Άρθρο: Χριστίνα Βαϊζίδου
Ψυχίατρος – Ψυχοθεραπεύτρια

Επιμέλεια: Θεοδώρα Βαγιώτη
Φιλόλογος

Θυμάμαι σε κάποια συζήτηση πριν από χρόνια ένα συνομιλητή -του οποίου η ταυτότητα αυτή τη στιγμή μου διαφεύγει- να λέει ότι παλιότερα υπήρχαν δυο-τρεις “κακοί” ή άτακτοι μαθητές στην τάξη, τους οποίους και μάλωναν οι δάσκαλοι, ενώ τώρα υπάρχουν πέντε τουλάχιστον παιδιά με κάποια αναπτυξιακή ή μαθησιακή διαταραχή ή σαφέστερα με διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), τα οποία πηγαίνουν σε ομάδες, ειδικούς ψυχικής υγείας και λαμβάνουν ενίοτε κάποια φαρμακευτική αγωγή.

Πρόκειται για ιατρική πρόοδο και διευκόλυνση της ζωής των παιδιών αυτών ή για τη δημιουργία μίας επιπλέον ταμπέλας ψυχιατρικοποιημένης κατηγοριοποίησης των διαφοροποιήσεων των παιδιών ως προς τις μαθησιακές και κοινωνικές τους ικανότητες; Τι απέγινε ας πούμε στα κακομαθημένα παιδιά ή στο δικαίωμα στην τεμπελιά; Τα παιδιά είναι πλέον περικυκλωμένα από τις ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις, τον περιορισμό των δεξιοτήτων τους και τις «μαθησιακές δυσκολίες» που περιλαμβάνουν όλα τα «δυσ-» (δυσλεξία, δυσαναγνωσία, δυσορθογραφία, δυσγραφία, δυσαριθμησία, δυσφασία) και τη διάσπαση προσοχής.

Η δομή του σχολείου, μη προσαρμοσμένη στις ανάγκες των μαθητών και στις εναλλακτικές μεθόδους διδασκαλίας προκειμένου να αναδειχθούν τα εκάστοτε ταλέντα των μαθητών και η υπερδιάγνωση, δημιούργησαν ένα ολόκληρο κατεστημένο, μία μόδα. “Η υποχρεωτική εκπαίδευση δημιούργησε ένα υποσύνολο παιδιών που παρουσίαζαν δυσκολίες στη συμπεριφορική και συναισθηματική αυτορύθμιση ή στις βασικές δεξιότητες για το διάβασμα και το γράψιμο (οι τελευταίες στη συνέχεια ονομάστηκαν μαθησιακές δυσκολίες).” (Νάνσυ Παπαθανασίου, efsyn, 16.04.2018).

Πέραν τούτου, για ορισμένους δασκάλους, πόσω μάλλον για ορισμένους γονείς, είναι αρκετά πιο εύκολο να δεχτούν ότι ένα παιδί δεν μπορεί, παρά ότι δε θέλει ή -ακόμη χειρότερα- ότι ο ίδιος δεν κατάφερε να μεταλαμπαδεύσει στο παιδί όσα επιθυμούσε, ότι δεν κατάφερε να το κινητοποιήσει ή και να βάλει όρια.

Οφείλουμε ως ειδικοί αντί να διαγιγνώσκουμε στείρα, να προτείνουμε ενδεχομένως ορισμένα πράγματα: τα παιδιά μεγαλώνουν πλέον χωρίς θέληση για διάβασμα, με ελλειπή κατανόηση του πλούτου του λεξιλογίου της γλώσσας και περιορισμένες ευκαιρίες έκφρασης. Τα συνήθη π.χ. σε μαθησιακές δυσκολίες ορθογραφικά λάθη, ενδέχεται να σχετίζονται με κάποιας μορφής διαταραχή αλλά επίσης είναι πιθανόν να προκύπτουν από ανύπαρκτο διάβασμα και ως εκ τούτου ελλειπή γλωσσικά ερεθίσματα που θα καλλιεργούσαν κανονικά το κομμάτι αυτό της οπτικής μνήμης ενός παιδιού.

Η ΔΕΠΥ αποτελεί μία νευροψυχιατρική, αναπτυξιακή διαταραχή και είναι μία από τις πιο αμφιλεγόμενες διαγνώσεις, καθώς θεωρείται ότι ψυχιατρικοποιεί σε μεγάλο βαθμό, φυσιολογικές συμπεριφορές. Ο επιπολασμός της ΔΕΠΥ εκτιμάται περίπου στο 5%, παγκοσμίως, ο οποίος φαίνεται συνεχώς να αυξάνεται τις τελευταίες δεκαετίες. Τα πυρηνικά συμπτώματα της διαταραχής αφορούν σε διάσπαση προσοχής, παρορμητικότητα και υπερκινητικότητα, συμπτώματα κοινά στην παιδική ηλικία. Τα παιδιά δεν μπορούν να συγκεντρωθούν, δε φαίνεται να ακούν, δε δίνουν σημασία στις λεπτομέρειες, κάνουν λάθη απροσεξίας, είναι ανοργάνωτα, δυσκολεύονται να μείνουν καθισμένα, σηκώνονται όταν δεν επιτρέπεται, απαντάνε πριν ολοκληρωθεί η ερώτηση, δεν ακολουθούν κανόνες και γενικά παρουσιάζουν ποικίλες άλλες “προβληματικές” συμπεριφορές. Η αιτιολογία δεν είναι απόλυτα σαφής, ενοχοποιούνται δε τόσο κληρονομικοί παράγοντες όσο και μεταβολικές και δομικές αλλαγές στην εγκεφαλική δομή των πασχόντων. Τα παιδιά με ΔΕΠΥ έχουν φυσιολογική νοημοσύνη και ικανότητες αλλά μειωμένες σχολικές επιδόσεις και δυσκολίες προσαρμογής.

