Άρθρο: Μάνθος Μυριούνης
Ψυχολόγος/Ψυχοθεραπευτής

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Φανταστείτε την κατάθλιψη σαν μια μαυροντυμένη γυναίκα, που απρόσκλητη μας επισκέπτεται στη ζωή και στο σπιτικό μας. Μπορεί ακόμη να την έχουμε συναντήσει και στον δρόμο και να έχουμε ανταλλάξει λοξές κλεφτές ματιές. Μα, αν τύχει και χτυπήσει την πόρτα σας, μην την διώξετε˙ προσκαλέστε την μέσα, προσφέρετέ της ένα κάθισμα, συμπεριφερθείτε της όπως στους φιλοξενούμενούς σας και ακούστε με προσοχή αυτά που έχει να σας πει.

Στην εποχή μας και σε βαθμό ολοφάνερα πιο συχνό από ό,τι παλαιοτέρα συναντάμε ανθρώπους, άντρες και γυναίκες, με ένα βαθύ σούρουπο στα μάτια τους ή ακόμη κι ολότελα σβηστούς, σε απόλυτο σκοτάδι. Μπορούμε να δούμε μέσα τους την πλήρη εγκατάλειψη του εαυτού τους, τη βεβαιωμένη παράδοση, το ρήμαγμα της ενεργητικότητάς τους, ακόμη και την απουσία κάθε διάθεσης για ανάκαμψη και μια ολοένα και πιο σαφή εικόνα ψυχικής κατάρρευσης και αποχής από κάθε μορφή αντίδρασης. Και μοιάζουν αυτοί οι άνθρωποι σαν τα παλιά μεγάλα εργοστάσια που κάποτε έσφυζαν από ζωή, από φωνές, από παρουσίες και τώρα στέκονται εκεί έρημα, μισοσκότεινα, σιωπηλά και βυθισμένα σε περασμένα μεγαλεία. Ακινητοποιημένα, ψευτοστηρίζονται στις σαπισμένες κολώνες τους καιρό τώρα, λες και πάγωσε ο χρόνος ξαφνικά κι από τον χαλασμό που γινόταν με τις φωνές των ανθρώπων που δούλευαν εκεί, τώρα μοιάζουν με νεκροταφεία ονείρων, σκέψεων, πράξεων, σχέσεων και συναφειών.

Σαν έρχεσαι σε επαφή με αυτούς τους ανθρώπους που δέχτηκαν την επίσκεψη της «θείας με τα μαύρα» κι έχεις μια κοντινή επαφή μαζί τους, οπότε κι ένα θάρρος παραπάνω, ένα από τα πρώτα πράγματα που σου έρχονται στο μυαλό είναι να μπορέσεις να βοηθήσεις, να πλησιάσεις πιο κοντά τους τουλάχιστον να τους ακούσεις και να δηλώσεις την επιθυμία σου ότι θα κάνεις ό,τι μπορείς. Λίγα πράγματα ξέρεις και ακόμη λιγότερα θα μπορέσεις να καταφέρεις παρ’ όλη την καλή σου πρόθεση.

Σε αυτό το σημείωμά μου θα προσπαθήσω με κάθε τρόπο να αποστασιοποιηθώ από την ιδιότητά μου ως ψυχολόγος και θα προσεγγίσω το θέμα όπως το βλέπω και το αντιλαμβάνομαι ως πολίτης, ως μέλος αυτής της κοινωνίας με συμμετοχική και συνεργατική πορεία μέσα σε αυτή και τις πολύπλευρες διαστάσεις της.

Έτσι, στον συνεχώς μεταβαλλόμενο και ασταθή κοινωνικό ιστό και δίχως τις ικανές εκείνες κοινωνικές σχέσεις και δεσμούς που δημιουργούσαν γερούς και στέρεους συνεκτικούς δεσμούς και μπορούσαν συχνά να αποτελούν ανάχωμα στις επελάσεις των καταθλίψεων, ο σημερινός άνθρωπος παραμένει ολομόναχος. Έρχεται συχνά σε ολομέτωπες συγκρούσεις, τρέχει να προλάβει τις γρήγορες εναλλαγές των δεδομένων βιώνοντας τη συνθήκη της ανασφάλειας που γίνεται πλέον ένα καθεστώς κι ένα ρήγμα που συνεχώς βαθαίνει στη ζωή του.

