Άρθρο: Βασίλειος Σκανδάλης
Φοιτητής Προσωποκεντρικής συμβουλευτικής και Ψυχοθεραπείας


H προσωποκεντρική προσέγγιση αναπτύχθηκε από τον Rogers και τους συνεργάτες του µετά τη δεκαετία του ‘40 (Merry, 1994). Αφετηρία της προσέγγισης είναι η πεποίθηση πως ο άνθρωπος έχει το εγγενές δυναµικό να κατανοεί τον εαυτό του και να λύνει τα όποια του προβλήµατα χωρίς την άµεση παρέµβαση του θεραπευτή (ή του σηµαντικού Άλλου) (Μπρούζος, 2004). Έτσι, η προσωποκεντρική θεραπεία δίνει έµφαση στον άνθρωπο καθ’ αυτό και στο πως ο ίδιος αντιλαµβάνεται τον εαυτό του, τα συναισθήµατά του αλλά και το κοινωνικό περιβάλλον που τον πλαισιώνει (Pervin & John, 2001). Για να επιτευχθεί αυτό χρειάζεται να του «προσφερθεί» ένα βοηθητικό κλίµα το οποίο, κατά τον Rogers (1980) διέπετε από έξι βασικές συνθήκες που οι θεραπευτές οφείλουν να διασφαλίσουν στη σχέση τους µε τους πελάτες.

Δύο άτοµα βρίσκονται σε επαφή

Με τον όρο «επαφή» ο Rogers (1959) αναφέρεται στην ελάχιστη ή µικρότερη εµπειρία που θα µπορούσε να οδηγήσει στη θεραπευτική σχέση. Αναζητά τον τρόπο µε τον οποίο ο θεραπευτής θα γίνεται αντιληπτός από τον πελάτη σαν ένα άτοµο έµπιστο, ανεξάρτητο από εκείνον και συγκροτηµένο. Η έννοια της επαφής εντοπίζεται πρακτικά ως µία συνθήκη (ή αλλιώς µια προ-συνθήκη) στην αρχική εκκίνηση µεταξύ θεραπευτή και πελάτη (Brazier, 1993).

Ασυµφωνία του πελάτη

Κατά τον Rogers (1951) ένα ψυχικά «υγιές» άτοµο έχει τη δυνατότητα να αφοµοιώνει τις εµπειρίες του και να τις ενσωµατώνει στη δοµή του εαυτού του, κάτι που τον καθιστά σε συµφωνία ή αλλιώς σε συµβατότητα µε τον εαυτό του. Ωστόσο, οι εµπειρίες του (ή ένα µέρος αυτών) από την αλληλεπίδρασή του µε τον υπόλοιπο κόσµο δεν βρίσκονται πάντα σε «επαφή» µε την εικόνα που έχει ο ίδιος για τον εαυτό του. Αυτή η κατάσταση ονοµάζεται «ασυµφωνία» και είναι η αιτία που -σε προχωρηµένο στάδιο- µπορεί το άτοµο να αναπτύξει µια µορφή ψυχοπαθολογίας (Rogers, 1951). Ο λόγος αυτής της επικινδυνότητας είναι πως µε τα χρόνια ή µε την υψηλή ένταση της ασυµφωνίας ενδέχεται να διαταραχτεί ένα µέρος της φυσιολογίας και βιολογικής λειτουργίας του οργανισµού (Stone, Reed, & Neale, 1980; Carlson, 2003; McEwen, 1999).

