‘Αρθρο: Αλεξάνδρα Δεδικούση
Ψυχολόγος, Μ.Sc Σχολικής- Εξελικτικής Ψυχολογίας

Επιμέλεια: Γιάννα Τζιρίτα
Φιλόλογος


Έχει λογιών λογιών χέρια. Χέρια τρυφερά, μαλακά σα χνούδι, χέρια υγρά, που σου αφήνουν το αποτύπωμα του ιδρώτα τους ύπουλα στην παλάμη, χέρια σκληρά, γεμάτα κάλους και γραμμές και βρώμικα νύχια, χέρια λεπτεπίλεπτα, σχεδόν γυναικεία. Έχει και λογιών λογιών αγάπες. Αγάπες ατελείωτες, τείνουσες στο άπειρο, ήρεμες, σιωπηρές, γεμάτες φως, αγάπες εφήμερες, επιφανειακές, σα φτηνές λαδομπογιές που ξεφλουδίζουν από τα κάγκελα, αγάπες απόμακρες, αγάπες τοξικές, επώδυνες, διπολικές, εμβαπτισμένες με ενοχή.

Έχει λογιών λογιών συναισθήματα. Ξεκάθαρα και φωναχτά, αγάπη, μίσος, θυμός, φόβος, μπερδεμένα και ομιχλώδη, ευμετάβλητα και διπολικά, αγάπη με μίσος και πόνος με χαρά και ελπίδα με ματαίωση.
Σαν με ακούμπησες πάτησα το rec και κατέγραψα για πρώτη φορά τι θα πει αγάπη. Σώπασα και αφουγκράστηκα κάθε σου κίνηση, τυφλά, μες το σκοτάδι μου και κάθε νότα της την έκανα ορισμό. Όρισα τι σημαίνει να σε αγαπούν και το κουβάλησα μαζί μου στο ταξίδι της ζωής μου.

Έπειτα με ακούμπησαν και οι άλλοι, ξένα χέρια και ξένες αγάπες, ξένα συναισθήματα που πάλευαν να μπουν εντός μου. Και κάθε ξένο χέρι, κάθε ξένη αγάπη την φίλτραρα με γνώμονα την πρώτη τη δική σου και έτσι την αξιολογούσα. Κράτησα συνήθως τις παρόμοιες, αυτές που θύμιζαν εσένα, αυτές που με κάναν να νιώθω ότι με ξέρω.

Και έτσι πορεύτηκα, αγνοώντας τα σημάδια στην πλάτη μου που κάθε μέρα μεγάλωναν, γιατί μ’ αγκάλιαζες και μου άφηνες νυχιές, με χάιδευες και μάτωνα. Τα αγνοούσα γιατί δεν τα άντεχα, γιατί η αναγνώρισή τους σήμαινε αγώνα και εγώ ήμουν ανέτοιμη. Και μια μέρα από τις πληγές βγήκε ένα πούπουλο και εκεί τρόμαξα πραγματικά. Το αγνόησα και αυτό και το επόμενο μέχρι που στην πλάτη μου είχε δύο φτερά ολόκληρα, κάτασπρα, δυνατά. Τα περιθώρια τελείωσαν και μια μέρα κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Κούνησα τα φτερά μου και ο άνεμος τους μύρισε ταξίδι.

Βγήκα έξω και ξεκίνησα να πετάω και να ψάχνω κάτι άλλο, κάτι ξένο, κάτι νέο, κάτι τρομακτικό. Και το βρήκα. Και με άγγιξαν χέρια που πριν ακουμπήσουν ρωτάνε και όταν χαϊδεύουν δεν σε πονούν, και σου φιλούν τις πληγές να γιάνουν. Έμαθα να με χαϊδεύω, δειλά  δειλά και ατσούμπαλα, έμαθα να με νιώθω και να μου γλύφω τις πληγές.

Γύρισα σε σένα. Και σε κοίταξα κατάματα πρώτη φορά. Συνέχιζα να σε αγαπάω μα για πρώτη φορά σε έβλεπα καθαρά. Με αγαπούσες και εσύ, το ξέρω. Με αγαπάς και ας με πληγώνεις, αυτό ξέρεις να κάνεις, αυτό κάνεις και σε σένα. Αγαπάς και πληγώνεις, χαϊδεύεις και πονάς, σημαδεύεις και γιατρεύεις. Και προσπάθησα. Να αποδεχτώ την πραγματικότητα και να συγχωρήσω, εσένα και εμένα, κυρίως εμένα που με άφηνα να πληγώνομαι τόσα χρόνια.

Εγκατέστησα ένα φίλτρο, μια συσκευή επιβίωσης. Την ονόμασα απόσταση και σου τη σύστησα. Τη μίσησες γιατί σου μείωνε την επίδραση και χωρίς αυτήν έχανες εσύ τον εαυτό σου. Και πολεμήσαμε, πολύ και δυνατά, για πολύ καιρό, μέχρι που κουραστήκαμε. Κανείς δεν κέρδισε και οι δύο χαμένοι.
Σηκώσαμε απρόθυμα μια σημαία ανακωχής και συχνά στέλναμε υποβρύχιες τορπίλες ο ένας στον άλλον. Και ξαναπέρασε ο καιρός και εσύ συνέχιζες να με αγαπάς και να με πληγώνεις. Και εγώ το ίδιο.
Δεν ξέρω για πόσο και δεν ξέρω πότε, μα ξέρω ότι αυτό δεν θα σταματήσει. Έτσι αγαπάς εσύ και έτσι αγαπάω και εγώ εσένα. Μα αγαπάω άλλους αλλιώς και κυρίως εμένα, εμένα με αγαπάω διαφορετικά. Με αγαπάω με σεβασμό, με ηρεμία και με γιατρειά. Και την απόσταση θα την κρατήσω και ας σε χάνω λίγο λίγο, και ας ξεθωριάζει αυτή η πρώτη η ηχογράφηση αγάπης σου.

Είμασταν κάποτε ένα, μα τώρα είμαστε μακριά, μακριά και κοντά, γεμάτες αντιθέσεις και διπλά μηνύματα, ακριβώς όπως η αγάπη μας.

Ας είναι.

Για το τέλος άφησα ένα μήνυμα. Σ’ αγαπώ και σε απομακρύνω. Σε μισώ και σε τραβάω κοντά μου. Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ και προσπαθώ να σε αποβάλλω. Δεν είσαι κομμάτι μου και ας είμασταν κάποτε ένα.