Κείμενο: Μανώλης Νικόλτσιος
Δικηγόρος

Επιμέλεια: Χαρούλα Ξανθοπούλου
Φιλόλογος


Ιστορίες μιας σελίδας, Σελίδα 42

Τις καλύτερες αναμνήσεις τις είχε από τις σχολικές γιορτές. Το σχολείο δεν είχε αμφιθέατρο και για να φτιάξουνε σκηνή ενώναν τα θρανία. Πάντα την πλήρωνε η τάξη που ήταν πιο κοντά στο μεγάλο διάδρομο. Από εκεί τα παίρναν και τα τοποθετούσαν το ένα δίπλα στο άλλο, να ταιριάζουν στο ύψος, κι έτσι φτιάχνονταν η εξέδρα.

Εκεί θα ‘κανε τον τσολιά, πάντα έκανε τον τσολιά, γιατί ήταν ο μόνος στην τάξη που είχε στολή τσολιά. Τον τσολιά στη γιορτή της 25ης Μαρτίου. Τον τσολιά στη γιορτή λήξης το καλοκαίρι όπου όλα τα παιδιά της Γης χορεύαν και καλά για την ειρήνη. Εννοείται πως την Ελλάδα την εκπροσωπούσε αυτός. Ακόμα και σε μια γιορτή για το ΟΧΙ τον είχανε ντύσει τσολιά. Πονηρά το ονομάσανε, Εύζωνα… Ακόμα και τα Χριστούγεννα αν μπορούσαν να κάναν μια γιορτή για τα Χριστούγεννα και πως τα γιόρταζε η ελληνική παραδοσιακή οικογένεια, πάλι τσολιά θα τον έντυναν.

Και μη φανταστείς. Μισή μερίδα άνθρωπος. Για ποιο δέος να μιλήσεις;

Του ‘βαζε η μάνα του ένα χοντρό καλσόν, μάλλινο, των αδερφών του, που το πιο πιθανό είναι να το φορούσε πιο συχνά από αυτές όλο το χρόνο. Χοντρό, σκληρό, ακόμα θυμάται τον εαυτό του να ξύνει τα μπούτια του, να περιμένει να βγει να πει τις σειρές που ‘χε μάθει απ΄έξω και με παπούτσι αθλητικό που συνόδευε τη φούστα πατούσε στα θρανία. Εκεί που την προηγούμενη ημέρα ζωγράφιζε γιατί βαριόταν τα μαθηματικά. Πάνω στην ξύλινη τάβλα που από κάτω κουβαλούσε τσίχλες και μύξες τουλάχιστον δύο γενιών. Εκεί που πατούσε για να δείξει σε όλους πόσο μικρός είναι, πόσο μικρός και πόσο μεγάλος ταυτόχρονα. Φορώντας την άσπρη φούστα, έλεγε για αυτούς που πολέμησε, κρατιόταν να μη ξύσει τα μπούτια του όσο με την ψιλή του φωνή έκανε αυτόν που δεν φοβήθηκε ποτέ. Στο τέλος έκανε υπόκλιση, σκύβοντας τόσο όσο να μην φανεί ο κώλος του. Ηρωικά και με  χάρη κατέβαινε από τη σκηνή. Αύριο πάλι θα ‘γραφε πάνω χαζομάρες και με μολύβι θα το μοίραζε στη μέση, σε ίσες αποστάσεις, με τον διπλανό του.