Άρθρο: Μάνθος Μυριούνης
Ψυχολόγος/Ψυχοθεραπευτής

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Έχουν ευτυχώς περάσει αρκετά χρόνια από τότε που τα παιδιά τα βλέπαμε σαν μικρογραφίες μας, δεν τους δίναμε ιδιαίτερη σημασία ούτε τα ακούγαμε με προσοχή και δεν δίναμε βάση σε αυτά που είχαν να μας πουν. Έκτοτε και τα τελευταία είκοσι χρόνια, με την άνοδο και την άνθιση των παιδαγωγικών επιστημών και των επιστημών του ανθρώπου, η συναισθηματική διαπαιδαγώγηση των παιδιών απέκτησε μια  άλλη πιο σημαίνουσα θέση στα μελήματα των γονιών και αποτελεί πλέον σημαντικό καθήκον των δασκάλων τους. Πλέον δίνουμε ιδιαίτερη σημασία στην αναγνώριση των παιδικών συναισθημάτων!

Δεν μπορούμε πλέον να ισχυριστούμε πως τα παιδιά είναι κάτι ουδέτερο, το οποίο θα διαμορφώσουμε ανάλογα και σύμφωνα με τις δικές μας πεποιθήσεις και στάσεις ζωής ή τις αξίες μας. Έτσι σήμερα, γενιά με τη γενιά, μπορούμε να ισχυριστούμε πως γινόμαστε καλύτεροι γονείς  και λαμβάνουμε περισσότερο υπόψη μας τις ψυχολογικές και συναισθηματικές τους ανάγκες. Έχουμε φτάσει με την πάροδο των ετών και την ανάπτυξη των παιδαγωγικών επιστημών να δίνουμε σημασία και να ακούμε με προσοχή κάθε παιδική κουβέντα και συζήτηση! Και τα παιδιά το αντιλαμβάνονται! Έχει πλέον κατακτηθεί και εξαπλωθεί στο μυαλό και τον νου των περισσότερων γονιών ότι τα παιδικά συναισθήματα πρέπει να αναγνωρίζονται και να εισακούονται και ακόμη πως τα παιδιά σήμερα δείχνουν μεγαλύτερη ωριμότητα από ό,τι παλιότερα.

Πριν κάποια χρόνια ήταν κάτι ανεκτό και θα έλεγα ευρέως αποδεκτό να υποτιμούνται τα συναισθήματα του παιδιού και αυτά να μην αναγνωρίζονται  ως αυτόνομες, εκκολαπτόμενες μεν, αλλά ανεξάρτητες και ξεχωριστές προσωπικότητες. Ακόμη και στο σχολικό πλαίσιο δε λαμβανόταν σοβαρά  υπόψη η δομή της προσωπικότητας του κάθε παιδιού και με την εφαρμογή της αυστηρότητας, της μείωσης της ατομικότητάς τους και άλλες προσβλητικές, θα έλεγα, συμπεριφορές, υπονομεύονταν η αξία και η ανεξαρτησία της παιδικής προσωπικότητας.

Όλες αυτές οι πρακτικές δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστες, για να μην πω ότι αποτελούσαν τον κανόνα της συμπεριφοράς απέναντι στα παιδιά. Σιγά-σιγά, όμως, με την πάροδο των ετών και την άνοδο και την ανάδειξη σε μείζονα βαθμό της σημαντικότητας των ψυχοπαιδαγωγικών σχολών και επιστημών, αυτές οι στάσεις και οι συμπεριφορές αναθεωρήθηκαν και πλέον αποτελούν σημαντικό κεφάλαιο σε κάθε άνθρωπο και επαγγελματία που συναλλάσσεται συναισθηματικά και αλληλεπιδρά μαζί τους η προσοχή και η επιβεβλημένη προσήλωση στον συναισθηματικό κόσμο των παιδιών!