Αυθεντικότητα

Σε αντίθεση µε άλλες προσεγγίσεις (βλ. ψυχανάλυση, γνωστικό-συµπεριφορική κ.α.) όπου ο θεραπευτής κατέχει το ρόλο της «αυθεντίας», στην προσωποκεντρική ο θεραπευτής έρχεται ως «αυθεντικό πρόσωπο» να συναντήσει τον πελάτη (Μerry, 1994). Παραµερίζει την ταυτότητα του «ειδικού» µη έχοντας την ανάγκη να επιβάλλει στον πελάτη την δική του άποψη για εκείνον ή τα ζητήµατά του. Αντιθέτως, ως σταθερός «διευκολυντής» που τον ακούει και τον αφουγκράζεται σε βάθος τον βοηθά να βρει ο ίδιος την πορεία µέσω της οποία θα διευρυνθεί και θα κατακτήσει το βάθος της «επίγνωσης» (Merry, 1994). Με άλλα λόγια, ο θεραπευτής είναι σε επαφή µε τον εσωτερικό του κόσµο και δεν διαχωρίζεται από τα συναισθήµατα, τις σκέψεις ή ακόµα και τις προκαταλήψεις του. Άλλωστε, κατά τη συγκεκριµένη προσέγγιση, το να δρα ο θεραπευτής µε έναν συγκεκριµένο τρόπο ενώ βιώνει µέσα του µια εντελώς διαφορετική συνθήκη (π.χ. να προσποιείται την αποδοχή σε ένα βίωµα ενώ εσωτερικά αισθάνεται προβληµατισµένος ή ενοχληµένος µε αυτό) τον κάνει ασυνεπή και αναξιόπιστο (Rogers & Sandford, 1985).

Μια άλλη διάσταση της «αυθεντικότητας» είναι η ικανότητα να επικοινωνεί ο θεραπευτής σηµεία τα όποια µπορούν να αποκαλύπτουν κάποιες προσωπικές του πτυχές και είναι προς όφελος του πελάτη ή της θεραπευτικής σχέσης (βλ. µια προσωπική του αίσθηση ή ένα όριο το οποίο ενδέχεται να καταπατάται). Μια απαραίτητη σηµείωση στο σηµείο αυτό είναι πως η «αυθεντικότητά» δεν πρέπει να ταυτίζεται µε την «διαφάνεια». Ποιο συγκεκριµένα, αναφερόµαστε στην αυθεντικότητα της κατάστασης και της σχέσης και όχι της προσωπικής εµπειρίας του θεραπευτή. Συνεπώς, φαίνεται πως ο θεραπευτής οφείλει να είναι σε εγρήγορση και να µπορεί να αντιλαµβάνεται που «βρίσκεται» ο ίδιος και που ο πελάτης, να γνωρίζει πότε µια δική του αίσθηση ή ένα δικό του µοίρασµα θα είναι βοηθητικά για τον πελάτη και πότε είναι µια δική του ανάγκη, την οποία θα χρειαστεί να την µεταφέρει στην προσωπική του εποπτεία ή θεραπεία και να διατηρεί τη διαύγειά του µε τη διάθεση να διασφαλίσει το πλαίσιο (Rogers, 1989).

Άνευ όρων αποδοχή

Αναγνωρίζω την άνευ όρων αποδοχή περισσότερο ως ένα ζήτηµα προσωπικών αξιών και στάσεων παρά ως µια συγκεκριµένη συµπεριφορά. Η ζεστασιά και η αποδοχή των ανθρώπων, θεωρώ πως είναι κάτι που εκφράζεται µέσα από τον τρόπο που «είµαστε» µαζί τους, παρά από οτιδήποτε µπορούµε να κάνουµε ή να πούµε (Standal, 1954). Στη θεραπευτική σχέση, όταν ο θεραπευτής «συλλαµβάνει» τον εαυτό του να βιώνει θερµή αποδοχή της εµπειρίας του πελάτη, ως ένα ειλικρινές κοµµάτι του εαυτού του και του δικού του βιώµατος, τότε βιώνει την άνευ όρων αποδοχή (Rogers, 1959).

Πιο συγκεκριµένα, αντιλαµβάνοµαι την «άνευ όρων αποδοχή» ως τη φροντίδα, τον σεβασµό και την τιµή προς τον πελάτη, µια στάση η οποία δεν αποσκοπεί στο να ικανοποιήσει και να επιβεβαιώσει «τυφλά» τις ανάγκες και τα βιώµατά του αλλά, υπογραµµίζει το δικαίωµά του να υπάρχει ως ένα ξεχωριστό άτοµο µε τα δικά του συναισθήµατα και την δική του οπτική στις εµπειρίες που διανύει. Συνεπώς, ως προσωποκεντρικοί θεραπευτές καλούµαστε να δηµιουργούµε το κατάλληλο κλίµα εµπιστοσύνης µέσα στο οποίο θα µπορέσει ο πελάτης να νοιώσει ασφαλής ώστε να επικοινωνήσει την θέασή του, να εµβαθύνει σε αυτή, να αποδεχθεί και να συµφιλιωθεί µε τα σηµεία που δεν µπορεί να µετακινήσει και να επανεξετάσει όλα αυτά που τον ταλαιπωρούν και που τον αποπροσανατολίζουν (Rogers, 1989). Η θέση µας είναι να είµαστε ανοιχτοί να τον αντιλαµβανόµαστε στο βάθος του χωρίς να τον καθοδηγούµαι µέσω των δικών µας εµπειριών και προς τα εκεί που εµείς νοµίζουµε πως οφείλει να στραφεί, αλλά να του δείχνουµε την εµπιστοσύνη ότι θα µπορέσει µόνος του να βρει το δρόµο του αφού έχει πρώτα «αισθητηριακά» αντιληφθεί τη δική µας κατανόηση και διάθεση (Nelson-Jones, 2002).

