Κείμενο: Βιργινία Βλάχου
Φιλόλογος – Φοιτήτρια Ψυχολογίας

Επιμέλεια: Χαρούλα Ξανθοπούλου
Φιλόλογος


Η εικόνα του στο μικρό ξύλινο τραπέζι είναι κάτι γνώριμο. Το κοίταζες καθώς σε έπαιρνε ο ύπνος τις Κυριακές, τότε σου φαινόταν ένα απλό δοχείο που θα ήταν εκεί για πάντα και δεν θα το μετακινούσε κανείς.  Κι όμως βλέπεις ότι ακόμη και τώρα δεν έχει μετακινηθεί. Εκεί ανήκει. Αυτή είναι η θέση του. Γιατί όμως εσύ ασχολείσαι με ένα δοχείο και κάθεσαι και το κοιτάζεις και παρατηρείς τη μονιμότητά του; Για πόσα ‘’αντικείμενα’’ ανησυχείς καθημερινά ότι θα μετακινηθούν και πόσο απογοητεύεσαι όταν βλέπεις ότι τα έχεις μετακινήσει ο ίδιος ή ότι στα μετακίνησαν; Πόσα ‘’πιστεύω’’ έχεις αναθεωρήσει, έχεις ‘’μετακινήσει’’ και τελικά λησμονείς την αθωότητα των πρώτων; Πόσους ανθρώπους έχεις τοποθετήσει σε μια ‘’θέση’’ στο μυαλό και στη καρδιά σου και εκείνοι μετακινήθηκαν ή έπεσαν ή τους (αντ) άλλαξες; Πόσα όνειρα και ιδέες έχεις αλλάξει από τότε που κοιτούσες το δοχείο της γιαγιάς την Κυριακή; Πόσα λόγια, δάκρυα και ‘’ευχαριστώ’’ έχεις κρύψει στο δοχείο της ψυχής σου;

Είναι σίγουρα πολύ περισσότερα από όσα έχεις αναλογιστεί.

Στιγμές έρχονται και φεύγουν, άνθρωποι και όνειρα χάνονται, δοχεία ξένα και οικεία μοιράζονται, δανεισμένες θέσεις και ενστικτώδεις ‘’μετακινήσεις’’, βιαστικές αποφάσεις, διαφωνίες και φωνές. Όλα τόσο ασήμαντα μπροστά στο δοχείο της γιαγιάς. Αυτό δεν το μετακίνησε κανείς, δεν το δάνεισε, δεν το μοίρασε, δεν το χάλασε. Ασυνείδητα το πρόσεχες γιατί ήξερες ότι αν σπάσει δεν θα ξαναβρεθεί. Ήξερες ότι αν το αλλάξεις θέση θα χάσει τη μαγεία της σταθερότητας και της ασφάλειας. Θέλεις να ξέρεις ότι θα είναι εκεί να το ανοίγεις όποτε θες, να το αγγίζεις, να το νιώθεις. Οι άνθρωποι δενόμαστε με τα αντικείμενα που μας έχουν προσφερθεί από αγαπημένα πρόσωπα ή μας θυμίζουν μια ευχάριστη συνήθως στιγμή σε μια κρίσιμη ηλικία. Αντίκείμενα…δώρα.

Η γιαγιά μπορεί να λείπει, αλλά το δώρο είναι εκεί.  Τώρα ξέρεις ότι το δοχείο θα είναι πάντα εκεί ακόμη και αν σπάσει, αν το χάσεις ή αν το μετακινήσεις. Γιατί  το δώρο είναι ζεστό μέσα στο ‘’είναι’’ σου και έχει βρει την θέση του μαζί με όλα τα λόγια και τη σοφία της γιαγιάς. Μαζί με όλα αυτά που σου είπε να μην κάνεις αλλά εσύ έκανες, με όλα τα διδάγματα και τα μαθήματα για τη ζωή. Ξέρεις ότι για να φυλάξεις το δοχείο της γιαγιάς θα πρέπει να το ξεσκονίζεις και να το μοιράζεις και εσύ με τη σειρά σου. Να είσαι περήφανος για το δώρο που σου έκανε. Να είσαι γενναιόδωρος και η φωνή σου να μεταφέρει τα μηνύματα που είχε κρύψει η γιαγιά στο δοχείο, μέσα από τις καθημερινές πράξεις της. Στη μνήμη σου να το κρατάς και να μην το υποτιμάς. Μπορεί να φαίνεται παλιό μα αν το εμπλουτίσεις με τα αποτελέσματα του δικού σου πειράματος, της δικής σου ζωής, τότε θα λάμψει σαν αστέρι. Γιατί το δοχείο το κράτησαν τα χέρια που σου έδωσαν, σου έδωσαν πολλά μικρά αστέρια. Με ανταλλάγματα μηδέν. Σου έδωσαν χωρίς να ξέρουν τι σου δίνουν. Θησαυρούς. Και εσύ τα ευχαρίστησες στο ύστατο αντίο του υλικού αποχαιρετισμού. Τα αστέρια όμως τα έχεις. Είναι δικά σου και μπορείς να τα βλέπεις να λάμπουν με τα μάτια της καρδιάς, να σε ζεσταίνουν με ασφάλεια και ανιδιοτέλεια.

Για αυτό μη λυπάσαι. Ουσία η ύλη δεν έχει. Το δοχείο να προέχει. Την αναπόφευκτη φυσική σου φθαρτότητα νοηματοδοτεί αλλά ως αντίδοτο, των άστρων την ελπίδα διαλαλεί.

 «ενώ ο ίδιος ο θάνατος σε αφανίζει, η ιδέα του θανάτου μπορεί να σου σώσει την ζωή» I. Yaloom