Ποίημα: Εβελίνα Παπούλια, Μαθήτρια
Επιμέλεια: Σπυριδούλα Μπισμπικοπούλου, Φιλόλογος

Είναι όλα σκοτεινά πια.
Πιο μαύρα.
Πιο ήσυχα.
Ακούγεται ένα ουρλιαχτό,
πού και πού,
προσπαθώντας να μου
υπενθυμίσει πως ο πόνος
της προδοσίας δεν έφυγε
ποτέ.
Δεν θα φύγει ποτέ.
Είναι ακόμα εδώ.
Και χτυπάει.
Και δέρνει.
Και κομματιάζει.
Και εξαντλεί κάθε μικρή μου ανάγκη
να σε συγχωρήσω.
Όχι, μη μιλάς•
άσε με να τελειώσω.

Καλοφτιαγμένα ψέματα,
χωρίς διάθεση για καμία τελεία
έφυγαν να βρουν
την πιο καλοφτιαγμένη κρυψώνα,
γιατί ακόμα και αυτά ντράπηκαν.
Και στην εικόνα τους να
κρύβονται θυμήθηκα εσένα.
Εσένα, φίλε μου.
Εσένα να μου δίνεις
τα μαχαίρια
-από την πιο κοφτερή μεριά τους –
και εγώ να τα παίρνω.
Εσύ δεν ντράπηκες;
Όχι, όχι, μη δικαιολογείσαι,
άσε με να τελειώσω.

Ήξερες τις πιο αδύναμες  πτυχές μου
και τις  χρησιμοποίησες όλες
εναντίον μου
με μεγαλύτερη την εμπιστοσύνη μου
σ’ εσένα.
Όταν όλα έγιναν μαύρα.
Όταν όλη μου η ζωή έγινε
μαύρη.
Όταν το ένα μαχαίρι έγιναν
εκατό.
Εσύ πού ήσουν;
Όταν οι τέσσερις τοίχοι της
ψυχής μου βάφτηκαν μαύροι
και άρχισαν να στενεύουν
όλο και πιο πολύ
και άρχισαν να με πιέζουν και να
με πονάνε και χρειαζόμουν
ένα φως.
Μόνο ένα φως ,
για να βρω την πόρτα.
Εσύ γιατί μου το έσβησες;
Γιατί μου σφράγισες
την πόρτα;

Όταν με είδες να πονάω. Εσύ γιατί με πήρες αγκαλιά,
αφού ένιωθα το μαχαίρι σου
στην πλάτη μου;
Όχι, μην πεις λέξη.
Μην τολμήσεις να πονέσεις
καμία λέξη.
Η σιωπή σου θα είναι
πάντοτε πιο αληθινή από τα
λόγια σου.
Όταν ήθελα να χαθώ
από τον κόσμο.
Εσύ γιατί με βοήθησες να
πλέξω τη θηλιά μου;
Πες μου γιατί;

Όχι, μην πεις τίποτα.
Σε σιχάθηκα, φίλε.
Σε σιχάθηκα.