Άρθρο: Δήμητρα Παράσχου
Ψυχολόγος – Συνθετική Ψυχοθεραπεύτρια
Εναλλακτική Θεραπεύτρια

Επιμέλεια: Γεωργιάνα Ψυχάλη
Φιλόλογος


«Ένα δωμάτιο χωρίς βιβλία είναι σαν ένα σώμα χωρίς ψυχή»

Μάρκος Τύλλιος Κικέρων (Ρωμαίος φιλόσοφος)

Ένα καλό βιβλίο μπορεί να μας μεταφέρει στον κόσμο του, να μας ταξιδέψει μέσα σε μία άλλη πραγματικότητα με την οποία κάποιες φορές βρίσκουμε ομοιότητες με τη δική μας. Η περιγραφή μάς παρασύρει σε μία αλληλουχία γεγονότων των οποίων γινόμαστε μάρτυρες κάθε δευτερόλεπτο με κομμένη την ανάσα. Πολλές φορές ταυτιζόμαστε με τους κεντρικούς ήρωες, οι οποίοι με έναν αδιόρατο τρόπο γίνονται κομμάτι δικό μας· σαν να βιώνουμε μαζί τους όλες τις περιπέτειες, τις αγωνίες και τη χαρά που (θα θέλαμε να) έρχεται στο τέλος. Το διάβασμα ενός καλού βιβλίου μπορεί να παρομοιαστεί με μία διαδικασία εσωτερικής κάθαρσης, αφού ο αναγνώστης, μαζί με τον ήρωα ή την ηρωίδα, περνά από διάφορα ψυχολογικά επίπεδα έως ότου φτάσει στο τέλος της περιπέτειας.

Αυτή η ψυχολογική επιρροή που ασκούν τα βιβλία έδωσε την ώθηση να δοθεί επίσημα η έννοια της Βιβλιοθεραπείας το 1916 από τον ιερέα και συγγραφέα Samuel McChord Crothers. Ο ίδιος θεώρησε πως με το να διαβάζει κάποιος βιβλία (λογοτεχνικά και μη) μπορεί να βοηθηθεί στο να νιώσει καλύτερα και να αποκτήσει νέες ιδέες για τον κόσμο και την ίδια τη ζωή. Στα επόμενα χρόνια άρχισαν να εμφανίζονται εκπαιδευτικά προγράμματα σχετικά με αυτόν τον τομέα τόσο στις Η.Π.Α. όσο και στη Μ. Βρετανία, τα οποία συνήθως συνδέονταν με τις ιατρικές σχολές και τα νοσοκομεία. Από τότε, η βιβλιοθεραπεία επεκτάθηκε σε όλο τον κόσμο, με τα βιβλία να θεωρούνται βοηθός στο να εξετάσουμε καταστάσεις όπως κατάθλιψη, άγχος, πένθος και σοκ μέσα από τις ιστορίες που διηγούνται οι σελίδες τους.

Αν και είναι εξίσου θεραπευτικό το να δούμε μία ταινία ή να παρακολουθήσουμε ένα θεατρικό έργο, στην περίπτωση του διαβάσματος ο εγκέφαλος χρειάζεται να συμπληρώσει από μόνος του τα στοιχεία που λείπουν ή που επιδέξια αποκρύπτονται. Η φαντασία του καθενός μπορεί να δημιουργήσει ακόμα περισσότερες λεπτομέρειες ή να εστιάσει σε πράγματα που κάποιος άλλος μπορεί να μην παρατηρούσε, καταδεικνύοντας έτσι πως διαφορετικές περιοχές του εγκεφάλου ενεργοποιούνται στον κάθε αναγνώστη, πέρα από τις βασικές που σχετίζονται με το διάβασμα. Αυτό που κάνει τη βιβλιοθεραπεία τόσο ξεχωριστή είναι πως οποιοσδήποτε άνθρωπος μπορεί να οραματιστεί, να θεραπευτεί και να αλλάξει με το δικό του τρόπο μέσα από κάθε βιβλίο. Ο αναγνώστης έχει τον χρόνο να απορροφήσει τις λεπτομέρειες της ιστορίας και να τις αφομοιώσει χωρίς βιασύνη, και σε βάθος χρόνου στη δική του προσωπικότητα ή τις καταστάσεις που ζει. Άλλωστε, ένα καλό βιβλίο μπορούμε να το διαβάσουμε ξανά και ξανά, και κάθε φορά να εστιάζουμε σε κάτι διαφορετικό, ανάλογα με το τι χρειάζεται να πάρουμε εκείνη τη στιγμή.

Το κάθε βιβλίο λειτουργεί από μόνο του σαν ένα ξεχωριστό «φάρμακο» για τον καθένα μας. Επιδρά στα εσωτερικά μας κομμάτια που το χρειάζονται περισσότερο και, μέσω των βασικών ηρώων του, έρχεται να μας δείξει πτυχές του εαυτού μας σε όλα τα επίπεδα. Ένα βιβλίο μπορεί να μας χαλαρώσει ή να φέρει στο φως μνήμες και εμπειρίες που θα θέλαμε να ξεκαθαρίσουμε. Είναι ένας εν δυνάμει θεραπευτής αλλά και φίλος, που μας παίρνει από το χέρι για να ταξιδέψουμε, να μάθουμε και εν τέλει να αλλάξουμε… μία μία σελίδα τη φορά.


Προτεινόμενη Βιβλιογραφία

Crothers, S. “A Literary Clinic“, The Atlantic Monthly, Vol.118, No.3, (September 1916), pp. 291–301

Joshua, J. M., & DiMenna, D. (2008). Read Two Books and Let’s Talk Next Week: Using Bibliotherapy in Clinical Practice. New Jersey: Wiley