Κείμενο: Kατερίνα Πουλιάση
Εικαστικός, Νηπιαγωγός
Εμψυχώτρια Καλλιτεχνικής Ομάδας ANIMA
Επιμέλεια: Μαρία Κουσαντάκη
Αρχισυντάκτρια Animartists

 

To παρακάτω παιδικό διήγημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Δευκαλίων (τεύχος 58, 2017) και παραχωρήθηκε από την ίδια την συγγραφέα, κ. Κατερίνα Πουλιάση, σε εμάς. Η εικονογράφηση του εξωφύλλου είναι αποτέλεσμα της ίδιας της εικαστικού.

 

Φθάνοντας στο λιμάνι, η Λούδα είδε έναν γλάρο.

-Υπάρχει κάποιο πλοίο να πηγαίνει εκεί όπου τώρα είναι Χειμώνας; Τον ρώτησε.

-Δε ξέρω πού ακριβώς θέλεις να πας. Πολλά πλοία περνούν από δω, όμως σπάνια φθάνει κανείς ασφαλής στον προορισμό του. Όλα έχουν παλιές μηχανές και συνήθως είναι βαριά φορτωμένα.

-Δε με πειράζει, είπε ανυπόμονα η Λούδα. Θέλω να επιστρέψω στον τόπο μου το συντομότερο.

-Αν περιμένεις ως αύριο, θα περάσει ένα πλοίο μ’ ολοκαίνουργια μηχανή.

-Δε μπορώ να περιμένω τόσο. Νοστάλγησα ό,τι έζησα κι αγάπησα: τους φίλους μου, τις μουριές..

-Μουριές είπες; ρώτησε ο γλάρος. Υπάρχει ένα πλοίο μ’ αυτό το όνομα, που φεύγει σε λίγο απ’ τη πιο κοντινή αποβάθρα. Μάλλον αυτό πρέπει να πάρεις.

-Τρέχω να προλάβω! είπε και σύρθηκε γρήγορα ως την αποβάθρα. Έπειτα σκαρφάλωσε απαρατήρητη στο κατάστρωμα.

-Βίρα τις άγκυρες! φώναξε ένας ναύτης.

Το πλοίο ξεκίνησε, κι η Λούδα βυθίστηκε στις σκέψεις της. Θυμήθηκε όλα τα όμορφα πράγματα που είχε ζήσει στον τόπο της.

 

Συλλογιζόταν τις φίλες της κάμπιες, όταν ξάφνου μια φωνή διέκοψε τις σκέψεις της:

-Κατεβάστε γρήγορα τις βάρκες! Το πλοίο βουλιάζει, φώναζε ο καπετάνιος.

-Επιβιβαστείτε γρήγορα στις βάρκες. Η μεταφορά αποσκευών απαγορεύεται. Κι αφαιρέστε από πάνω σας οτιδήποτε βαρύ, έδινε οδηγίες ένας ναύτης.

‘Ευκαιρία να ξεφορτωθώ τα παπούτσια μου’, σκέφτηκε η Λούδα, κι έβγαλε όσα ακόμη φορούσε. Καθώς όμως ετοιμαζόταν να τα πετάξει στη θάλασσα, της ήρθε μια άλλη ιδέα.

‘Είναι βάρος για μένα, αλλά όχι και για τη βάρκα’, μουρμούρισε και πλησίασε έναν ναύτη.

-Θα ήθελα μια χάρη, παρακαλώ!

Ο ναύτης μέσα στον πανικό, ίσα που άκουσε τη φωνή της.

-Τι θα θέλατε; ρώτησε με απορία.

-Επιθυμώ τα παπούτσια που φοράω να αποσταλούν στις Αρχές. Επίσης, θα ήθελα να συνοδεύονται από ένα σημείωμα. Θα με βοηθήσετε να το γράψω;

-Τέτοια ώρα τέτοια λόγια! είπε απότομα ο ναύτης.

-Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου! επέμεινε η Λούδα.

-Καλά! Είστε τυχερή,  γιατί πάντα κουβαλώ στη τσέπη μου ένα στυλό μ’ ένα σημειωματάριο, όπου καταγράφω τις οδηγίες του καπετάνιου. Μόνο παρακαλώ σημειώστε γρήγορα αυτό που θέλετε!

Η Λούδα έγραψε γρήγορα το σημείωμα. Έπειτα το παρέδωσε στο ναύτη μαζί με τα παπούτσια.

-Να μείνω ήσυχη ότι θα σταλεί; ρώτησε ανήσυχα.

-Εντάξει. Βιαστείτε τώρα, για να προλάβετε τις βάρκες!

Η Λούδα επιβιβάστηκε γρήγορα σε μια απ’ τις διασωστικές λέμβους. Όμως, σαν έφθασε στον σταθμό προορισμού, μια έκπληξη την περίμενε. Αστυνομικοί την έπιασαν και της φόρεσαν χειροπέδες.

-Συλλαμβάνεσαι! Νόμιζες ότι θα μας ξεφύγεις. Όμως εμείς καταφέραμε και σε πιάσαμε.

Η Αστυνομία την παρέδωσε στο Δικαστήριο Εντόμων.