Έτσι, ο τρόπος που μιλάμε στα παιδιά, έτσι ώστε να μας ακούνε και να υπολογίζουν τα λόγια μας και να μας μιλούν και αυτά ανοιχτά και ισότιμα, έχει αποκτήσει πολλά ποιοτικά χαρακτηριστικά και έχει εξελιχθεί σύμφωνα με τις επιταγές της σύγχρονης παιδαγωγικής επιστήμης.

Όσον αφορά στις μεθόδους μάθησης, εγκαταλείφθηκαν τα παλαιωμένα, στείρα και αναποτελεσματικά δεδομένα και οι προσεγγίσεις στα παιδιά εμπλουτίστηκαν και διανθίστηκαν με ιδέες που διεγείρουν το συναίσθημά τους, προκαλούν και επεκτείνουν την ακόρεστή τους περιέργεια και τα παρακινούν, έτσι ώστε να μπορέσουν να αναπτύξουν ευχερέστερα και με ακεραιότητα τον χαρακτήρα τους και τα προσωπικά χαρακτηριστικά τους.

Η θέληση των εμπνευσμένων παιδαγωγών που υπολόγιζαν και επένδυαν στον συναισθηματικό κόσμο των παιδιών, δημιούργησαν παιδαγωγικές παραδόσεις και θεωρητικές μεθόδους, οι οποίες έκαναν τις συμπεριφορές της τιμωρίας και της υποτίμησης αλλά και της αδιαφορίας για το πώς νιώθουν τα παιδιά εξόχως ξεπερασμένες και αναχρονιστικές. Πλέον και με την ενδεδειγμένη σοβαρότητα και αξιοπιστία που δείχνουμε στα συναισθήματα των παιδιών αλλά και με τη συναίσθηση, την προσεκτική ακρόαση και την απαιτούμενη προσοχή και θέληση έχουμε καταφέρει να ξεκλειδώσουμε τις ικανότητες όλο και περισσότερων παιδιών και έχουμε οριστικά αποκηρύξει τη φράση που στοίχειωσε πολλές παιδικές ψυχές: «Δεν τα παίρνει τα γράμματα». Η συγκεκριμένη θεώρηση έβαζε ταφόπλακα στα όνειρα και την αξιοπρέπεια και προσέβαλλε βάναυσα την προσωπικότητα των παιδιών κάνοντάς τα να πιστεύουν ότι είναι κατώτερα και ότι δεν τους «κόβει» αρκετά. Λέξεις που τα συνόδευαν και στην υπόλοιπη ενήλικη ζωή τους, με αποτέλεσμα οι μαθητές να τοποθετούν τον προσωπικό τους πήχη όλο και χαμηλότερα. Εκείνη η μεταχείριση πλήγωσε ανεπανόρθωτα πολλές φορές την αθωότητα των παιδιών και την έμφυτη καλοσύνη τους και ακρωτηρίαζε κάθε καλή πρόθεση προς τους συμμαθητές και τους συνομηλίκους τους, αλλά κυρίως ανέκοπτε κάθε δεσμό με τη μάθηση και γνώση!

Όμως, πλέον, οι περισσότεροι γονείς και η μεγάλη πλειοψηφία των εκπαιδευτικών ακούνε προσεκτικά τα παιδιά και ενισχύουν την ανάπτυξή τους σύμφωνα με τα δικά τους ενδιαφέροντα, τις δικές τους κλίσεις και τις επιθυμίες που έχουν για τη ζωή. Η θέληση των παιδιών πλέον όχι μόνο ακούγεται, αλλά λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, διότι πλέον γνωρίζουμε πολύ καλά ότι τα παιδιά όταν κάνουν κάτι που αγαπούν πραγματικά, τότε και μόνο τότε μπορούν να το κάνουν καλά και να προκόψουν και να εξελιχθούν  στη ζωή τους ως ευτυχισμένες και ολοκληρωμένες προσωπικότητες και επιτυχημένοι αυριανοί επαγγελματίες και συνάνθρωποί μας.

