Άρθρο: Ελένη Μπίλλια
Φιλόλογος

Επιμέλεια: Δέσποινα Πάνου
Φοιτήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας


Συνήθειες δεμένες άρρηκτα με τόπους, κοινότητες, αλλά και γιορτές… Παραδόσεις δεμένες με την κουλτούρα ενός τόπου που γοητεύουν με το τελετουργικό τους και έχουν τις ρίζες τους στα αρχαιότατα χρόνια υπάρχουν και στον τόπο μας. Τέτοια έθιμα, παραδόσεις και συνήθειες ακόμη επιβιώνουν, άλλα έσβησαν ή σβήνουν σιγά – σιγά. Μία από αυτές τις συνήθειες είναι και ο «Πηλός».

Οι γυναίκες στην Κούλουρη, όπως και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, χρησιμοποιούσαν για το λούσιμο των μαλλιών τους μία υποκίτρινη ουσία, ένα λασπώδες ορυκτό υλικό, τον πηλό. Σύμφωνα με λήμμα στο Ονομαστικόν, ένα είδος λεξικού του Ιούλιου Πολυδεύκη, στην αρχαία Ελλάδα ο πηλός ήταν γνωστός ως «σμηκτρίς γη» κατά τον Κηφισόδωρο ή «πλυντρίς γη» κατά τον Νικοχάρη (Pollux/Πολυδεύκης, MDCCCXXIV/2004). Οι πιο συνηθισμένες μέρες για λούσιμο ήταν η Πέμπτη και το Σάββατο. Για αυτό κάθε Παρασκευή βράδυ, πολλές φορές και την Τετάρτη, έβαζαν σε μια κούπα με νερό μερικά κομμάτια από ξερό πηλό και τα άφηναν να μαλακώσουν και να γίνουν ένας πολτός, μια λάσπη, μέχρι την επόμενη μέρα που επρόκειτο να λουστούν. Ο πηλός ήταν για τις γυναίκες κάτι σαν το σαπούνι ή, όπως θα λέγαμε σήμερα, το σαμπουάν το οποίο και τοποθετούσαν στις ρίζες των βρεγμένων μαλλιών και στις κοτσίδες τους κάνοντας μια ελαφριά σαπουνάδα , ξεβγάζοντας το με άφθονο νερό. Η λέξη «pilo» που μεταχειρίζονταν για τον πηλό είναι παρμένη από κάποιο νότιο ιδίωμα (Φιλίππου – Αγγέλου, 2017; Φουρίκης, 1934).  Αυτό το υλικό το προμηθεύονταν από τον Πηλό, μια τοποθεσία κοντά στην κορυφή του Μαυροβουνίου (Παντελή, 2003), που είχε πάρει το όνομά της από το ομώνυμο «σαπουνόχωμα».

Σύμφωνα με την παράδοση λοιπόν, τα ξημερώματα της Πέμπτης του Πάσχα, ή αλλιώς της Διακαινησίμου, ξεκινούσε μια αληθινή ιεροτελεστία. Όλοι οι εκδρομείς, νέοι και νέες, ελεύθεροι, αρραβωνιασμένοι και νεόνυμφοι, ξεκινούσαν ανά παρέες από τις διάφορες γειτονιές και κατευθύνονταν προς το Μούλκι. Κάθε παρέα έπαιρνε μαζί της πασχαλιάτικες κουλούρες, κόκκινα αυγά, τυρί, μαγιάτικα παξιμάδια, μπούτια κρέας ψημένο στο χαρτί, την «τσίτσα» δηλαδή ένα είδος φλασκιού, κανάτας με κουλουριώτικη ρετσίνα, μία μικρή αξίνα ή σκεπάρνι και από ένα τσουβαλάκι ή ταγάρι για να βάλουν τον πηλό (Α.Π.Θ. & Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη, 2013). Ο στόχος ήταν να προμηθευτούν τον πηλό της χρονιάς. 

