9   +   4   =  

Κείμενο: Νεκταρία Τσοπανέλη
Φοιτήτρια Ψυχολογίας

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Με πήρες τηλέφωνο, Νικήτα. Ήταν Δευτέρα και ήταν βράδυ με βροχή. Το σήκωσα ξέγνοιαστα και σαν από συνήθεια αυτόματα. Μόλις άκουσα τη φωνή σου, συνειδητοποίησα ότι όντως ήταν εκείνος ο άνδρας που άλλοτε με αγαπούσε. Είχα να σε ακούσω από την περασμένη Άνοιξη. «Πάει καιρός», ήταν η πρώτη κουβέντα μου. «Πάει καιρός, Νικήτα μου», έλεγα ξανά, όχι τόσο με πίκρα για ό,τι πίσω αφήσαμε αλλά με χαρά που σε άκουγα ξανά γνώριμό μου πολύ και σίγουρο πάντα να αρθρώνεις το όνομά μου. «Σε είδα τυχαία στην πόλη περιμένοντας το φανάρι στην οδό Διστόμου που κάποτε βγαίναμε οι δυο μας. Εσύ περνούσες βιαστική και αέρινη τον δρόμο μιλώντας στο τηλέφωνο. Άκουσα πρώτα και αναγνώρισα τη φωνή σου, έπειτα είδα τη φιγούρα σου. Μου έλειψε η φωνή σου, Ελίζα», μου είπε. Γέλασα, νομίζω, κάπως πικρά αυτή τη φορά. Δεν θυμάμαι.

Ανταλλάξαμε τα νέα μας σαν να είχαμε να μιλήσουμε από την προηγούμενη, σαν να μην πέρασαν ποτέ από πάνω μας οι μήνες που είχαμε να βρεθούμε, σαν το χθες να ήταν εκείνο το χθες που το αφήσαμε κάποτε λυπημένο να μας περιμένει. Είπαμε για το καλοκαίρι που πέρασε και τις διακοπές που κάναμε χώρια, για τη βαλίτσα που έχασα στο αεροδρόμιο, τις ιστορίες του στο Μαρόκο και την πλέον δεδομένη εργασιακή καθημερινότητά μας στο γραφείο του ο καθένας. Πέρασαν από την κουβέντα μας οι κοινοί μας φίλοι, που με κάποιους απομακρυνθήκαμε, με άλλους χαθήκαμε, κάποιοι μείνανε με τον έναν και άλλοι με τον άλλον, θυμηθήκαμε τους φίλους μας στη λέσχη φωτογραφίας που είχαμε γνωριστεί αλλά για νέους με τίποτα δεν τολμούσαμε να μιλήσουμε. Κάτι τέτοιο πνιγόταν πριν ειπωθεί. Ούτε εγώ τον ρώτησα, μα ούτε εκείνος ήταν πρόθυμος να μάθει για τις δικές μου νέες γνωριμίες. Νομίζω κατά βάθος δεν μας ενδιέφερε καθόλου. Μονάχα ό,τι μας ένωνε ψάχναμε να βρούμε ακόμα.

Είχαμε ξεκινήσει ως άγνωστοι σε εκείνη τη λέσχη φωτογραφίας. Έπειτα νομίζαμε ότι βρεθήκαμε αληθινά κι ας το νιώθαμε πως όχι για παντοτινά. Μα πότε άραγε θα μάθουμε αν πραγματικά ποτέ συναντηθήκαμε; Πώς καταλήξαμε απόψε να μιλάμε για πολιτικές του βίου, θεούς και  ουρανούς; Ποιοι υπήρξαμε και ποιοι σήμερα είμαστε; Τι, άραγε, από τότε μέσα μας έχει μείνει; Τι ποιο αληθινό υπήρξε, η προσοχή ή η απροσεξία μας, η φρόνηση ή η ανησυχία μας; Τι πραγματικά ανάγκη είχαμε, τη μοναξιά ή τη συντροφιά μας; Ποιος έκανε περισσότερο λάθος τότε, τι δεν μπορέσαμε να αντέξουμε; Πού πήγε ο έρωτάς μας μόλις τελείωσε; Πού πήγε και η μουσική, όταν σταμάτησε το βράδυ που χωρίσαμε; Τι ωραίο να μην μπορώ να απαντήσω! Το μυστήριο του έρωτα νυν και αεί και στους αιώνες των αιώνων πάντα θα πλανάται σαν ομίχλη πάνω μας τυραννικά να μας γοητεύει.