Ενσυναίσθηση

Σύµφωνα µε τους Hojat, Nasca, Mangione, Vergare και Magnee (2002) η έννοια της «ενσυναίσθησης» έχει ορισθεί ως η γνωστική διαδικασία ή αλλιώς η αντιληπτική ικανότητα της οπτικής ενός άλλου ατόµου η οποία αναδύεται σε συνδυασµό µε την δεξιότητα µιας αποτελεσµατικής επικοινωνίας αυτής της κατανόησης. Όµως, κατά τον Rogers (1959) η παραπάνω έννοια έχει µια πολύ διαφορετική διάσταση. Ποιο συγκεκριµένα, περιγράφεται ως η αντιληπτική ικανότητα ενός ατόµου απέναντι στο «εσωτερικό πλαίσιο αναφοράς κάποιου άλλου µε ακρίβεια και µε τα συναισθηµατικά στοιχεία και νοήµατα που ενυπάρχουν σε αυτό. Σαν να ήταν εκείνο το άλλο άτοµο, χωρίς ποτέ όµως να χάνει την ‘σαν να’ συνθήκη» (Rogers, 1959, σελ. 210).

Με τη πέµπτη αυτή συνθήκη σηµειώνεται πως ένας επιτυχηµένος θεραπευτής οφείλει να χαρακτηρίζεται από την ικανότητα να αντιληφθεί και να κατανοεί τις εµπειρίες του πελάτη και το νόηµα αυτών ως έχει, όντας πάντα ο εαυτός του (Pervin & John, 1997). Η βαθιά κατανόηση του θεραπευτή, ο -εν µέρη- παραµερισµός των δικών του εµπειριών και βιωµάτων, καθώς και η εµβάθυνσή του σε αυτό που εξιστορείται από το άλλο πρόσωπο είναι µία διαδικασία που φαίνεται να οδηγεί σε εκτενέστερη κατανόηση του «εαυτού» από τον ίδιο τον πελάτη (Merry, 1994).

Έστω και η µερική αναγνώριση των θεραπευτικών συνθηκών από τον πελάτη

Κλείνοντας µε την έκτη συνθήκη, οι Teeper και Haase (1978) απέδειξαν µέσα από το ερευνητικό τους έργο την ασυνείδητη ή/και συνειδητή αντιληπτική ικανότητα των ατόµων να δέχονται και να αναγνωρίζουν ποικιλοτρόπως τα επικοινωνιακά µηνύµατα -ακόµη και µε µη λεκτικό τρόπο-. Η στάση αυτή δίνει χώρο στον Rogers (1959) ο οποίος είχε αναφερθεί στην ικανότητα του θεραπευτή να συντονιστεί µε τη «συχνότητα» επικοινωνίας του πελάτη.  Πιο συγκεκριµένα ο θεραπευτής οφείλει να είναι σε θέση να εισπράττει αλλά και να επικοινωνεί τις διάφορες χροιές µε τις οποίες χρωµατίζει, λεκτικά ή µη, την κατάστασή του ο πελάτης αλλά και τα γεγονότα έτσι όπως τα αντιλαµβάνεται ο ίδιος. Με άλλα λόγια, η έκτη συνθήκη αναφέρεται στο απαραίτητο χαρακτηριστικό της επικοινωνιακής επαφής του θεραπευτή προς το πελάτη (Brazier, 1993).

