Κείμενο: Ελπίδα Βεριτά
Ψυχολόγος, MSc Κλινικής Ψυχολογίας

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Το ταξίδι αυτό ήταν για να δώσω στη ζωή μια δεύτερη ευκαιρία, εντούτοις κατέληξα στο δωμάτιο αρ. 307 να αναρωτιέμαι αν αξίζει περισσότερη προσπάθεια, αφού τίποτα δεν με κάνει χαρούμενη έτσι κι αλλιώς. Ξημέρωσε. Η πρώτη ημέρα της νοσηλείας μου. Ο ύπνος μου ήταν άστατος και η θλίψη που αισθανόμουν έντονη και ενίοτε τρομακτική. Η κυρία Ε. ήταν το πρώτο οικείο πρόσωπο που άνοιξε νωρίς το πρωί την πόρτα για να με δει. Δυσκολεύομαι να θυμηθώ τη συζήτηση που κάναμε, αλλά δεν θα ξεχάσω ποτέ το άγγιγμά της και το δάκρυ που κύλησε από τα μάτια της. Ναι, μερικές φορές οι όμορφες ψυχές κλαίνε, ακόμη κι αν φαίνονται σκληρές από το καβούκι τους. «Αδυναμίες», μου είπε. Όσο κι αν έμεινα να σιγοκλαίω εκείνη τη μέρα στη σκέψη ότι ενδεχομένως απογοήτευσα τη γιατρό που τα τελευταία χρόνια πίστευε με όλη τη δύναμη της ψυχής της σε μένα, η κυρία Ε. με καθησύχασε για το αντίθετο.

Η αλήθεια είναι ότι κάθε άνθρωπος δείχνει πως νοιάζεται με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Για τους θεραπευτές, η αυστηρότητα και η οριοθέτηση που συχνά με πληγώνουν όταν είμαι ευάλωτη, ίσως και να είναι ο τρόπος να μου δείξουν ότι επιθυμούν να είμαι καλά μέσα από ένα ασφαλές μονοπάτι. Αυτό είναι ιδιαίτερα αληθινό και για τη γιατρό που είχα τα τελευταία χρόνια. Παρόλα αυτά, η υπερηφάνεια δεν κρυβόταν από τα μάτια της ούτε η χαρά από το τρυφερό της χαμόγελο όταν άρχισα να αναρρώνω έχοντας ακούσει όλες τις συμβουλές και έχοντας τηρήσει κάθε οδηγία κατά τη νοσηλεία μου. Όσο και να ήθελα να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου απέναντι σε αυτόν τον υπέροχο για μένα άνθρωπο, μάλλον δεν τα κατάφερα ακόμη.

Όσο για τις νύχτες στην κλινική, εκείνες ήταν αρκετά δύσκολες. Προσπαθούσα να κρατάω τα μάτια μου ανοιχτά με την ανησυχία ότι μόλις αποκοιμηθώ θα επιστρέψουν οι εφιάλτες. Όμως οι περισσότεροι εφιάλτες πηγάζουν από τραύματα ή καθημερινά γεγονότα στα οποία χρειάζεται να δουλέψω με υπομονή. Κάπως έτσι βρέθηκα να κοιτάζω προς το μικρό τζάμι στην πόρτα του δωματίου ελπίζοντας να εμφανιστεί κάποιος που θα μπορώ να μιλήσω λιγάκι, όχι ώστε να διώξω τον πόνο, απλά για να αντέξω τη νύχτα. Ήταν ένα από τα πρώτα βράδια που μία από τις νοσηλεύτριες ανέβηκε στο δωμάτιο και μοιράστηκε ότι στενοχωριέται να με βλέπει τόσο θλιμμένη. Η ίδια κοπέλα ήρθε αργότερα και, αφού με κοίταξε από το τζάμι και χτύπησε την πόρτα για να ρυθμίσει τον κλιματισμό, έκατσε στο κρεβάτι δίπλα μου για μερικά λεπτά. Με αγκάλιασε σφιχτά. Δεν γνώριζε ότι είμαι άνθρωπος της αγκαλιάς ούτε εγώ γνώριζα ότι αυτή η στιγμή τρυφερότητας μπορούσε να μου προσφέρει ένα αίσθημα ασφάλειας. Ασφάλεια που είχα ανάγκη να νιώσω εκείνη τη στιγμή. Ήθελα να ξεσπάσω σε λυγμούς, καθώς τα δάκρυα με γαληνεύουν, αλλά της ψιθύρισα «ευχαριστώ». Χαμογέλασε κι έπειτα με άφησε να ξεκουραστώ.

