Κείμενο: Μανώλης Νικόλτσιος,
Δικηγόρος

Επιμέλεια: Χαρούλα Ξανθοπούλου
Φιλόλογος


Ιστορίες μιας σελίδας, Σελίδα 43

Η φίλη μου η Κατερίνα με πήρε τηλέφωνο:

– Αύριο πρωί μπορείς να με βοηθήσεις να κουβαλήσουμε μια βιβλιοθήκη από το Αιγάλεω; Με ρώτησε.

– Με βιβλία, την ρώτησα;

– Αυτό δεν το διευκρίνισα, μου απάντησε.

Μου έκλεισε το τηλέφωνο. Έμεινα τρεις ώρες πάνω από το κινητό περιμένοντας να με πάρει πίσω. Δεν με πήρε.

Στο διάολο η βιβλιοθήκη της, σκέφτηκα.

Πήγα στο μπάνιο και κατούρησα. Τρεις ώρες ακούνητος κόντευα να σκάσω.

Την ώρα που σκούπιζα τα χέρια μου, με πήρε πάλι, πήγα να το πιάσω κι έτσι βρεγμένα που ήταν το κινητό μου γλίστρησε κι έπεσε μέσα στην λεκάνη. Τώρα καθόμουν και κοιτούσα τη συσκευή μέσα στα κίτρινα μου ούρα και δεν ήξερα τι από τα δύο υπήρξε περισσότερο δικό μου.

Τη λυπήθηκα που αύριο δεν θα πήγαινα να τη βοηθήσω.

Δύο μέρες μετά την είδα τυχαία στο περίπτερο όπου πήγε δύο η ώρα το βράδυ να πάρει σοκολάτες, εγώ επέστρεφα από ένα ραντεβού στο σπίτι κάποιου γείτονα. Είπαμε βιαστικά τα νέα μας.

Και στους δυο μας πονούσε η μέση. Στον καθένα για διαφορετικό λόγο.