Μέσα από την συγγραφή του παρόντος άρθρου, αναγνωρίζω πως για να επιτευχθεί η έκτη συνθήκη χρειάζεται να συνυπάρχουν όλες οι προηγούµενες συνθήκες µαζί. Εν τέλει, οι συνθήκες του Rogers (1959) δεν µπορούν να σταθούν ανεξάρτητα η µια από την άλλη. Αντιθέτως, είναι αποτελεσµατικές µόνο όταν συνυπάρχουν και εµπεριέχονται η µια στην άλλη. Έτσι λοιπόν καταλαβαίνω µε διαύγεια την επιτακτική αναγκαιότητα ενός θεραπευτή να αναζητά εποπτεία καθώς και την προσωπική του ευθύνη να σταθεί περισσότερο σε ό,τι συντελείται µέσα του κατά τη διάρκεια των θεραπειών, ώστε να µπορέσει να µετουσιώσει αυτές τις εµπειρίες σε γνώση του εαυτού του. Είµαι πλέον πεπεισµένος πως εµβαθύνοντας στην επίγνωση του εαυτού και µέσα από την παρατήρησή του -χωρίς κριτική διάθεση- στο «εδώ και τώρα», µια στάση και συνθήκη η οποία κάθε φορά επαναπροσδιορίζεται τόσο από την επαφή του με τον εαυτό του όσο και από εξωτερικούς παράγοντες, τότε θα µπορεί να είναι σε µεγαλύτερη επαφή µε τις θεραπευτικές συνθήκες της προσωποκεντρικής και µε µια σοφότερη και πιο διαύγή µατιά θα µπορεί να “συναντήσει” ισότιµα και σε βάθος τον άλλον (Rogers & Sandford, 1985).


Βιβλιογραφικές αναφορές

Brazier, D. (1993). Beyond Carl Rogers.Coustable, London.

Carlson, N. R. (2003). Physiology of behavior.Pearson Education, Inc, 8thEdition, USA.

Hojat M., Gonnella J., Nasca T., Mangione S., Vergare M., & Magee M. (2002). Physician empathy: definition, components, measurement, and relationship to gender and specialty. The American Journal of Psychiatry, Τέυχος 159, σελ. 1563-1569.

McEwen, B. S. (1999). Stress and Hippocampal Plasticity.Annual Reviews ofNeuroscience,Τεύχος22,σελ: 105-122.

Merry, T. (1994). Invitation to person-centered psychology.Whurr Publishers Ltd, London, England.

Mπρούζος, Α. (2004). Προσωποκεντρική συµβουλευτική Θεωρία,έρευνα καιεφαρµογές. Τυπώθητω/Δαρδανός.

Nelson-Jones, R. (2002). Basic Counselling Skills: A Helper’s Manual.

Pervin, L. A., & John, O. P. (1997). Personality: Theory and Research. John Wiley & Sons, Inc. 7ηΈκδοση.

Rogers, C. R. (1951).  Client-centered therapy.Boston: Houghton Mifflin.

Rogers, C. R. (1959). A Theory of Therapy, Personality and Interpersonal Relationships as Developed in the Client-centered Framework. Στο (ed.) Koch, S. Psychology: A Study of a Science formulationΤεύχος3 Formulation of theperson and social context, σελ.: 184-256. New York: McGraw Hill.

Rogers, C. R. & Sanford, R. (1985). Client-Centered Psychotherapy. Στο: Kaplan, Harold I. & Sadock, B. J. (Eds.) Comprehensive Textbook of Psychiatry, IV, Τεύχος 2. Baltimore: Williams and Wilkins.

Rogers, C.R. (1980). A Way of Being. Boston: Houghton Mifflin.

Rogers, C.R. (1989). On becoming a person.  Houghton Mifflin, 2ndEdition.

Standal S. (1954). The need for positive regard: a contribution to client centeredtheory. Unpublished doctor’s dissertation. University of Chicago.

Stone, A. A., Reed, B. R., & Neale, J. M. (1987). Changes in daily event frequency precede episodes of physical symptoms. Journal of Human Stress, Τεύχος 13, σελ.: 70-74.

Teeper, D. & Haase, R. (1978).  Effects of non-verbal communication on rated skill and effectiveness. Journal of Counseling Psychology, Τεύχος 25, σελ.: 200-204.