Σε κάθε συνάντηση με τους θεραπευτές εξακολουθούσα να ζορίζομαι και να σκέπτομαι ότι κανείς δε θα θελήσει να πιστέψει πως μία κοπέλα είκοσι πέντε χρόνων είναι μόνη στον κόσμο. Εξάλλου, αυτό δεν ήταν μάλλον κι εντελώς αληθινό. Όμως οι θεραπευτές δεν ήταν καθόλου αδιάφοροι, άκουγαν με προσοχή και ίσως έδειχναν περισσότερο σκεπτικοί. Δεν ήθελαν να υποφέρω, μόνο που δεν έβρισκα τα λόγια να εκφράσω ότι, φεύγοντας, θα πρέπει να συνεχίσω να παλεύω με όλο τον πόνο που δεν έχω βρει το κλειδί να αντικρίζω. Και ξέρω ότι ο πόνος δεν θα φύγει ποτέ. Αλλά ευχόμουν να έρθει η μέρα που δεν θα τον νιώθω κάθε λεπτό. Επέστρεψα στο δωμάτιο πλημμυρισμένη από στεναχώρια. Παράξενο πράγμα να είμαι χωμένη εκεί μέσα, ντυμένη όμορφα και τα δάκρυα να στάζουν στα ρούχα μου σχηματίζοντας σκούρες κηλίδες.

Ποιος να με παρηγορήσει; Γιατί συχνά έχω ανάγκη παρηγοριάς. συχνά μου λείπει η δύναμη. Δεν παραιτούμαι, αλλά προσπαθώ να βελτιωθώ και κάθε μέρα χρειάζεται να ξαναρχίσω από την αρχή. Μια σύντομη παρηγοριά μπήκε στο δωμάτιο κι έκατσε δίπλα μου. Το δωμάτιο αρ. 307 είχε πολύ γρήγορα μετατραπεί από έναν απλό χώρο που με απέτρεπε από το να πληγώσω τον εαυτό μου σε ένα μέρος με μικρές στιγμές αποδοχής. Δίχως να γνωρίζει πολλά για τη ζωή μου μήτε για την κατάσταση, προσπάθησε χαριτωμένα και με διακριτικό χιούμορ να μου δείξει ότι αξίζω και ότι υπάρχουν άνθρωποι που νοιάζονται και με αγαπούν. Η ευθυμία της ήταν, παρόλα αυτά, εκείνο που για τόσο μόνο με ξετρέλανε και έφερε ένα χαμόγελο στην επιφάνεια. Υποθέτω πως πέρα από τον ρόλο της νοσηλεύτριας είναι μια μηχανή θετικής ενέργειας γι’ αυτήν την κλινική, όπως ήταν και για μένα. Πόση ελπίδα μπορούν να χωρέσουν άραγε μερικά λεπτά;

Τις ημέρες της νοσηλείας μου κατάλαβα ότι οι άνθρωποι είναι τόσο διαφορετικοί κι ωστόσο μοιάζουν σε πολλά σημεία. Έχουν την πρόθεση να πάρουν ή να χαρίσουν ένα χαμόγελο ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους. Έχουν την ανάγκη να στηρίξουν και να προστατεύσουν με ξεχωριστούς και ιδιαίτερους τρόπους. Βλέπεις, ήταν όλοι τους «όμορφοι άνθρωποι». Όχι σκέτο όμορφοι, αλλά άνθρωποι. Και αυτό ήταν που με έκανε να μη φοβάμαι το σκοτάδι εκείνες τις νύχτες. Μέσα από αυτή την εμπειρία έμαθα πως όταν πέφτουμε δεν μένουμε εκεί για πάντα αλλά πρέπει να προσπαθήσουμε να σηκωθούμε… Κι αν έχουμε πέσει και έχουμε χτυπήσει πολύ, τότε ζητάμε βοήθεια! Ευτυχώς για μένα, μου δόθηκε απλόχερα η βοήθεια που χρειαζόμουν. Ίσως και πολλά περισσότερα. Γνώριζα ότι είχα την τάση να κάνω κακό στον εαυτό μου χιλιάδες φορές, αλλά κατά κάποιον τρόπο αγαπώ ακόμη τη ζωή. Οι μέρες εκείνες με βοήθησαν να ανακαλύψω ότι έχω ένα εξαιρετικό κουράγιο να ζήσω. Τώρα που το αποτυπώνω, είναι μάλιστα και η πρώτη φορά που συνειδητοποιώ ότι δε λυγίζω πλέον με την ίδια ευκολία στα χτυπήματα που αναπόφευκτα δέχομαι στη ζωή. Δεν ξέρω αν έχασα την ευκαιρία που έψαχνα ή αν απλώς δε μου δόθηκε ποτέ. Ξέρω μονάχα ότι μέσα από όσα βίωσα στην κλινική, βγήκα πιο δυνατή. Έπαψα να πολεμάω τόσο έντονα το σκοτάδι μου. Εξάλλου πονάμε για το ίδιο χαμένο φως.