Άρθρο: Μάνθος Μυριούνης
Ψυχολόγος/Ψυχοθεραπευτής

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Στη σημερινή ούτως ή άλλως σκληρά κακοποιητική κοινωνία, τα συμβάντα και τα περιστατικά βίας και κακομεταχείρισης βρίθουν μεταξύ των ανθρώπων. Αυτά κάνουν την εμφάνισή τους συχνά τόσο στην καθημερινότητά μας όσο και στα Μέσα Ενημέρωσης, μέσω των οποίων ερχόμαστε σε επαφή με τη βία, ακούγοντας αφηγήσεις ή και συμμετέχοντας οι ίδιοι σε τέτοιες εμπλοκές με γνωστούς, φίλους ή και άλλους. Δεν θα ήθελα να σταθώ και να αναφερθώ στη «μεγάλης κλίμακας», όπως την ονομάζουν, βία αλλά κυρίως στα καθημερινά κακοποιητικά περιστατικά, τα οποία σε όλους μας λίγο-πολύ συμβαίνουν. Κακώς μερικές φορές δεν τα θεωρούμε τόσο σημαντικά, γιατί παρόλα τα αντιθέτως λεχθέντα, ουσιαστικά έχουμε συνηθίσει τη βία ως γεγονός και με όποια της μορφή περιέχεται και είναι ενεργή στην καθημερινότητά μας.

Σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να ορίσουμε ως βία μόνο τη σωματική και μόνο αυτήν της «μεγάλης κλίμακας» αλλά κυρίως οφείλουμε να ρίξουμε φως και στην καθημερινή, την αδιόρατη, την πιο αθόρυβη, την υποτίθεται πιο «αθώα» αλλά εξίσου επικίνδυνη και τρομερά δυσάρεστη βία με τις πολλές και περίπλοκες παρενέργειες˙ τη συναισθηματική βία και την ψυχολογική κακοποίηση!

Και αυτό γιατί αυτή η βία, η συναισθηματική και ψυχολογική, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων δεν γίνεται αντιληπτή αλλά και όταν γίνεται, υπάρχει μια σαφέστατη προσπάθεια υποτίμησής της και αθώωσής της. Λανθασμένα την υπολογίζουμε σαν κάτι άκακο, για να μην πω συνηθισμένο. Πλην, όμως, αυτή παραμένει ωμή, σκληρή και βάναυσα επώδυνη όσον αφορά στα αποτελέσματά της και τις οδύνες που τη συνοδεύουν.

Έχει πολλές φορές τη μορφή της χειραγώγησης και της χειριστικότητας και το πιο σύνηθες είναι να συμβεί ανάμεσα σε ανθρώπους που έχουν κοινούς δεσμούς μεταξύ τους και έχουν «επιλέξει» αυτόν τον αδόκιμο, ανορθόδοξο και ενδεδυμένο με αρνητικά συναισθήματα τρόπο για να συνδιαλέγονται μεταξύ τους. Πρόκειται για μιας μορφής επικοινωνία, κατά την οποία εκβιάζουν ο ένας τον άλλον με εναλλασσόμενους κάθε φορά ή κάποιες φορές ρόλους, με τον θύτη να γίνεται θύμα και το θύμα να γίνεται θύτης, και άλλοτε με πιο σταθερούς και μονοδιάστατους, δηλαδή ο ένας είναι ο ξεκάθαρα θύτης και ο άλλος πάντα το θύμα.

Κι επειδή η σχέση που μπορεί να έχουμε με το άτομο που ασκεί αυτήν τη συναισθηματική βία επάνω μας είναι συνήθως αυτό που λέμε «δικός μας άνθρωπος», είτε σύντροφος είτε συγγενής είτε μετέχει στο πολύ κοντινό μας και φιλικό μας περιβάλλον, το οικογενειακό ή το εργασιακό, η αξίωσή μας για σωστή συμπεριφορά ελαττώνεται προς χάριν της όποιας σχέσης. Γι’ αυτό και τις περισσότερες φορές είμαστε όχι μόνο εκτεθειμένοι στη βία αυτή αλλά και τη δεχόμαστε πιο εύκολα, όντες απροετοίμαστοι, για να μην πω αβοήθητοι. Έτσι, παραμένουμε σιωπηλοί και πολλές φορές δυσάρεστα έκπληκτοι και ανέκφραστοι. Η υποτίμηση μπροστά σε τρίτους με την απαξίωση και τον εξευτελισμό είναι συμπεριφορές που εύκολα και συχνά απαντώνται από δικά μας άτομα, όταν αυθαίρετα και εν πολλοίς αδικαιολόγητα αποκτούν ένα τέτοιο δικαίωμα, χωρίς ποτέ  εμείς οι ίδιοι να έχουμε συνηγορήσει στο έλασσον για κάτι τέτοιο.