Μα να, εκείνο το βράδυ που με θυμήθηκες και σήκωσες το ακουστικό για να με ακούσεις κάπου βαθιά μέσα μου, ένιωθα μια ντροπή, μια συστολή. Είχαμε κάποτε αποτύχει στο μαζί και τώρα περιχαρείς ανταλλάσσαμε τα νέα μας, σαν τίποτα ποτέ να μην έγινε. Άρχισα να αναρωτιέμαι μήπως φερόμασταν έτσι, γιατί ποτέ τίποτε όντως δεν έγινε. Πάντα μου πίστευα πως έναν μεγάλο έρωτα δεν μπορείς να τον κάνεις να χωρέσει σε μία φιλία, πως είναι βλάσφημο γι’ αυτό που κάποτε κυρίευσε το μέσα σου να το πετάξεις ευθαρσώς και να το θυσιάσεις στο όνομα μιας νέας φιλίας. Οι ψυχές μας δεν συμβιβάζονται με τη λήθη, γιατί δεν υπάρχει άλλωστε λήθη καθαρή. Πάντα πάντα νοθευμένη, τη βρίσκω να φλερτάρει πρόστυχα με τη μνήμη. Αυτές οι δυο είναι σαν τα δύο πόδια ενός ανθρώπου, που μπορεί να περπατήσει μόνο και με τα δύο, διαφορετικά μένει ανάπηρος και κουτσός. Έτσι κι εμείς, όσο κι αν προσπαθούμε, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε, μένουμε μες τη νύχτα με ένα τηλέφωνο αγκαλιά, αστείες καρικατούρες που αρνούνται τον κόσμο των σκιών.

Κάποια στιγμή άρχισες να φιλοσοφείς. Ένιωσα πως σου έλειψε να το κάνεις αυτό ξένοιαστα με ένα κοινό άξιο να ανταποκριθεί στους ιλιγγιώδεις λογισμούς σου. «Εγώ είμαι κάποιος άλλος», έλεγες. Δεν θυμάμαι ποιανού φράση είναι αυτή, ίσως και δική σου τελικά. «Εγώ είμαι πολλοί άλλοι μαζί, οι ξένοι αυτοί άλλοι, με κατοικούν πολλοί άλλοι.» Κι εγώ, όπως πάντα, σου είπα να προσέχεις μήπως μέσα στους πολλούς χάσεις τον καλύτερο εαυτό σου. Πολύ σε γοήτευε αυτή η κουβέντα μου, εγώ νόμιζα πως περισσότερο θα σε έθιγε. Μα πια είχες αλλάξει αρκετά, είχες μαλακώσει, είχες λειάνει τις αιχμηρές γωνίες σου, το ένιωθα στις παύσεις σου, το άκουγα στον τόνο της φωνής σου, στη χροιά σου, ακόμα και στις αναπνοές σου.

