Άρθρο: Δήμητρα Παράσχου
Ψυχολόγος – Συνθετική Ψυχοθεραπεύτρια
Εναλλακτική Θεραπεύτρια

Επιμέλεια: Γεωργιάνα Ψυχάλη
Φιλόλογος


Ένα πολύ σημαντικό θέμα που αντιμετωπίζουμε οι άνθρωποι, ακόμα και αν δεν μπορούμε να το καταλάβουμε, είναι πως προσπαθούμε πολύ σκληρά να είμαστε άψογοι σε όλα, πως κάνουμε ό,τι μπορούμε ώστε να συνεχίσουμε να προχωρούμε παρά τις οποιεσδήποτε συνθήκες. Θέλοντας να φανούμε αντάξιοι των προσδοκιών των άλλων απέναντί μας, θέτουμε τις δικές μας προτεραιότητες όπως πιστεύουμε ότι είναι καλύτερο προκειμένου να καλύψουμε αυτό που περιμένει ο περίγυρος από εμάς: να είμαστε δυνατοί παρ΄όλες τις δυσκολίες, να χαμογελάμε και να έχουμε συνεχώς το κουράγιο να αντιμετωπίζουμε την καθημερινότητά μας. Υπάρχουν φορές που όλο αυτό μπορεί να συμβεί για πολλά χρόνια, χωρίς να υπάρξει η οποιαδήποτε εμφανής ρωγμή προς τα έξω, παρά μόνο ένα καλοσυνάτο χαμόγελο.

Ώσπου μία ημέρα, προς μεγάλη έκπληξη όλων (συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μας) βιώνουμε μία ψυχολογική κατάρρευση. Στον κάθε ένα μπορεί να έχει μία τελείως διαφορετική μορφή: κάποιος δεν θέλει με τίποτα να πάει στη δουλειά του ή να ολοκληρώσει τα καθημερινά του καθήκοντα, ενώ άλλος βιώνει την ανάγκη της πλήρους απομόνωσης. Σε μια άλλη περίπτωση, ο πάντα ήσυχος γείτονας εμφανίζεται ξαφνικά ευερέθιστος και νευρικός, έτοιμος να τσακωθεί με τους πάντες. Γενικά το άτομο που περνά τη φάση της ψυχολογικής κατάρρευσης τείνει να εμφανίζει τελείως διαφορετικά ψυχολογικά χαρακτηριστικά από αυτά που είχε πριν, σαν να είναι ένας εντελώς διαφορετικός άνθρωπος.

Εδώ ίσως βιαστεί κανείς να κατηγορήσει τον εαυτό του. Να πει «δεν έχω αρκετή δύναμη να αντιμετωπίσω τα δύσκολα και με το παραμικρό καταρρέω». Ίσως κάποιος προσπαθήσει να πιεστεί παραπάνω ψυχολογικά ώστε να αντεπεξέλθει σε αυτό που βιώνει, βάζοντας ακόμη μεγαλύτερες δυσκολίες στην εσωτερική του ανάρρωση. Σε αυτό το σημείο όμως βρίσκεται και η παρεξήγηση γύρω από το τι συμβαίνει σε μία τέτοια κατάσταση. Η ψυχολογική κατάρρευση δεν είναι απλώς μία κατάσταση μη φυσιολογικής λειτουργικότητας στην καθημερινότητά μας. Αντίθετα, είναι μία προσπάθεια να οδηγηθούμε σε μία διαδικασία αλλαγής και εξέλιξης μέσω μιας κατάστασης στην οποία δεν είμαστε καλά, όσο παράδοξο και αν ακούγεται αυτό. Βυθιζόμαστε στον εαυτό μας και στα βαθύτερα του δώματα ώστε να εξερευνήσουμε τα όρια μας και τους τρόπους ανακούφισης από όλη την πίεση που έχουμε βιώσει. Απομονωνόμαστε για να βρούμε πραγματικά τον εαυτό μας και εν τέλει τη θεραπεία που χρειαζόμαστε.

Ο λόγος που κάποια στιγμή φτάνουμε να καταρρέουμε ψυχολογικά είναι επειδή για πάρα πολύ καιρό υπήρξαμε «ευέλικτοι», για παραπάνω από όσο μπορούσαμε πραγματικά να αντέξουμε. Ο συναισθηματικός εαυτός φαίνεται πως πλέον δεν μπορεί να μείνει παραπάνω σιωπηλός και έτσι κάνει εμφανή την παρουσία του με τον τρόπο που γνωρίζει καλύτερα: δημιουργεί μία εσωτερική «κρίση» την οποία καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε όχι ως κάτι τρομακτικό και περίεργο, αλλά αντίθετα ως απόλυτα φυσιολογικό επακόλουθο μετά την υπέρβαση των ψυχολογικών μας ορίων.

Εκείνο που μπορεί να βοηθήσει σε τέτοιες στιγμές είναι να λεκτικοποιήσουμε τα συναισθήματά μας σε ανθρώπους που εμπιστευόμαστε και νιώθουμε πως μπορούν να μας ακούσουν και να μας καταλάβουν. Ο ψυχίατρος Dr. Matthew Lieberman του πανεπιστημίου UCLA των Η.Π.Α. μαζί με τους συνεργάτες του διεξήγε μία σημαντική έρευνα πάνω σε αυτό το κομμάτι. Στα αποτελέσματα αναφέρει πως με το να μοιράζεται κανείς τα αρνητικά του συναισθήματα σε στιγμές κατάρρευσης μειώνεται κατά πολύ η συναισθηματική ένταση που βιώνει το άτομο εντός του. Όσο περισσότερο τα συναισθήματα αποφυγής εκφράζονται, τόσο ο ίδιος ο εγκέφαλος (συγκεκριμένα το σημείο της αμυγδαλής) φαίνεται πως ενεργοποιείται. Παράλληλα υπάρχει περισσότερη αλληλεπίδραση του ατόμου με το περιβάλλον του, με αποτέλεσμα να μειώνεται η τάση απόσυρσης από την ίδια την καθημερινότητα και τη ζωή.

Τελικά, μία εσωτερική κρίση αντιπροσωπεύει την ανάγκη για ισορροπία και εσωτερική ίαση, ανάγκη η οποία δεν έχει βρει άλλον τρόπο να εκφραστεί. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με τον οργανισμό μας, ο οποίος όταν έχει μαζέψει αρκετή τοξικότητα φτάνει να αρρωστήσει. Τότε καλούμαστε να ρίξουμε τους ρυθμούς μας, να φάμε καλύτερα και να ξεκουραστούμε προκειμένου να νιώσουμε ξανά υγιείς και δυνατοί. Έτσι και ο εαυτός μας χρειάζεται το διάστημα της εσωτερικής του ίασης μέσω της κατάρρευσης – προκειμένου να βρει τις ισορροπίες του ξανά και να μπορέσει να λειτουργήσει με αρμονία.


Προτεινόμενη Βιβλιογραφία

Lieberman, M. D., Eisenberger, N. I., Crockett, M. J., Tom, S., Pfeifer, J. H., Way, B. M. (2007). Putting feelings into words: Affect labeling disrupts amygdala activity to affective stimuli. Psychological Science, 18, 421-428.