Η αυστηρή, βάναυση και άδικη κριτική που πολλές φορές αντιλαμβανόμαστε γύρω μας και της οποίας γινόμαστε στόχος, δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνεται σε αυτό που ονομάζουμε ψυχολογική βία και συναισθηματική κακοποίηση. Όλα αυτά, βέβαια, μπορούν να συμβούν και από άγνωστους ή και ελάχιστα γνωστούς σε εμάς ανθρώπους. Εκεί, όμως, που κορυφώνονται τα δυσάρεστα συναισθήματά μας και η ψυχή μας υπόκειται σε βάναυση μεταχείριση είναι όταν συμβαίνει ή επιχειρείται από τους πιο κοντινούς μας ανθρώπους. Γιατί τότε είναι που πονάει πιο πολύ˙ όταν από εκεί που περιμένουμε στήριξη, αγάπη και αφοσίωση, καλή προαίρεση και διάθεση απέναντί μας, εισπράττουμε το σκληρό και ακανθώδες πρόσωπο της ψυχολογικής βίας.

Η συναισθηματική κακοποίηση, αυτή η τιμωρητική και οδυνηρή αντιμετώπισή μας, μπορεί να λαμβάνει διάφορες μορφές. Όπως η παραποίηση των γεγονότων σε πράγματα που γνωρίζουμε καλά και οι ίδιοι έχουμε δει, οι ελλιπείς πληροφορίες σε θεμελιακά και σημαντικά μας ζητήματα, η αποφυγή της συζήτησης και των απαντήσεων που οφείλουν να μας δώσουν αλλά και η σιωπή, η απόκρυψη και η απομόνωσή μας από γονείς και παιδιά, οι εκβιασμοί για χωρισμό ή και για εύρεση άλλου συντρόφου. Σε αυτές περιλαμβάνονται ακόμη και οι απειλητικές φράσεις για αυτοχειρία από μέρους του δράστη με τον ταυτόχρονο ψυχολογικό εκβιασμό, στους οποίους υποβάλλεται το θύμα και λογίζονται ως εξόχως επιθετικές και βάναυσα κακοποιητικές στην ισορροπία του εαυτού μας πράξεις, ενώ έχουν ως σκοπό να διαρρήξουν με δόλιο τρόπο το ηθικό μας στάτους. Επίσης, οι εκφοβισμοί και εκβιασμοί με τη μορφή της οικονομικής ασφυξίας και οι επαναλαμβανόμενες απειλές, λεκτικές και άλλες εξυβρίσεις από κάποιον/α με τον οποίο σχετιζόμαστε, κινούμαστε στον ίδιο χώρο ή βρισκόμαστε σε κάποια κοινή πορεία ή εργασία αποτελούν ένα κοκτέιλ τοξικών και αρνητικών κινήσεων απέναντί μας που μόνο πόνο, ματαίωση, δάκρυα και δυσάρεστα συναισθήματα μπορεί να μας γεμίσει. Όλα αυτά δεν μπορεί παρά να ματώνουν την ψυχοσυναισθηματική μας κατάσταση.

Σε αυτού του είδους τις κακοποιητικές διαδικασίες και τις μορφές βίας, η ιδιαιτερότητα είναι ότι προέρχονται από δικούς μας ανθρώπους -λιγότερο ή περισσότερο- και είναι αυτό που κάνει τη βία να πονάει και να μας βασανίζει πολύ περισσότερο. Ταυτόχρονα αυτό είναι που την κάνει λιγότερο αντιληπτή, αδιόρατη, πολλές φορές ξαφνική και γι’ αυτό και πολύ συχνά συγχωρούμενη, ενώ σε καμία περίπτωση δεν είναι λιγότερο επώδυνη, αρνητική, σκληρή και χειριστική από τις υπόλοιπες μορφές της.

