Κείμενο: Νεόφυτος Βασιλείου
Ηλεκτρολόγος Μηχανικός

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Πάντα μου άρεσαν τα σύννεφα. Τα παρατηρούσα πολύ. Παρατηρούσα τα σύννεφα εξονυχιστικά, μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Ξέρεις πώς και πόσο μου άρεσε να παρατηρώ τις λεπτομέρειες με τις ώρες. Όπως παρατηρούσα και τις λεπτομέρειες σε εσένα, στο πρόσωπό σου, στο χαμόγελό σου, στα μάτια σου… Παρατηρούσα όμως τόσο πολύ και τα σύννεφα. Γιατί; Μου θύμιζαν εσένα. Μου θύμιζαν εσένα, λες και έμοιαζες τελείως με αυτά. Έμπαινες δειλά δειλά στον ουρανό, ακόμα και τις ώρες που ήταν απρόβλεπτη η παρουσία σου. Έμπαινες και έφερνες το μήνυμα της βροχής. Και ήξερα πως έπειτα θα χάριζες μετά τη βροχή το ουράνιο τόξο. Το ουράνιο τόξο της ελπίδας, που τόνιζε τον καταγάλανο ουρανό, την καθαρή αγάπη.

Μου θύμιζαν εσένα καρδιά μου, ό,τι χρώμα και να ήσουν. Είτε λευκό, με απίστευτη αθωότητα σαν εσένα, που σιγά σιγά έπαιρνες ένα γκρίζο χρώμα, είτε άμα ήθελες να εκτονωθείς, να φέρεις τον όμορφο πανικό με τις βροχές, γινόσουν αμέσως μαύρο. Κατάμαυρο.

Μέχρι που τα σύννεφα έριχναν όλη τη βροχή και αποχωρούσαν από το σκηνικό, ξέροντας πως σύντομα θα ξαναέρχονταν στο προσκήνιο. Εδώ είναι η διαφορά που έχεις με τα σύννεφα. Σε αγάπησα φυσικά περισσότερο από αυτά. Εσύ ήσουν μοναδική. Τα σύννεφα ήταν πολλά. Εξαφανίζονταν και επανεμφανίζονταν. Τα σύννεφα πρέπει να αποχωρήσουν, δεν μπορούν να επικρατούν για όλη τη διάρκεια του χρόνου στον ουρανό.  Εσένα θα σε ήθελα όμως πάντα εδώ. Χωρίς να φεύγεις, ακόμα και αν ξέρω πως θα ξαναγυρίσεις πίσω σύντομα.