της ζωής είναι ανεπίτρεπτο να βρίσκονται «πεταμένοι» και «στοιβαγμένοι» σε βρόμικα και άθλια γηροκομεία και χώρους θλιβερούς που από μόνοι τους συνθλίβουν και καταστρατηγούν κάθε έννοια ανθρώπινης αξιοπρέπειας και τιμής. Σαν τα «παλιά μας παιχνίδια» ή βιβλία που τα κακομεταχειριζόμαστε και τα πετάμε σε βρόμικες αποθήκες, μόλις δεν είναι πλέον χρήσιμα για εμάς, φέρουν όμως μέσα τους ένα σπάνιο και πολύτιμο συναισθηματικά αξιακό φορτίο, που είναι ξεχωριστά μοναδικό στον καθέναν από εμάς. Είναι πρόσωπα που αναφορικά μας θυμίζουν στιγμές έντονες και συνδυάζονται με σταθμούς κρίσιμους και αποφασιστικούς στη ζωή μας. Με στιγμές και σκηνές ανεπανάληπτες και ζωογόνα καταλυτικές για την επίδραση που δημιούργησαν στην ζωή μας και την εξέλιξη της μετέπειτα πορείας μας.

Η ζωή όλων των ανθρώπων εύκολα μπορεί να αναπαρασταθεί σαν κύκλος, ο οποίος καταλήγει από εκεί που ξεκίνησε. Έτσι οι γερόντοι και οι γερόντισσες μοιάζουν με μικρά παιδιά στην συμπεριφορά και γι’ αυτό ανάλογη θα πρέπει να είναι και η δική μας συμπεριφορά απέναντί τους. Οφείλουμε στη δύση της ζωής τους να τους εξασφαλίσουμε την αξιοπρέπειά τους, το ζεστό τους φαγητό, τις ανθρώπινες συνθήκες καθαριότητας αλλά και με ζεστασιά όχι μόνο στην θερμοκρασία του χώρου που ζουν, αλλά κυρίως με θέρμη στο συναίσθημα και το νοιάξιμο στον τρόπο που τους μιλάμε, τους φερόμαστε, τους αγκαλιάζουμε.

Η περίθαλψη και τα φάρμακά τους είναι κάτι που ο πολιτισμός μας οφείλει να τους παρέχει και να τους προσφέρει αδιακρίτως και, δίχως να λαμβάνει υπ’ όψιν τις συντάξεις, τα ένσημα ή τους ασφαλιστικούς τομείς, αφού όλα αυτά είναι μεν οργανωμένα σε μια ευνομούμενη πολιτεία, λίγο όμως έχουν να κάνουν με το συναίσθημα και την ψυχική και ευπρεπή λογοδοσία που πρέπει να καθορίζει την συμπεριφορά μας απέναντί τους.

Έχει τύχει να εργαστώ πολλά χρόνια με ηλικιωμένους ανθρώπους και με ανθρώπους που έχουν την συναίσθηση ότι η ζωή τους, η επίγεια, βρίσκεται στη δύση της. Τίποτα δεν θεωρούν πιο σημαντικό από την συντροφικότητα και την παρέα μας, μιας και η μοναξιά τους σκοτώνει. Ο καλός λόγος που είναι βάλσαμο για τις ψυχές τους και η ευγένεια και ο σεβασμός προς το πρόσωπό τους, τους χαροποιεί ιδιαιτέρως, αφού αισθάνονται ότι τον αξίζουν ως «τίτλο τιμής» για όσα στη ζωή τους έπραξαν. Η απαξίωση, το παραπέταμα, η απότομη συμπεριφορά, οι προσβολές για τις σωματικές εξασθενήσεις τους συνθλίβει, μιας και αισθάνονται όπως τα άλογα που τα «σκοτώνουν όταν γεράσουν»!

Η συνδιαλλαγή μαζί τους, στους περισσότερους από εμάς, μπορεί να μοιάζει χαμένος χρόνος… και όμως δεν είναι έτσι. Μια συμβουλή, μια νουθεσία, μια ιστορία που θα μας πουν είναι ίσως ένα εξαίσιο και ουσιαστικό δίδαγμα για τον περαστικό και εφήμερο τρόπο ζωής και ποιότητας του πεπερασμένου βίου μας. Τελολογικά και νομοτελειακά όλοι θα έρθουμε στη θέση τους και χωρίς να το θέλουμε θα εκστομίσουμε αυτό που τώρα θεωρούμε τετριμμένο και βαρετό να ακούμε. «Εκεί που είσαι ήμουν και εκεί που είμαι θα έρθεις!»