Ένεκα της σχέσης της οποίας μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στους δυο αυτούς ανθρώπους, τον θύτη και το θύμα, εκείνος που την υφίσταται ως θύμα προσπαθεί απελπισμένα πολλές φορές να βρει ελαφρυντικά και να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του θύτη. Μπορεί ακόμα να φτάσει σε σημείο, εξαιτίας της επιτυχίας του χειρισμού του θύτη, να ρίχνει την ευθύνη και να κατηγορεί τον ίδιο του τον εαυτό, μιας και του παρουσιάζονται τα γεγονότα σαν αποτέλεσμα των δικών του πράξεων και παραλείψεων ή για να αποφύγει τους καυγάδες και τις εντάσεις. Παύει να είναι ο εαυτός του, συχνά έχει καταθλιπτική συμπεριφορά στην καθημερινότητά του και νιώθει μεγάλη κούραση, αφού είναι συνέχεια αγχωμένος και φοβισμένος μήπως και «προκαλέσει» ξανά τη μήνη του βασανιστή του. Πολύ συχνά δε εκτός του να κατηγορεί τον εαυτό του, σαν να έκανε ο ίδιος λάθος, αλλάζει πρόσκαιρα τις επιλογές του και τις συμπεριφορές του, μειώνει αυτοβούλως την προσωπικότητά του και θρυμματίζει τη βαριά πληγωμένη του υπερηφάνεια. Γενικά ακινητοποιείται ψυχικά και παγώνει σωματικά και καθίσταται άβουλο πρόσωπο προς αποφυγή τσακωμών και της επανάληψης των ίδιων δυσάρεστων συναισθημάτων και των τόσο οδυνηρών βιαιοτήτων. Φυσικά όλη η συμπεριφορά του θύματος είναι φοβισμένη, πληγωμένη, απενεργοποιημένη από τα προσωπικά του θέλω, από τα ζητούμενά του, τις απαιτήσεις και τα όνειρά του, τις δυνατότητές και τους στόχους του. Σηματοδοτεί την παραίτηση ουσιαστικά από τον ίδιο του τον εαυτό, την αποξένωση από την ψυχή του και τον κομματιασμένο εγωισμό του. Κι αυτό δεν συμβαίνει ούτε τυχαία ούτε μοιρολατρικά ούτε κατά τύχη ούτε κατά συνήθεια. Συμβαίνει, γιατί το ανεχόμαστε!

Αυτός ο αποχωρισμός από το ουσιαστικό και αυτοκαθοριστικό μας Είναι συμβαίνει, επειδή ο άνθρωπος που έχουμε απέναντί μας, ο θύτης, που πολλές φορές είναι συγγενής μας και δικός μας άνθρωπος, προσποιείται  ή μπορεί να πιστεύει για λίγο πως μετάνιωσε για τη συμπεριφορά του και νιώθει ενοχές για τις πράξεις του. Άλλες φορές το αρνείται εντελώς, επιρρίπτοντας στο θύμα την πρόκληση των βιαιοτήτων, σαν να λέει ότι «το υπέστης όλο αυτό, επειδή εσύ το προκάλεσες». Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο ψευδομετάνοιας και ύπουλης όσο και ψεύτικης αυτοθυματοποίησης δεν διστάζει να δικαιολογεί τις συμπεριφορές του εκλογικεύοντάς τες και με τρόπο συστηματικό και πραγματικά χειριστικό και άρρωστο, θα έλεγα, περιμένει το θύμα του στη γωνία, έτσι ώστε σε κάθε ενέργειά του ή σκέψη που θα εκδηλώσει, να τα  χρησιμοποιήσει εναντίον του θύματος, θυμίζοντάς του και αθωώνοντας τον εαυτό του για τις προηγούμενες βίαιες και κακοποιητικές συμπεριφορές του. Διατείνεται ότι το θύμα τον προκαλεί και όχι μόνο αυτό, αλλά και επειδή ενίοτε μπορεί κάπου-κάπου να νιώθει ενοχές, προβαίνει σε ενέργειες και δημιουργεί εκείνες τις συνθήκες που θα φέρουν στο θύμα τις ανάλογες αντιδράσεις, έτσι ώστε να του είναι πιο εύκολο να επαναλάβει και μάλιστα τρόπον τινά «δικαιολογημένα» τη συμπεριφορά του. Δημιουργεί εν ολίγοις συνθήκες αυτοπαγίδευσης του θύματός του για να το εξαναγκάσει σε διαμαρτυρία και να ξεδιπλώσει έτσι πιο απενοχοποιημένα τη συναισθηματική κακοποίηση. Εξίσου πολλές φορές συναντάμε τον θύτη να φέρεται σαν να μην πιστεύει ότι διέπραξε ο ίδιος τις συναισθηματικές αυτές κακοποιήσεις, να αρνείται τις πράξεις του ή και  ακόμη για λίγο καιρό να κατευνάζει τον κακό του χαρακτήρα και για μια περίοδο, για ένα διάστημα να δείχνει μια φυσιολογική ή ακόμη και ιδανική συμπεριφορά τροφοδοτώντας το θύμα με ελπίδες για βελτίωση, ρίχνοντάς του στάχτη στα μάτια, πως απλά όλα αυτό ήταν μια κακή παρένθεση, υιοθετώντας πειστικότατες και παραστατικότατες υποσχέσεις αλλαγής.