Στον αυστηρό εξορθολογισμό των πάντων και με τα πάντα να είναι μετρήσιμα με θρησκευτική ευλάβεια, όλα κρίνονται από την αποτελεσματικότητά σου, η οποία θα φέρει το κατά το δυνατόν μεγαλύτερο κέρδος… Η οικονομία και οι νόμοι της είναι ο απόλυτος άρχοντας και η μοναδική αλήθεια! Ο άνθρωπος «απανθρωποιείται» και πλέον δεν έχει καμία σημασία, μιας και δεν παίζουν κανένα ρόλο ούτε το πνεύμα του ούτε τα συναισθήματά του ούτε καν τα ταλέντα του, αφού δεν αποφέρουν κέρδος! Το μόνο που αφορά το παρόν καπιταλιστικό σύστημα είναι η εξειδίκευσή σου, που θα είναι η κατάλληλη και που χρειάζεται αυτή τη η οικονομία. Σε αυτό το σύστημα που η ορθολογικοποιημένη και με σαφήνεια μετρήσιμη, η από πριν υπολογισμένη αποτελεσματικότητα, που δεν μπορεί να ξεφύγει ούτε κατά χιλιοστό από τα προκαθορισμένα, στερεί από τον άνθρωπο τη ζεστασιά της ύπαρξής του αλλά και του ακινητοποιεί και του παγώνει κάθε διακίνηση των συναισθημάτων του, που απαιτούν οι σχέσεις και οι επαφές των ανθρώπων. Ο ίδιος δυσκολεύεται να είναι σε επαφή με τα «εντός» του, καθώς νιώθει να πελαγοδρομεί, νιώθει χαμένος και ανενεργός. Έτσι οι επιπτώσεις σε όποιους δεν μπορούν να συγχρονιστούν υπό αυτούς τους όρους δεν έχουν μόνο κόστος στην υλική πλευρά της ζωής των ανθρώπων αλλά κυρίως στην ψυχοσυναισθηματική, τη νοητική και γενικότερα στην εύρυθμη λειτουργία της ύπαρξής τους. Το ψυχοσυναισθηματικό κόστος είναι ανυπολόγιστο!

Ακόμη και ο πιο μορφωμένος και παιδευμένος άνθρωπος αντιλαμβάνεται πλέον ότι ο κόπος που κατέβαλε, οι όποιοι αγώνες και θυσίες που διεξήγαγε για να μπορεί να υπάρξει ως ώριμη προσωπικότητα διόλου δεν αφορούν ή έχουν να προσφέρουν κάτι στο παρόν οικονομικό σύστημα μιας και το ζητούμενό του είναι να αποτελέσει ο ίδιος μια «χρήσιμη πλην όμως αμελητέα  μονάδα» στην παγκόσμια οικονομία. Ένα ελάχιστο γρανάζι και τίποτε παραπάνω από ένα εξειδικευμένο υλικό που μπορεί να είναι και αναλώσιμο ανά πάσα στιγμή! Εξαφανίζεται δηλαδή ο ανθρώπινος παράγοντας και οι ιδιότητές του και πλέον προσδιορίζεται μονάχα από το πόσο κατάλληλη είναι η μονοδιάστατη εξειδίκευσή του, την οποία βέβαια οφείλει να μεταβάλλει και να προσαρμόζει συχνά αναλόγως των συνεχών μετασχηματισμών  της «αξίας» της στο χρηματιστήριο της χρησιμότητας που έχει η απόδοσή του˙ πάντα ως προς την καλύτερη εξυπηρέτηση των οικονομικών συμφερόντων και του κέρδους που ο ίδιος θα δημιουργεί.

Ο άνθρωπος ενδοσκοπώντας, όχι απλά νιώθει μετέωρος και χωρίς καμία αυτοπροσδιοριστική σταθερή αξία αλλά και χωρίς να έχει την παραμικρή δύναμη, αφού έχει απεμπολήσει την ικανότητά του να υπάρχει ως «υποκείμενο της ιστορίας», που θα συμμετέχει στην διαμόρφωσή της, αντίθετα λογίζεται σαν ένα «περιττό κι αναλώσιμο έρμαιό της». Χάνει τη συνείδηση του εαυτού του και τη στοχαστική του δυνατότητα και η ιστορία του αλλά και η διαμόρφωση της ταυτότητάς του πλέον συμπίπτουν μονοδιάστατα με την καταλληλότητά του και την επικαιρότητά της, σαν ένα γρανάζι που οφείλει να προσαρμόζει συνεχώς την εξειδίκευσή του! Σαν να βρίσκεται μέσα σε μια κινούμενη άμμο, στην οποία πρέπει συνεχώς να μετακινείται με περισσή ελαστικότητα, για να κερδίσει απλά την ύπαρξή του, για να έχει το κεφάλι του έξω από την λάσπη˙ ίσα ίσα για να μπορεί να επιβιώνει!

