Άρθρο: Δέσποινα Πάνου

Φοιτήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας


Η Σαλαμίνα για χρόνια συνθέτει έναν τόπο άρρηκτου πολιτισμικού και λαογραφικού ενδιαφέροντος. Στο κείμενο θα δοθεί ιδιαίτερη μνεία στην στειρότητα και στον αδελφοδιώκτη όπου σύμφωνα με τους Σαλτάρη (1987) και  Μαγιάτη (2015) αποτελούν δύο άκρως τελετουργικά γεγονότα που λάμβαναν χώρα στο νησί . Προκειμένου να επιτευχθεί διεξοδικότερα  η παρουσίαση των φαινομένων αυτών, κρίθηκε απαραίτητη η χρήση της ποιοτικής έρευνας που βασίζεται σε τοπική ακουστική μαρτυρία από κάτοικο του νησιού (Μαγιάτης, 2015), όπως επίσης και στη μελέτη βιβλιογραφικών αναφορών (Μαγιάτης, 1989; Σαλτάρης, 1987) του ίδιου και όσων ασχολήθηκαν με το θέμα της στειρότητας και του αδελφοκτονισμού στη Σαλαμίνα.

Λεπτομερέστερα, η ποιοτική έρευνα στοχεύει στη διερεύνηση και κατανόηση σε βάθος των κοινωνικών φαινομένων ερευνώντας αναπαραστάσεις, στάσεις, αντιλήψεις, κίνητρα καθώς και δεδομένα της συμπεριφοράς των ατόμων. Στόχος της είναι η ολιστική κατανόηση μιας στάσης ή μιας συμπεριφοράς μέσω της διερεύνησης της εμπειρίας των ατόμων και των υποκειμενικών νοημάτων που τη συγκροτούν (Glesne, 2018).

Αυτά τα υποκειμενικά νοήματα των κατοίκων του νησιού, λοιπόν, διαδραμάτισαν κυρίαρχο ρόλο τόσο στο τελετουργικό της στειρότητας όσο και του αδελφοδιωκτισμού  με την μητρότητα, ως εγγενές χαρακτηριστικό της γυναικείας φύσης,  να δεσπόζει μέσα από τις ποικίλες εκφάνσεις του μητρικού προτύπου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μέχρι και σήμερα, συνιστούν τόσο το βιολογικό ρολόι και η περιβόητη στιγμή που θα χτυπήσει, όσο και η προσμονή για τα χαρμόσυνα νέα της εγκυμοσύνης που κατά κύριο λόγο καθορίζουν τη ζωή μιας γυναίκας. Και από θρησκευτικής πλευράς όμως, η γυναίκα έρχεται στον κόσμο για να εκπληρώσει τον μοναδικό σκοπό της, που δεν είναι άλλος από το να κυοφορήσει το παιδί της (Αθανασίου & Γεωργιάδη, 2013).

Το φαινόμενο/τελετουργικό της στειρότητας

Επομένως, το φαινόμενο της στειρότητας ήταν και παραμένει διάχυτο σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου, με τη Σαλαμίνα να μην αποτελεί εξαίρεση. Πράγματι, τις παλαιότερες εποχές τα άτεκνα ζευγάρια παρομοιάζονταν ως κούτσουρα και αναζητούσαν την οικογενειακή ευτυχία μετέρχοντας ενός μοναδικού τρόπου με απώτερο σκοπό την εκπλήρωση του προορισμού τους στη ζωή, δηλαδή την απόκτηση απογόνων (Μαγιάτης, 1989). Πιο αναλυτικά, η γυναίκα που μετά το γάμο έβλεπε να αργεί ο ερχομός του πελαργού, εκμυστηρευόταν την ανησυχία της στις υπόλοιπες και έτσι αποφασιζόταν η εύρεση ενός μωρού από κάποιο συγγενικό πρόσωπο. Αφού το έβρισκαν οι ιθύνουσες, προχωρούσαν στο επόμενο στάδιο και τοποθετούσαν το βρέφος στην πόρτα της άτεκνης, η οποία το περιμάζευε με στοργή και το μεγάλωνε σαν δικό της. Κάτι τέτοιο συνέβαινε για να πίστευε η μελλοντική μητέρα ότι το παιδί το γέννησε εκείνη. Αυτή η “τεχνική” πετύχαινε και η άτεκνη γυναίκα “έμενε έγκυος” στο βιολογικό της παιδί! Μάλιστα, σύμφωνα με τις δοξασίες του νησιού, ήταν τόση η δύναμη του μητρικού φίλτρου που αποκτούσε με την ανατροφή του μέχρι πρότινος “ξένου” παιδιού, που κατάφερνε να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια που της στερούσαν να κρατήσει στην αγκαλιά της το δικό της παιδί (Μαγιάτης, 2015).