Αυτές οι καταστάσεις της συναισθηματικής κακοποίησης έχουν ως πρώτο και βασικό χαρακτηριστικό τους τη διαιώνισή τους. Και αυτό, γιατί πέρα από το ότι περιέχουν τακτικισμούς, χειρισμούς και ηθικές πιέσεις διεξάγονται κυρίως από άτομα με τα οποία όχι μόνο έχουμε αλλά και θα συνεχίσουμε αναπόφευκτα να έχουμε επαφές και σχέσεις κάνοντας την απεμπλοκή μας εξαιρετικά δύσκολη.

Όσο κι αν περιέγραψα ικανοποιητικά το εξαιρετικά δυσάρεστο των παρενεργειών της, η συναισθηματική κακοποίηση, ο ψυχολογικός εκβιασμός και η χειριστικότητα στις περισσότερες των περιπτώσεων, έπειτα από τη δημιουργία του επεισοδίου και της έντασης, τους καυγάδες, τις φωνές και τους θυμούς που ακολουθούν, κλείνουν με την ηρεμία και τελικά με την επιφανειακή συμφιλίωση. Είναι, λοιπόν, η ενδοτικότητα το καλύτερο υπόστρωμα, το ιδανικότερο έδαφος και το αποδοτικότερο λίπασμα για την επανάληψη των βίαιων φαινομένων και ενίοτε για την αύξηση της σφοδρότητάς τους προς το χειρότερο και προς το βασανιστικότερο.

Οι καθαρές και οι λιτές εξηγήσεις, ο αυτοσεβασμός, η μηδενική ανεκτικότητα και η εδραίωση της αυτοπεποίθησης και της ψυχικής μας ανεξαρτησίας σίγουρα μπορούν να λειτουργήσουν ως αντίδοτα, ως «αντιβιώσεις» σε αυτές τις μορφές κακοποίησης. Και το σημειώνω με έμφαση και τονίζοντάς το, γιατί δεν είναι μόνο ότι με την ανοχή θα νομιμοποιήσουμε και θα παγιώσουμε στρεβλές και συναισθηματικά αθέμιτες πρακτικές «δολοφονίας» προσωπικοτήτων αλλά θα τις λογίζουμε σαν φυσιολογικές. Το χειρότερο από όλα είναι πως αν συμβιβαστούμε για τον οποιονδήποτε λόγο ή με τον οποιονδήποτε τρόπο, τότε πάντα στη ζωή μας θα ψάχνουμε να μπούμε σε τέτοιες κακοποιητικές σχέσεις και επαφές, σαν μια μορφή «εξαρτητικής συμπεριφοράς». Πάντα συνειδητά ή ασυνείδητα θα αυτοθυματοποιούμαστε καταστρέφοντας τον εαυτό μας και ό,τι καλό μπορεί να μας συμβεί.


Προτεινόμενη Βιβλιογραφία

Coker, A. L., Smith, P. H., Bethea, L., King, M. R., & McKeown, R. E. (2000). Physical health consequences of physical and psychological intimate partner violence. Archives of family medicine9(5), 451.

Basile, K. C., Arias, I., Desai, S., & Thompson, M. P. (2004). The differential association of intimate partner physical, sexual, psychological, and stalking violence and posttraumatic stress symptoms in a nationally representative sample of women. Journal of Traumatic Stress: Official Publication of The International Society for Traumatic Stress Studies17(5), 413-421.

O’Neil, J. M., & Egan, J. (1993). Abuses of power against women: Sexism, gender role conflict, and psychological violence. In Parts of this chapter were presented at the 99th and 100th annual conventions of the American Psychological Association in San Franciso, CA (Aug 1991) and Washington, DC (Aug 1992).. American Counseling Association.

Παπαδημητρίου, Ε. (1995). Η έννοια της βίας και η ιδεολογική χρήση της για την σταθεροποίηση κοινωνικών σχέσεων εξουσίας. Σύγχρονη Εκπαίδευση: Τρίμηνη Επιθεώρηση Εκπαιδευτικών Θεμάτων, (80), 15-20.

Χατζηφωτίου, Σ. (2005). Ενδοοικογενειακή Βία κατά των γυναικών και των παιδιών. ∆ιαπιστώσεις και προκλήσεις για την Κοινωνική Εργασία. Θεσσαλονίκη: Τζιόλας.

Αρτινοπούλου, Β., Φαρσεδάκης, Ι., Ζουλινάκη, Α., Κατσίκη, Γ., Ξυδοπούλου, Ε., & Παπαμιχαήλ, Σ. (2003). Ενδοοικογενειακή Βία κατά των γυναικών: Πρώτη πανελλαδική επιδημιολογική έρευνα. Αθήνα ΚΕΘΙ.