Δεν μπορεί σε καμία κοινωνική συνθήκη ο άνθρωπος ως οντότητα να αξίζει μονάχα γι’ αυτό που είναι ειδικευμένος να παράγει κι όχι γι’ αυτό που νιώθει, για την αντίληψή του, την ποιότητά του, την ευγένειά του και την προσωπικότητά του που δεν δύναται να είναι μονοδιάστατη και μονόχνοτη. Είναι βάρβαρο ένα σύστημα που σε αξιολογεί μονόπλευρα και μόνο αν διεκπεραιώνεις συγκεκριμένες εντολές και πράγματα και ικανοποιείς μονοσήμαντες, μονομερείς απαιτήσεις θεωρείσαι άξιος. Είναι σαν να απευθύνεσαι σε μηχανή κι αυτό δεν μπορεί να είναι φυσιολογικό, δεν μπορεί να είναι ανθρώπινο! Από τον απανθρωπισμό βαδίζουμε ολοταχώς προς τη μηχανοποίηση του ανθρώπου, που τον θέλει απομακρυσμένο και ουσιαστικά ευνουχισμένο κι αποκομμένο από την ανθρώπινη φύση του.  

Είναι σαφές και θαρρώ φυσιολογικό πως σε αυτές τις συνθήκες η προσωπική ευαλωτότητα και η ψυχική ανθεκτικότητα δεν μπορεί παρά να κλονίζονται. Το ψυχοσυναισθηματικό οικοδόμημα δεν θα ισορροπεί ικανοποιητικά και θα δέχεται επισκέψεις από «θείες με μαύρα ρούχα»! Η πίεση που ο σύγχρονος άνθρωπος νιώθει σε τέτοιες συνθήκες κι έχοντας πάντα την έγνοια της αυτοπραγμάτωσης κατά νου του, σιγά σιγά τον ωθούν να απεμπολεί κάθε πιθανή προσέλκυση της ευτυχίας στη ζωή του.

Αυτό που ο Φρόυντ μας είπε, πως «η ευτυχία είναι η εκπλήρωση κάποιας παιδικής μας επιθυμίας», μοιάζει τώρα αυτομάτως και αναπόδραστα ακυρωμένο και με τον τρόπο αυτό ο ίδιος ο άνθρωπος καταργεί και παραιτείται από κάθε στόχο στη ζωή του. Θέλει προσοχή! Δεν μπορεί πάντα οι στιγμές οι κατάλληλες για βαθιές και ειλικρινείς αυτοαξιολογήσεις, για τίμιες αυτοκριτικές και συνεπείς απολογισμούς  να αναβάλλονται επ’ αόριστον! Γιατί οι «θείες με τα μαύρα ρούχα» θα πληθαίνουν τις επισκέψεις τους στο ψυχικό μας σπιτικό! Η ψυχική ανθεκτικότητα θα φθίνει όλο και περισσότερο, γιατί ένα πράγμα που σε κρατάει ζωντανό είναι η όσμωση με τον εαυτό, οι εναλλαγές της ζωής με τα καλά και τα κακά της γεγονότα και γενικά η συναισθηματική κινητικότητα που θρέφει την εσωτερική δύναμη, την ατσαλώνει και καθιστά ισχυρή την εξέλιξη της αυτοπραγμάτωσής μας. Γι’ αυτό θα πρέπει να ανασύρουμε τις χιλιάδες εκκρεμότητες που έχουμε αφήσει να ξεχαστούν μέσα μας, τις φιλοδοξίες μας που έχουν πια σαπίσει, τις πολλές ακρωτηριασμένες επιθυμίες μας και τις μύριες προδομένες κι αθετημένες  προσδοκίες που επιφυλάξαμε για τον ίδιο μας τον εαυτό, τον αληθινό, τον γνήσιο, τον δικό μας, τον παιδικό μας εαυτό!