Αποκρουστική η εικόνα ενός κατ’ επίφαση πολιτισμού, που κρύβει, καταχωνιάζει και αδιαφορεί για τα παλιότερα και πλέον ανενεργά μέλη της. Εξάλλου, στον σημερινό κόσμο, εδώ και χρόνια τώρα πανθομολογούμενη είναι η τάση του δυτικού μας πολιτισμού για την «ενεργό γήρανση», μια διαδικασία ή ένας τρόπος σκέψης και δράσης που υπαγορεύει ότι η ζωή δεν τελειώνει, παρά με την εκπνοή και της τελευταίας ανάσας και που με ειδικές μεθόδους και συγκεκριμένες τακτικές, όχι μόνο δεν προσθέτει χρόνια στη ζωή, αλλά ζωή στα χρόνια!

Το να νιώθει ο ηλικιωμένος όχι μονάχα σεβάσμιος αλλά και ικανός και χρήσιμος σε κάποια πράγματα είναι αυτό που τον κρατά ουσιαστικά ζωντανό, συμμετοχικά ενεργό και βιωματικά ικανό. Το νοιάξιμο, η προσοχή, η εξυπηρέτηση αναγκών και ευπαθειών βρίσκονται στον πυρήνα του πολιτισμού μας, που πέρασε και άνθισε και από τα δικά τους χέρια, για να παραδοθεί σήμερα σε μας, έτσι ώστε να τον πάμε παρακάτω και να τον εξελίξουμε. Το σώμα μπορεί να γερνά και να το δείχνει με τα σημάδια του, η ψυχή όμως μπορεί να νιώθει νέα και σε πιο μεγάλες ηλικιακές ομάδες, αναζητώντας τη χαρά, την τρυφερότητα και τη συγκίνηση που ίσως δεν κατάφερε να νιώσει σε νεώτερη ηλικία.

Από μια φιλελεύθερα κοινωνιολογική άποψη και σύμφωνα με τις παρούσες συνθήκες και ιδεολογήματα, οι ηλικιωμένοι, ένεκα ότι δεν παράγουν με οικονομικούς όρους, θεωρούνται περιττοί. Με την ταχύτατη εξέλιξη της τεχνολογίας, έχουν μείνει πολύ πίσω, ακόμη και σε απλές δεξιότητες που τρέχουν με απίστευτα ταχείς ρυθμούς και διαμορφώνουν ραγδαίες αλλαγές που τους καταστούν ανενεργούς σε πολλά πεδία και καταστάσεις. Η απόσυρση από την κοινωνική ζωή, είναι ένα είδος μικρού και αργού θανάτου, που απομονώνει τους ανθρώπους από την αλληλεπίδραση και την επικοινωνία με τους άλλους. Κυριολεκτικά τους σκοτώνει και εξουδετερώνει κάθε θέληση και ενέργεια συμμετοχής στη ζωή, έστω και στις πλέον απλές εκφάνσεις της.

Όπως και να το κάνουμε -πλην ορισμένων εξαιρέσεων- είναι γλυκιά η ζωή, αποφαίνονται όλοι οι ηλικιωμένοι. Η κοινωνική και προνοιακή πολιτική, με τις δομές της, μπορεί να δημιουργήσει συνεκτικούς δεσμούς με τις νεώτερες γενιές, να εντατικοποιήσει την συνύπαρξή τους και να ενδυναμώσει το νόημα στη ζωή των ηλικιωμένων.

Ό,τι και να λέγεται και ό,τι και να έχει βελτιωθεί, προσωπικά θεωρώ τα γηροκομεία, ιδιωτικά ή δημόσια, ως μια βίαιη πράξη εγκλεισμού, τα οποία, παρότι συνηθίζονται ως θεσμός σε μεγάλο βαθμό, απέχουν μακράν από τις προσωπικές μου πεποιθήσεις και επιλογές, ως άνθρωπος και ως επαγγελματίας.

Λογίζω σαν μια από τις πιο μεστές και επωφελείς μου εμπειρίες μια δίωρη κουβέντα που είχα με έναν σεβάσμιο γέροντα, κάτω από τον πλάτανο του χωριού μου ένα καλοκαιρινό βραδάκι. Όπως και οι ευχές, που με περισσή θετική ενέργεια και πίστη σου προσφέρουν στο ξεπροβόδισμα που σου κάνουν αυτές οι κλασικές και ιερές φυσιογνωμίες με το τσεμπέρι της γιαγιάς του χωριού! Η σοφία, η εμπειρία, η δοτικότητα και οι γνώσεις, που με αγάπη και καλοσύνη μου μετέδωσε, ήταν δώρο ανεκτίμητο!

Ο σεβασμός στους ηλικιωμένους είναι σεβασμός στις ρίζες μας, που όσο και αν εμείς αναπτυχθούμε, πρέπει να τις έχουμε συνέχεια κατά νου μας, μιας και χάρη σε αυτές γινόμαστε δυνατότεροι και διακλαδώνουμε την άνθισή μας σε όλο και περισσότερα και πιο σύνθετα κλαδιά!