Άρθρο: Άννα Ζανιδάκη
Συγγραφέας
Επιμέλεια: Αρχοντία Νασιρίδου
Ψυχολόγος

Ζωής που χαράξαμε εμείς και μόνο εμείς, ίσως τώρα να θέλουμε να τις διαγράψουμε, να πατήσουμε ένα μαγικό θαυματουργό κουμπάκι για να εξαφανισθούν διά παντός από μπρος μας, ακόμα και από το μυαλό μας.

Δε γίνεται όμως όλο αυτό. Όσο κι αν παλεύω, όσο κι αν προσπαθώ κι αν ικετεύω τον εαυτό μου να μη σκέφτεται, να μην απολογείται, αλλά κυρίως να μη τον παραθέτω βορρά σε άγρια θηρία όπως είναι η κρίση, η αυτοκριτική, αλλά κυρίως η μια και μοναδική για όλους μας, η σκληρή μας αλήθεια.

Αυτήν που όλοι την ξέρουμε αλλά για δική μας κάλυψη, αυτοπροστασία και συγκάλυψη, αρνούμαστε όχι μόνο να τη δούμε κατάματα, αλλά και προσπαθούμε με διάφορους τρόπους και τερτίπια να την επιχρυσώσουμε και να βελτιώσουμε όλο και πιο πολύ τη διαστρέβλωσή της.

Άραγε θα φανεί κάποιος να πει, ναι ρε παιδιά, έσφαλλα, το πλήρωσα αλλά και τώρα ακόμα είμαι σε θέση να το δω, να το διορθώσω το ζήτημα και να νοιώσω ανακουφισμένος, ελεύθερος και απαλλαγμένος από τις τύψεις και τις ερινύες μου.

Ειλικρινά, από μικρό παιδί που ήμουν, ακόμη κι αν έκανα και καμιά σκανταλιά, έλεγε η μαμά μου, προβατάκι του Θεού ήμουν, χωρίς εξεγέρσεις και επαναστάσεις, τότε.

Μάλλον ο εαυτός μου, που τον είχα καταπλακώσει με τα σωστά, τα πρέπει, τα καθωσπρέπει και δεν είχα αφήσει να ξεχειλίσει η τότε μου αγανάκτηση και οργή, για το οτιδήποτε, ήξερα πως με πονούσε και ήθελα να βρεθώ απέναντί του και να το αντιμετωπίσω, ακόμα και με πόνο ψυχής.

Αυτός ο θαυμασμός, αυτοί οι έπαινοι και κυρίως το δικό μου άλλοθι να μη στεναχωρήσω κανένα, να μη βρεθεί κανείς να πει το παραμικρό, να μην εκθέσω και να μην εκτεθώ, φέρανε τα πράγματα και τις καταστάσεις να εναντιωθούν στο δικό μου έκδηλο, φανερό και απαλλαχτικό βούλευμα που ’χα δώσει  για κάθε μια τυχαία ή σκόπιμη σκέψη, που ποτέ δεν είχε αποκτήσει σάρκα και οστά.

Αλλά να είμαστε σίγουροι πως ο εαυτός μας, όταν ξέρει ότι πονάμε, μας πονάνε, άδικα ή δικαίως, θα βρει τρόπο να επαναστατήσει και να μας ζητήσει και τα ρέστα, γιατί τον απορρίψαμε, τον παραβλέψαμε, ή και τον αγνοήσαμε.

Οπότε έρχεται μια ωραία πρωία που βλέπεις στον καθρέφτη, ή κάποιος άλλος φροντίζει να σου δείξει την δήθεν μειονεκτική σου θέση, απέναντί του, με αποτέλεσμα να δονηθεί το είναι σου από χιλιάδες ρίχτερ, που όλα μαζί σε ταρακουνούν και σου λένε, ε είμαστε κι εμείς ρε εδώ, τα θέλω σου, τα όνειρά σου, που μας άφησες, αλλά όπως βλέπεις σ’ αυτήν την ζωή, η αχαριστία είναι κάκιστος σύμβουλος για επανεντάξεις ζωών, σχέσεων, γάμων.

Τότε κι εσύ παίρνεις μια βαθειά ανάσα, χαράζεις αυτήν την κόκκινη περιβόητη γραμμή και λες, είμαι εδώ για μένα και τα όνειρά μου, σας ανήκω ως το σημείο που εγώ πια θα θέσω τα όρια και τα περιθώριά μου, χωρίς να γίνω εγωιστής ή εγωίστρια, αλλά τώρα θα ζήσω για μένα, για τα δικά μου θέλω, που τα καταπατήσατε στο βωμό της οικογένειας, των πρέπει με θυσία, έναν άνθρωπο, μια ψυχή, μια καρδιά.

ΗΜΟΥΝ ΠΡΟΒΑΤΑΚΙ ΚΑΙ ΜΕ ΚΑΝΑΤΕ ΛΥΚΟ.

ΕΤΟΙΜΑΣΤΕΙΤΕ ΝΑ ΣΑΣ ΚΑΤΑΣΠΑΡΑΞΩ… ΟΣΟΙ ΜΕ ΑΓΝΟΗΣΑΤΕ ΜΕ ΠΑΡΑΓΚΩΝΗΣΑΤΕ ΚΑΙ ΠΑΙΞΑΤΕ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΜΟΥ ΑΣΧΗΜΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ… ΜΕ ΥΠΟΥΛΙΑ ΚΑΙ ΦΘΟΝΟ…

ΟΣΟΙ ΜΕ ΠΟΝΕΣΑΤΕ ΑΔΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΞΕΡΕΤΕ ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ…

Εγώ έκανα την αυτοκριτική μου…

ΝΑΙ, ΕΦΤΑΙΞΑ, ΦΤΑΙΩ… ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΕΓΩ … ΓΙΑΤΙ ΑΠΛΑ ΤΑ ΠΑΛΑΜΑΚΙΑ ΧΤΥΠΙΟΥΝΤΑΙ ΜΕ ΔΥΟ ΧΕΡΙΑ!