Δύο πυρηνικά προβλήματα στα κριτήρια της διάγνωσης είναι το ποιος π.χ. καλείται να κρίνει αν ένα παιδί τρέχει και σκαρφαλώνει “υπερβολικά” καθώς και τι ορίζεται ως “συχνά”, λέξη που προηγείται και είναι προαπαιτούμενο κάθε επιμέρους κριτηρίου για τη διάγνωση της διαταραχής. Πρόκειται εξάλλου εν γένει για συμπεριφορές που εντάσσονται στο φάσμα του φυσιολογικού και όχι της ψυχικής ασθένειας. Τίθεται έτσι το κριτήριο έκπτωσης της λειτουργικότητας και μπαίνει έτσι το ερώτημα: ως προς τι και με ποιες προσδοκίες ορίζεται η λειτουργικότητα των παιδιών στις μέρες μας; Ενώ λοιπόν δεν επιθυμώ να αμφισβητήσω την ύπαρξη της διαταραχής, θέτω έναν προβληματισμό τόσο ως προς την παντοδυναμία που αποκτά κατ’ αυτόν τον τρόπο η ψυχιατρική όσο και ως προς την υπερδιάγνωση π.χ. από παιδαγωγούς, οι οποίοι δεν είναι πάντα οι καθόλα αρμόδιοι.

Εξετάζοντας τις θεραπευτικές επιλογές σε περίπτωση ΔΕΠΥ και μαθησιακών δυσκολιών ερχόμαστε αντιμέτωποι με φαρμακευτικές παρεμβάσεις μέσω αμφεταμινούχων σκευασμάτων και ενίοτε και αντικαταθλιπτικών, ψυχοθεραπευτικές τεχνικές, μεθόδους τροποποίησης της συμπεριφοράς (behavioral management), λογο- και εργοθεραπευτικές πρακτικές. Προσπερνώντας τις αδιαμφισβήτητες μακροπρόθεσμες παρενέργειες ουσιών όπως η ριταλίνη, θα ήθελα να σταθούμε λίγο στις υπόλοιπες θεραπευτικές προσεγγίσεις και να αναρωτηθεί ο καθένας μόνος του: γιατί δεν απασχολούμε δημιουργικά τα παιδιά μας; Γιατί δεν ξοδεύουμε περισσότερο χρόνο προσπαθώντας να τους εμφυσήσουμε με υπομονή την αγάπη για τη γλώσσα και την έκφραση; Γιατί χρειαζόμαστε bahavioral management στη θέση της προσωπικής μας υποχρέωσης να μάθουμε στα παιδιά την ύπαρξη των ορίων, της αυτοπαρατήρησης, της συνέπειας;

Ο παιδοψυχίατρος Leon Eisenberg (1922-2009), πατέρας της ΔΕΠΥ άσκησε κριτική στις μεθόδους που χρησιμοποίησε, τις θεραπευτικές προτάσεις που ο ίδιος έκανε και την πάθηση που -με βάση την τελευταία του συνέντευξη το 2009, λίγο πριν το θάνατό του- ο ίδιος “εφηύρε” λέγοντας πως αντί για τη γενετική θα έπρεπε οι παιδοψυχίατροι να διερευνούν βαθύτερα τα ψυχοκοινωνικά αίτια των συμπεριφορικών παρεκκλίσεων των παιδιών παρόλο που η επερώτηση σχετικά με ζητήματα π.χ. της οικογενείας απαιτεί πολύ περισσότερο χρόνο από τη χορήγηση ενός φαρμάκου. Αναρωτήθηκε εξάλλου αν ένα παιδί μπορεί να χαρακτηριστεί ως ασθενής, επειδή η μητέρα του ανησυχεί για συμπεριφορές εκτός του “φυσιολογικού”, επειδή οι δάσκαλοι δεν μπορούν να επιβληθούν. Καταλήγει λοιπόν σε ένα συμπέρασμα που μπορεί να επεκταθεί σε πλήθος εκ των υπερχρησιμοποιούμενων διαγνώσεων: τα χάπια – καθώς και διάφορες προσεγγίσεις- μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά μας να μάθουν, δεν πρόκειται ποτέ όμως να τους διδάξουν τίποτα. Ίσως ήρθε η ώρα παράλληλα με την ευαισθητοποίηση απέναντι σε υπάρχουσες διαταραχές, να αφουγκραστούμε τον ψίθυρο των συνθηκών υπό τις οποίες “γεννιούνται”.

 

Προτεινόμενη βιβλιογραφία:

Η αυτοκτονία της ψυχιατρικής, Παπαδόπουλος Κ. Μιχαήλ, Εκδόσεις Νήσος, Δεκέμβριος 2017, ISBN 9789605890667

Η διάγνωση της διάσπασης της προσοχής, Πρακτικός οδηγός, Λίζα Βάρβογλη, Μαρία-Μαρκέλλα Γαλάνη, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007, ISBN 9789600345438

Eisenberg, American Journal of Orthopsychiatry, 1971, p.374

Parens E, Johnston J (2009). “Facts, values, and Attention-Deficit Hyperactivity Disorder (ADHD): an update on the controversies”. Child Adolesc Psychiatry Ment Health 3