Κάποτε χωρίσαμε γιατί πίστευες ότι ήθελα να σε αλλάξω. Πόσο δίκιο είχες… Αυτό ήθελα. Ό,τι θαύμαζα δεν άντεχα να μου το γκρεμίζει ό,τι δεν άντεχα σε σένα. Εσύ αντιστεκόσουν πεισματικά. Άρρητα γινόταν ο πόλεμός μας με διαιτητή τον αυστηρό έρωτά μας. Μάλιστα μια μέρα μου έγραψες και έφυγες:

Να με αγαπάς απροϋπόθετα, Ελίζα. Είμαι, δεν είμαι αυτό που εσύ θέλεις, αυτό που φαντάζεσαι, που προσδοκάς να είμαι. Μην έχεις απαιτήσεις από κανέναν. Μονάχα από τον εαυτό σου. Το μόνο που μπορείς άμεσα να ελέγξεις είναι ο εαυτός σου. Όταν εσύ γίνεσαι πιο ανθρώπινη, τότε στα μάτια σου θα φαίνονται κι οι άλλοι καλύτεροι. Δεν θα σε ενοχλούν πολλά. Θα έχεις εξασκηθεί, αρκεί να το θέλεις να με δεις έτσι. Να με αγαπάς απροϋπόθετα. Να μη θέλεις να αλλάξεις κανέναν. Μόνον εσένα. Τότε θα γίνει το θαύμα και σε μένα, αγάπη μου.

Τότε σε θεώρησα άρρωστα ναρκισσιστή και εγωιστή, ανεύθυνο απέναντί μου και απέναντι στη ζωή. Τώρα πια αναγνωρίζω πως μόνο με τη δική μου αλλαγή μπορούσε να επέλθει και η δική σου αλλοίωση. Τώρα πια πάει καιρός και το φεγγάρι κάηκε. Μα ναι, άξιζε να αλλάξουμε για να συναντηθούμε πια πιο ώριμοι, πιο ακέραιοι, όχι για να αναβιώσουμε τον έρωτά μας ούτε και να γίνουμε φίλοι, καθόλου δεν με νοιάζει άλλωστε να ξέρω πώς ευτυχείς χωρίς εμένα. Μα άξιζε για να διαπιστώσουμε πως είμαστε μια μεγάλη συνάντηση ο ένας στη ζωή του άλλου, ένα σημείο αναφοράς που σε ορίζει και σε καθορίζει. Τώρα πια που αφήσαμε τον θυελλώδη, σκοτεινό και σκληρό έρωτά μας, τα εγωπαθή αισθήματά μας, τώρα που πέρασε ο θυμός για τον άλλον και τους εαυτούς μας, καταφέραμε να βγούμε έξω σχεδόν αλώβητοι, σχεδόν νέοι, σίγουρα αγαπημένοι.

Εκείνο το βράδυ τραγουδήσαμε, θυμηθήκαμε, γελάσαμε, νοσταλγήσαμε, χαρήκαμε ξανά ο ένας με τον άλλον αβίαστα και απρόσμενα, κάπως σαν φυσικά. Αφεθήκαμε σε σιωπές που πολλά περισσότερα λέγανε από μας, ώσπου ώρες μετά αποκοιμηθήκαμε πάνω στο τηλέφωνο ακούγοντας την Ιονική Σουίτα του Χατζιδάκι.

«Ξέρεις γιατί σε πήρα απόψε, Ελίζα; Μου υποσχέθηκες σε μια αφιέρωση βιβλίου που μου χάρισες πριν χωρίσουμε, πως πάντοτε θα μου ψιθυρίζεις την αυγή των πραγμάτων, ακόμα κι όταν αυτά βρίσκονται στο τέλος τους. Και τα πράγματα βρίσκονται ήδη στο τέλος τους κι εγώ έχω ανάγκη να σε ακούω να μου μιλάς για την άνοιξη που θα έρθει, για τις θάλασσες που θα ταξιδέψουμε και τα νερά που θα μας ξεδιψάσουν. Είμαι σίγουρος πως εσύ τα βλέπεις τα πελάγη, πες μου ότι μπορούμε να βουτήξουμε, πες μου πως δεν κάηκε το φεγγάρι, πως μένει λίγο ακόμα και για εμάς».

Δεν μου αρέσει να αθετώ τις υποσχέσεις μου. Μα, Νικήτα μου, πώς να στο πω; Το φεγγάρι δεν καίγεται και ο καιρός δεν έχει πού να πάει, είναι πάντα εδώ!