Η ικανότητα των παιδιών να αυτορυθμίζουν τη συμπεριφορά τους έχει σε μεγάλο βαθμό εξελιχθεί και αυτό οφείλεται στην ενθάρρυνση που παίρνουν, ώστε να εκδηλώνουν τα συναισθήματά τους, και στη θαλπωρή, στην καλοσυνάτη υπομονή που τους παρέχουν οι γονείς αλλά και οι εκπαιδευτικοί τους.

Άλλος ένας παράγοντας που συνετέλεσε σε αυτήν την προοδευτική αλλά και αποτελεσματική μέθοδο διαπαιδαγώγησης είναι η πλέον ενεργή συμμετοχή των πατεράδων στην διαπαιδαγώγηση των παιδιών ενάντια σε ό,τι παλιότερα πιστευόταν, δηλαδή ότι ο πατέρας πρέπει να είναι εκείνος που μαλώνει, που βάζει τα όρια, που είναι σκληρός και που επιβάλλει την πειθαρχία με κάθε τρόπο και με κάθε μέσον.

Ο Ginnot υποστηρίζει ότι μια από τις σημαντικότερες ευθύνες που έχουν «οι γονείς είναι να ακούνε τα παιδιά τους και μάλιστα όχι μόνο τα λόγια τους αλλά και τα συναισθήματά τους, τα οποία κρύβονται πίσω από τις λέξεις». Μάλιστα ο Ginnot μας αναφέρει πως η συζήτηση  για τα συναισθήματα μπορεί να αποτελέσει έναν θαυμάσιο και δόκιμο τρόπο (μέσον) για να διδάξουν οι γονείς στα παιδιά τους κάποιες αξίες. Και είναι απόλυτα σαφές και αληθινό πως όταν διαχειρίζεσαι με παιδαγωγικό τρόπο τα συναισθήματα των παιδιών μπορείς να πετύχεις μακροπρόθεσμους στόχους και να φυτεύσεις στο μυαλό τους χρήσιμες πληροφορίες και σταθερές αξίες που είναι κοινωνικά αποδεκτές και που πιθανότατα θα διατηρήσουν για την υπόλοιπη ζωή τους.

Η αναφορά του Ginnot πως η συναίσθηση δεν είναι απλώς σημαντική αλλά είναι η βάση της αποτελεσματικής διαπαιδαγώγησης μας ωθεί στην διαπίστωση πως η επίγνωση των γονέων για τα συναισθήματα των παιδιών αποτελεί τον πυρήνα για την εξασφάλιση της συναισθηματικής -και όχι μόνο- νοημοσύνης των παιδιών.

Τέλος αναγνωρίζουμε ότι κάθε παιδαγωγική μέθοδος που ήθελε να κατακτήσει και να κατατροπώσει τη θέληση και το συναίσθημα των παιδιών έχει πια τελειώσει και έχει πια  μεταβληθεί σε μια πιο παιδοκεντρική οπτική με γνώμονα και ζητούμενο τον υγιή ψυχισμό τους!

Έτσι, σήμερα σε μια προσπάθεια εκπαίδευσης των παιδιών σε σωστά και ηθικά μονοπάτια που προσαρμόζονται και συμβαδίζουν με τα κοινωνικά δεδομένα και είναι φιλικά και συμβατά προς την τρυφερότητα της ηλικία τους, μιλάμε με σεβασμό προς τα συναισθήματά τους και ισότιμα αντιμετωπίζουμε τις αντιρρήσεις και τις διαφοροποιήσεις τους. Το συναισθηματικό διαλεκτικό μοντέλο διαπαιδαγώγησης παράγει μόνο ωφέλιμα αποτελέσματα στα παιδιά και, κυρίως, τα κάνει όχι μονάχα συμμάχους αλλά και συμμέτοχους τα ίδια στην διαπαιδαγώγησή τους!


Προτεινόμενη Βιβλιογραφία:

Ginnot, Haim (1965). Between Parent and Child. New York, NY: MacMillan Publishing Company.