Όσοι είχαν ζώα τα έπαιρναν μαζί τους σαμαρωμένα και στολισμένα με κόκκινα χοντρά κλινοσκεπάσματα (χράμια), σαν να πήγαιναν σε πανηγύρι και στη διαδρομή τραγουδούσαν ένα τραγούδι σε αρβανίτικη διάλεκτο τον «Πηλό», λησμονημένο πλέον στην Κούλουρη, το οποίο όμως έχει διασώσει ο λαογράφος Πέτρος Φουρίκης μαζί με τη μουσική του. Το τραγούδι αυτό κυριαρχούσε σε όλη τη διάρκεια της προμήθειας του πηλού. Όπως φαίνεται και από τους στίχους του, η γιορτή του πηλού είχε ιδιαίτερη σημασία καθώς έδινε ευχές για «καλοδέξιμο» στις εργατικές γυναίκες που μπήκαν στον κόπο να τον φέρουν και μούντζες σε εκείνες που κάθισαν στο σπίτι αυτή τη μέρα εξαιτίας της τεμπελιάς τους (Φιλίππου – Αγγέλου, 2017; Φουρίκης, 1934):

«Ato çë venë ndë pilo/ Të kénë kalodheksimo

Αto çë rrinë ndë shtëpi/ Të kenë munxëtë ndërsi»

(«Αυτές που πάνε στον πηλό/ να έχουν καλοδέξιμο

Αυτές που κάθονται στο σπίτι/ Να’ χουν μούντζες στα μάτια!»)

Για αυτό το τραγούδι συνεχίζει: «θα ψειριάσουν απ’ τη λέρα, χωρίς τον καθαρμό του πηλού» (Σαλτάρης, 1986). Αντίθετα όσες πλένουν και φροντίζουν για τη καθαριότητα παρουσιάζονται με πέρδικες (Φιλίππου – Αγγέλου, 2017; Φουρίκης, 1934):

«Çë jan’ ato çë zbardhnjënë?/ Thëlëza jan’ e lanjënë.

Çë jan’ atò çë nxinjënë? / Thëlëza jan’ e fshinjënë.»

«Τι είν’ αυτές π’ ασπρίζουνε;/ Πέρδικες είναι και πλένουνε.

Τι είν’ αυτές που μαυρίζουνε; Πέρδικες είναι και σκουπίζουνε».

Σύμφωνα με τον Πέτρο Φουρίκη, από οίκτο χάριζαν και σε αυτές που κάθονταν στο σπίτι μια καλή μοίρα (Φιλίππου – Αγγέλου, 2017; Φουρίκης, 1934). Οι χορευτές ενδιάμεσα στους στίχους παρενέβαλαν τα επιφωνήματα «αμάν, αμάν» («Ατό σά βένe, αμάν, αμάν κλπ») και επειδή η διαδρομή ήταν αρκετή θυμούνταν και άλλα δίστιχα και τραγούδια του χορού της Λαμπρής, όπως το «Σήμερα Χριστός Ανέστη/ Τρέμ’ ο Ουρανός να πέσει. / Σήμερα τα παλικάρια/ Περπατούν σαν τα λιοντάρια».

Μόλις έφταναν στην τοποθεσία, σε ένα δάσος πυκνό, οι πιο έμπειροι έμπαιναν στη σπηλιά και με την αξίνα και το φτυάρι έσκαβαν τη ξερή πέτσα του πηλού. Οι υπόλοιποι χόρευαν γύρω τους τραγουδώντας τον «Πηλό». Μόλις εμφανιζόταν ο πηλός, έπαιρναν αυτοί που έσκαβαν πρώτοι όση ποσότητα ήθελαν, έβγαιναν από τη σπηλιά και έπαιρναν σειρά οι υπόλοιποι εκδρομείς, οι οποίοι, εν τω μεταξύ, πείραζαν αυτούς που ήταν μέσα λέγοντάς τους να κάνουν οικονομία στον πηλό. Ακολουθώντας την αφήγηση του Νίκου Σάλταρη, ο οποίος συμμετείχε σε αυτή τη διαδικασία το 1918 όταν ήταν ακόμα μικρό παιδί, πιστοποιείται όλη η διαδικασία συλλογής του πηλού (Σαλτάρης, 1986). Όλοι κατάφερναν και γέμιζαν τα ταγάρια και τα τσουβαλάκια τους με την απαραίτητη ποσότητα πηλού μέσα σε ένα κλίμα ευθυμίας και εορταστικής ατμόσφαιρας που κρατούσε μέχρι το απόγευμα. Έτρωγαν, τραγουδούσαν και χόρευαν. Πριν πάρουν τον δρόμο της επιστροφής, έκοβαν μερικά αγριολούλουδα και ένα μωβ ανθό το λεγόμενο «Μάη», λουλούδι του γαϊδουράγκαθου.       

