Ποίημα: Εβελίνα Παπούλια, Μαθήτρια
Επιμέλεια: Σπυριδούλα Μπισμπικοπούλου, Φιλόλογος

Μαμά, θυμάσαι;
Όταν ήμουν μικρός,μου άρεσε να κάθομαι δίπλα στη φωτιά
και να χαζεύω με τις ώρες
τη μικρή πύρινη χρυσόσκονη,που χρωμάτιζε το τζάκι μου.

Σήμερα, μαμά, η πύρινη χρυσόσκονη,
έγινε ένας ολόκληρος πύρινος δράκος.

Σήμερα, μανούλα, η πύρινη χρυσόσκονη με σκότωσε.
Η φωτιά,που μου άρεσε τόσο,
με έκαψε.
Για μερικά λεπτά η φωτιά, που μου άρεσε τόσο,
έγινα εγώ.

Σήμερα,μανούλα,κάηκαν τα βουνά.
Σήμερα, οι θάλασσες βάφτηκαν κόκκινες.

Σήμερα, η παιδική χαρά που με πήγαινες,
όταν ήμουν μικρός,
έγινε στάχτη.

Είδα το αρκουδάκι μου να καίγεται,μαμά.
Είδα και το σπίτι μας…

Η ελπίδα έπαψε να μοιάζει με τον ήλιο.
Σκοτείνιασε,μανούλα.

Σκοτείνιασε ο ουρανός
και η ελπίδα κρύφτηκε
πίσω από τους επιβλητικούς γκρι καπνούς.

Όχι,δεν είναι σύννεφα,μαμά,μη με ξεγελάς.

Τώρα ξέρω γιατί ο ουρανός είναι μαύρος.
Ήταν ανθρώπινο χέρι
που τα έκανε όλα αυτά.

Άνθρωπος σκότωσε άνθρωπο μαμά.
Άνθρωπος σκότωσε τον θεό για δεύτερη φορά,
κάνοντας στάχτη το πιο ζωντανό κομμάτι του που άφησε πίσω.

Η φύση είναι νεκρή.
Ο άνθρωπος λείπει.

Και η γη ουρλιάζει
για μια νύχτα που ποτέ δεν τελείωσε.

Και η θάλασσα τρομάζει,
γιατί δεν μπορεί να σώσει τίποτα πια.

Και το φεγγάρι κοκκινίζει
υπενθυμίζοντας το αίμα των νεκρών.
Και ο ουρανός κλαίει ξεπλένοντας την αμαρτία.

Μα αν ξύσεις λίγο το χώμα, όλα ξανά είναι εδώ.

Όλα ξανά πάνω στο ανθρώπινο χέρι.