Ποίημα: Εβελίνα Παπούλια
Μαθήτρια

Επιμέλεια: Σπυριδούλα Μπισμπικοπούλου
Φιλόλογος

Ήταν Χριστούγεννα, θυμάσαι;
Έξω έκανε αφόρητο κρύο,
το χιόνι έπεφτε πυκνό
και πάγωνε τους ανθρώπους
κάνοντάς τους κρύσταλλα
στα χέρια ενός τυφλού θεού που δεν ήξερε να αγαπά.
Φορούσες το παλτό σου.
Με προσπέρασες βιαστικά
σφίγγοντας την τσάντα στο χέρι σου.
Δεν πρόλαβα να δω το πρόσωπό σου· μα είδα το βλέμμα σου.
Φόβος…
Δισταγμός…
Απέχθεια…
Οίκτος.
Στάθηκες στο πεζοδρόμιο·
κοίταξες γύρω σου και με πλησίασες-
όσο βέβαια θα τολμούσες να πλησιάσεις εσύ εμένα.
Μου πέταξες ένα κέρμα.
Και έφυγες.
Έφυγες πιστεύοντας πως μια θέση στον εικονικό σου παράδεισο
είχε γίνει πια δική σου.

Ήταν Πάσχα, θυμάσαι;
Έξω έκανε τρομερή ζέστη, ο ήλιος έκαιγε κάθε ανθρώπινη ψυχή
και την άφηνε να τσουρουφλίζεται σαδιστικά
στα χέρια ενός θεού που δεν ήξερε να αγαπά.
Φορούσες ένα λευκό φόρεμα.
Με προσπέρασες βιαστικά, σφίγγοντας την τσάντα στο χέρι σου.
Είδα το πρόσωπό σου· μα όχι το βλέμμα σου.
Φοβήθηκα. Αυτή τη φορά φοβήθηκα την απέχθειά σου.
Στάθηκες στο πεζοδρόμιο,
κοίταξες γύρω σου και ύστερα κοίταξες εμένα-
όσο βέβαια θα τολμούσες να κοιτάξεις εσύ εμένα.
Μου πέταξες ένα κέρμα.
Και έφυγες.

Ήταν Τρίτη, θυμάσαι;
Δεν ήταν αργία.
Δεν ήταν γιορτή.
Δεν ήταν μέρα προσευχής.
Ήταν Τρίτη. Ο καιρός έξω ήταν αδιάφορος.
Φορούσες ένα γκρι κοστούμι.
Με προσπέρασες βιαστικά σφίγγοντας την τσάντα στο χέρι σου.
Και έφυγες.
Νομίζεις πως με ξέρεις.
Μα ξέχασα να συστηθώ.
Ζω στον δρόμο.
Κοιμάμαι σε κούτες.
Μερικές φορές ψάχνω στους κάδους για τροφή.
Άλλες μένω νηστικός.
Όχι, δεν είμαι ζώο. Είμαι άνθρωπος. Είμαι εγώ. Εγώ, που δεν τολμάς να δεις.