Στην επιστροφή πρώτα βάδιζαν τα ζώα φορτωμένα, ακολουθούμενα από τους ιδιοκτήτες τους, ενώ πιο πίσω προχωρούσαν οι ελεύθεροι νέοι και νέες στεφανωμένες με στεφάνια από αγριολούλουδα. Έπειτα προχωρούσαν τα παντρεμένα ζευγάρια κρατώντας λουλούδια στα χέρια. Μόλις άρχιζε να σουρουπώνει έφταναν στο Λιούμιθι, δηλαδή στην περιοχή που βρίσκεται το 2ο δημοτικό σχολείο. Όσοι βρίσκονταν εκεί τους εύχονταν: «Edhe mot, edhe mot e shumë», δηλαδή «Και του χρόνου, και χρόνια πολλά» (Φιλίππου – Αγγέλου, 2017; Φουρίκης, 1934). Τότε η πομπή απαντούσε με το τραγούδι του πηλού με αλλαγμένο τον χρόνο του ρήματος:

«Atà çë vanë ndë pilo/ Të kenë kalodheximo»

«Αυτοί που πήγαν στον πηλό/ να έχουν καλοδέξιμο».

Κοντά στο Κονοστάσιο του Αγίου Ανδρέα οι παρέες χωρίζονταν και καθεμιά έπαιρνε τον δρόμο της, ενόσω σε όλους τους δρόμους που περνούσαν η υποδοχή ήταν θερμή και όλοι τους χαιρετούσαν. Τα παιδιά φώναζαν και τραγουδούσαν κι αυτά το τραγούδι του πηλού και οι γυναίκες στον δρόμο και στις αυλόπορτες τους καλωσόριζαν. Την επόμενη μέρα το πρωί γινόταν η μοιρασιά. Όσες δεν είχαν πάει για τον πηλό, παρακαλούσαν τις άλλες να τους δώσουν λίγο για το καλό του χρόνου. Μόνο στις άρρωστες, στις γριές και στις γυναίκες που είχαν πένθος έστελναν με προθυμία την ποσότητα που τους αναλογούσε. Έτσι, έστω και με αυτό τον τρόπο, κάθε σπίτι διέθετε τον πηλό της χρονιάς (Φιλίππου – Αγγέλου, 2017; Φουρίκης, 1934).


Βιβλιογραφικές Αναφορές

Θεσσαλονίκης, Α. Π., Σπουδών, Ι. Ν., & Τριανταφυλλίδη, Ί. Μ. (2013). «Λεξικό της κοινής νεοελληνική». Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη).

Παντελή, Α. Θ. (2003). Σαλαμίνα-  Πορεία στο χρόνο. Αθήνα: Εκδόσεις Ιωλκός.

Pollux, I. (MDCCCXXIV/180-238). Onomasticon cum annotationibus interpretum. Curavit Guilielmus Dindorfius, Vol. V Pars I. Annotaties. VI-VIII, Lipsaiae in Libraria Kuehniana. [ελλ. Εκδ.: Πολυδεύκης, Ι. (2004). «Ονομαστικόν: εν βινλίοις δέκα» (Βιβλία Α’- Ε’).  1706η Έκδοση. Μτφρ: Φιλολογική Ομάδα Κάκτου. Αθήνα: Εκδόσεις Κάκτος].

Σαλτάρης, Ι. Ν. (1986). Η ζωή των Αρβανιτών. Αθήνα: Εκδόσεις Γέρου.

Φιλίππου-Αγγέλου, Ι. Π. (2017). Ο Σαλαμίνιος αρχαιολόγος-ιστορικός-λαογράφος-γλωσσολόγος Πέτρος Αν. Φουρίκης (1878-1936): Ανάλεκτα. Αττική: Εκδόσεις ΑΩ

Φουρίκης, Α. Πέτρος. (1934). «Συνήθειες που σβήνουν. Ο Πηλός». Ημερολόγιο Μεγάλης Ελλάδος. Στο Φιλίππου-Αγγέλου, Ι.Π, (Επιμ.). Ο Σαλαμίνιος αρχαιολόγος-ιστορικός-λαογράφος-γλωσσολόγος Πέτρος Αν. Φουρίκης (1878-1936) Τόμος 13, (σ.σ. 291-307).  Αττική: Εκδόσεις ΑΩ