 

Οι κάμπιες κι οι αράχνες είχαν κληθεί ως μάρτυρες κατηγορίας. Όσοι είχε βοηθήσει στο ταξίδι της ήταν μάρτυρες υπεράσπισης. Συνήγορός της ορίστηκε το χελιδόνι.

Παρών ήταν κι ο ναύτης, που είχε παραλάβει το σημείωμα μαζί με τα παπούτσια  της. Τα παρέδωσε όλα στους δικαστές. Εκείνοι διάβασαν το σημείωμα:

«Χαρίζω τα παπούτσια που μου απέμειναν, στη Λέσχη Τζιτζικιών για τον Διαγωνισμό τραγουδιού. Αυτή είναι η τελευταία μου επιθυμία, αν τελικά δεν επιστρέψω στη στεριά. Ζητώ συγνώμη απ’ όλους για το κακό που προκάλεσα με τη υπερηφάνεια μου, καθώς και για την απόδρασή μου».

Οι δικαστές κοιτάχθηκαν προβληματισμένοι:

-Καλείσαι να καταθέσεις!

-Αναγνωρίζω ότι έφταιξα. Έχετε κάθε δικαίωμα να με καταδικάσετε. Πριν όμως, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας την πολύτιμη εμπειρία του ταξιδιού μου.

Οι δικαστές την άκουσαν με προσοχή κι εκείνη διηγήθηκε με συντομία όλη την διαδρομή της. Τέλος κατέληξε:

-Το μεγάλο μου λάθος ήταν ότι αναζήτησα τη φιλία και την ομορφιά πολύ μακριά. Εκείνες όμως βρίσκονταν δίπλα μου!

 

Το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις καταθέσεις όλων, αλλά κυρίως όσων βοήθησε, καθώς και την μεταμέλειά της. Τελικά την έκρινε σύσσωμο αθώα. Τα παπούτσια της θεωρήθηκε προτιμότερο να δωρισθούν  στο Ίδρυμα αποκατάστασης  άρρωστων τζιτζικιών.

Η Λούδα το δέχτηκε με χαρά. Ύστερα από αυτό, ένιωσε πολύ ανάλαφρη. Μόνο τα βλέφαρά της βάρυναν.

Έπεσε σ’ έναν βαθύ ύπνο, αφού προηγουμένως τυλίχθηκε  σ’ ένα αραχνοΰφαντο κουκούλι. Έμεινε εκεί όσο χρειάστηκε, προκειμένου να μεταμορφωθεί σε μια πολύχρωμη πεταλούδα.

Σαν έφθασε η Άνοιξη, έσπασε αργά το κουκούλι. Τέντωσε νωχελικά τα μουδιασμένα φτερά της. Ο ήλιος που έπεφτε πάνω τους, τα στόλιζε με χρυσαφένιες ανταύγειες.

Τα φτερά της ήταν ακόμη τσαλακωμένα. Έκανε την πρώτη της προσπάθεια να πετάξει, αλλά ατύχησε. Τότε είδε ένα χελιδόνι που έμοιαζε με τον φίλο της.

-Αγαπημένε μου φίλε, επέστρεψες!

Και τότε, δεν ήξερε αν ήταν αλήθεια ή μια φωνή στη φαντασία της, που άκουσε επιτακτική:

-Πέτα Λούδα! Πέτα όσο πιο ψηλά μπορείς! Ως τον ήλιο, εκεί όπου οι μορφές σκορπούν στο φως.

Η Λούδα άνοιξε ρωμαλέα τα φτερά της και πέταξε, ακολουθώντας τις χρυσαφένιες ακτίνες του ήλιου. Έτσι από Λούδα μεταμορφώθηκε σε Πεταλούδα.

Κάποτε κουραζόταν και ξαπόσταινε ανάμεσα στα δροσερά φυλλώματα. Έπειτα πορευόταν σε ένα ατελείωτο ταξίδι προς το φως, συλλέγοντας τροφή από τα ευωδιαστά άνθη της ζωής.

Σε αυτή της τη πορεία συναντούσε συχνά κι άλλες πεταλούδες. Ήταν όλες ευτυχισμένες, γιατί ήταν ελεύθερες. Επέλεγαν τα λουλούδια απ’ όπου έπαιρναν νέκταρ για τροφή.

Τα έντομα την προσκάλεσαν, στη γιορτή που οργάνωσαν για τον ερχομό της Άνοιξης. Εκεί της απένειμαν τιμητική πλακέτα, για τη δωρεά της στο Ίδρυμα αποκατάστασης άρρωστων τζιτζικιών. Ακόμη, σε Διαγωνισμό χορού των πεταλούδων, ανακηρύχθηκε  η Χορεύτρια της χρονιάς και της δώρισαν ένα ζευγάρι γυάλινα γοβάκια.

 

Τέλος!

 

Εδώ μπορείτε να βρείτε το μέρος Πρώτο, Δεύτερο & Τρίτο:

Η προσπάθεια μιας κάμπιας να μεταμορφωθεί σε πεταλούδα (μέρος Πρώτο)

Η προσπάθεια μιας κάμπιας να μεταμορφωθεί σε πεταλούδα (μέρος Δεύτερο)

Η προσπάθεια μιας κάμπιας να μεταμορφωθεί σε πεταλούδα (μέρος Τρίτο)