Κι αφού λέγεται πως «ευτυχία είναι η εκπλήρωση κάποιας παιδικής μας επιθυμίας», ακόμη κι αν καταφέραμε να έχουμε μια άνετη και εύκολη ζωή, δίχως οικονομικές στερήσεις, ο πλούτος δεν μπορεί να μας δώσει παρά ελάχιστη ευτυχία, γιατί απλούστατα ο πλούτος δεν είναι επιθυμία καμιάς παιδικής ηλικίας! Από κει και πέρα οι αντιδράσεις απέναντι σε όλο αυτό πιθανότατα θα είναι σπασμωδικές και αυτή η τεράστια ποσότητα θυμού αναμεμειγμένου με πίκρα θα μας ωθήσουν να προστρέξουμε σε επιφανειακές, ανούσιες φυγές όπως τα χαρτιά και ο τζόγος, τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, το ατελείωτο φαγητό, η παράλογη υπερκατανάλωση και τα ασταμάτητα ψώνια, οι ψευτοερωτικές σχέσεις συνοδευμένες από το άψυχο σεξ κι όλα αυτά θα εξουθενώσουν ακόμη περισσότερο τον ήδη βεβαρημένο και βάναυσα κακοποιημένο ψυχισμό μας! Όταν τα πράγματα έχουν φτάσει στο απροχώρητο και η ψυχική ασθένεια είναι πια γεγονός και με πάντα απούσες τις αληθινές, τις ουσιαστικές σχέσεις, τις μακροχρόνιες, όταν οι  συνευρέσεις με τους ανθρώπους και η ομαδικότητα στην ύπαρξη είναι πια άγνωστες, όταν το κοινωνικό «σχετίζεσθαι» αποτελέσει παρελθόν, «οι θείες με τα μαύρα» παίρνουν τη θέση τους στη ζωή μας.

Είναι επιτακτικό κι αναγκαίο για την ψυχική υγεία του ανθρώπου το συναίσθημα του συμπάσχειν, του συνανήκειν και του συνυπάρχειν. Όλα αυτά μας χαρίζουν μια αίσθηση σιγουριάς, ενισχύουν αποφασιστικά την ψυχική μας ευμάρεια και στιβαρότητα και μας καθιστούν συναισθηματικά ανθεκτικούς δρώντας ενάντια στην αποξένωση, την απώλεια νοήματος και τη μοναξιά! Έτσι στη «θεία με τα μαύρα» θα μιλήσουμε με τον εαυτό μας και για τον εαυτό μας. Εν ανάγκη θα παραδεχτούμε την εξουθενωτική και τρομακτική κατάσταση που βιώνουμε. Εκείνη θα μας μιλήσει κι εμείς θα την ακούσουμε˙ κι ας μας βρει ανήμπορους, ενοχικούς, κουρασμένους και άδειους. Όμως ας μην την αποπάρουμε, γιατί αφού μας επισκέφτηκε είναι υπαρκτή στη ζωή μας. Ας συνομιλήσουμε μαζί της, ας την αποδεχτούμε με στόχο τη βιωσιμότητά μας και την επανάκαμψή μας. Να της δώσουμε την απαραίτητη προσοχή, να ακούσουμε τα μηνύματα που μας φέρνει και να μάθουμε σημαντικά πράγματα για τον εαυτό μας από αυτήν. Όσο περισσότερο την κατανοούμε, τόσο πιο ορθά κατανοούμε τα δίκια της, τόσο πιο  κοντά στις λύσεις μας ερχόμαστε και τόσο πιο πολλά ψυχικά μας αποθέματα ανακαλύπτουμε.

Οφείλουμε απέναντι στην κατάθλιψη να φανούμε σοφοί, να μην της επιτεθούμε και δείξουμε εχθρική στάση απέναντί της. Τουναντίον, να κατανοήσουμε τους λόγους που συχνά μας επισκέπτεται. Δεν ήρθε για να μείνει κι αυτό θα εξαρτηθεί από εμάς! Ακούγοντάς την προσεκτικά και κάνοντας αυτά που οφείλουμε στον εαυτό μας την κατάλληλη στιγμή, η χαρά θα πάρει τη θέση της στις επισκέψεις που θα δεχόμαστε. Από το πόσο καλά θα φερθούμε στην κατάθλιψή μας, στη «θεία με τα μαύρα», θα εξαρτηθεί και η στιγμή που θα φύγει, έτσι όπως ήρθε!


Προτεινόμενη Βιβλιογραφία:

Φρόυντ, Σ. Ο. (1994). Πολιτισμός πηγή δυστυχίας. Αθήνα: Επίκουρος.

Χριστοδούλου, Γ. Ν. (1997). Κατάθλιψη. Αθήνα: Ιατρικές εκδόσεις Βήτα.

Beck, A. T., & Alford, B. A. (2009). Depression: Causes and treatment. University of Pennsylvania Press.

Sobocki, P., Jönsson, B., Angst, J., & Rehnberg, C. (2006). Cost of depression in Europe. Journal of Mental Health Policy and Economics.

Wender, P. H., & Klein, D. F. (2005). Understanding depression: A complete guide to its diagnosis and treatment. Oxford University Press.