Μεγάλη εντύπωση, δε, προκαλεί η ίδια η σκηνή που διαδραματίζεται ολοζώντανη τη στιγμή που οι άλλες γυναίκες έχουν αναλάβει την παραλαβή και παράδοση του μωρού. Κατά τον Μαγιάτη (2015) είναι η σκηνή των κουκουλοφόρων γυναικών, όπου μια ακαθόριστη σε αριθμό ομάδα, ανάλογα με το συγγενικό τους κύκλο κινούσαν για τον προορισμό τους σε ώρες -κυρίως χαράματα- που δεν υπήρχε κυκλοφορία στους δρόμους. Ξεκινούσαν από το σπίτι τους, έχοντας μαζί τους το μωρό και οδηγώντας το προς τη “νέα” του μητέρα. Η ώρα εκκίνησης ήταν καθορισμένη, με το άστρο της αυγής ξεπεταγμένο στο στερέωμα, που μαρτυρούσε ότι σε λίγο θα ξημερώσει η καινούργια μέρα και θα υποδεχθεί το βρεφικό δώρο.  Φυσικά, γίνεται αντιληπτό πως οι γυναίκες θα είχαν ξενυχτήσει για να προετοιμαστούν και να μην είναι ασυνεπείς σχετικά με την ώρα.

Επίσης σε αυτό το τελετουργικό, λαογραφικό ενδιαφέρον αποτελεί και η ενδυμασία των γυναικών αυτών, καθώς τα κεφάλια τους ήταν σκεπασμένα με μεγάλα άσπρα πανιά, σαν κουκούλες, τα οποία κάλυπταν μέρος της πλάτης και του στήθους. Με αυτή την αμφίεση ήθελαν να δείξουν ότι υποτάσσονταν πλήρως στο αθώο πλάσμα που θα γινόταν η αρχή της ευτυχίας στο καινούργιο του σπίτι (χαρακτηριστικά συμβολισμένο με το λευκό χρώμα των πανιών).

Όσον αφορά το διαδικαστικό, οι γυναίκες της ακολουθίας περπατούσαν αμίλητες, ωσάν αλαφροίσκιωτες και μόλις έφταναν στο κατώφλι του σπιτιού τοποθετούσαν το μωρό με την πρόχειρη στρώση που είχαν ετοιμάσει. Στη συνέχεια, αφού βεβαιώνονταν ότι το μωρό δεν διέτρεχε κάποιο κίνδυνο, το άφηναν και απομακρύνονταν ως τη διπλανή γωνία, κοιτάζοντας πότε θα βγει η υποψήφια μητέρα να το πάρει. Ωστόσο εάν τυχόν αργούσε, μια από τις κουκουλοφόρες έτρεχε ως το παράθυρο και το χτυπούσε ρυθμικά 3 φορές (ο αριθμός 3 συμβολίζει την Αγία Τριάδα) με απώτερο στόχο να παρακινηθεί η μητέρα και να βγει έξω να παραλάβει το παιδί. (Σαλτάρης, 1987).

Μετά το πέρας της όλης διαδικασίας, το παιδί καλωσοριζόταν στο νέο του σπιτικό και οι γυναίκες, αφού βεβαιώνονταν πως όλα έβην καλώς, επέστρεφαν στο σπίτι τους πετώντας τις κουκούλες και τα φακιόλια. Αν το παιδί ήταν αρσενικό, η γνωστοποίηση του γεγονότος γινόταν από τις ίδιες με έναν δικό τους τρόπο, δηλαδή, έκοβαν φέτες ψωμί, τις άλειφαν με μέλι και αμύγδαλα (σημάδι σωματικής ρώμης) και τις διένεμαν περνώντας σε όλους τους δρόμους με τις πιατέλες στα χέρια. Επεξηγηματικά, το ψωμί είχε αναφουσκωτική ιδιότητα, δείγμα υγείας που αποδεικνύει την ευρωστία του παιδιού, το μέλι έδειχνε την γλύκα του και τα αμύγδαλα αναπαριστούσαν ότι μια νέα ζωή ξεπηδά επειδή ο καρπός του αμυγδάλου απ’ έξω είναι νεκρός και από μέσα έχει ζωή (Μαγιάτης, 2015; Σαλτάρης, 1987). Κατά αυτή την εκδοχή, το παιδί αυτό ήταν αναμφίβολα τυχερό, καθώς μετά από λίγο καιρό η άκληρη γυναίκα έμενε έγκυος και έφερνε στον κόσμο τα δικά της βιολογικά παιδιά.

Το φαινόμενο/τελετουργικό του αδελφοδιώκτη

Ωστόσο, υπάρχει και η αρνητική όψη αυτής της υπόθεσης, δηλαδή η γυναίκα που έπαιρνε το παιδί ως δικό της να μην μπορούσε να τεκνοποιήσει, ή χειρότερα, ακόμη και αν κατάφερνε να τεκνοποιήσει τα παιδιά να πέθαιναν σε βρεφική ηλικία. Αυτό έφερνε μεγάλη απογοήτευση και θλίψη στη μητριά. Έτσι, λοιπόν, αναζοπυρωνόταν ακόμη περισσότερο η πεποίθηση ότι το θετό παιδί διακατεχόταν από τον αδελφοδιώκτη, κάτι που σήμαινε ότι μισούσε τους αδερφούς του και ότι ήθελε να μείνει μόνο του για να κυριαρχήσει στο σπίτι όπου είχε πάει. Κατα τις λαϊκές δοξασίες, ο αδερφοδιώκτης, παρομοιαζόταν με ένα παιδί εξωτικό, με δαιμονική φύση, το οποίο έτρωγε τα υπόλοιπα αδέρφια του και οι γονείς έκαναν τα πάντα για να διώξουν το κακό και να στεριώσουν οι εγκυμοσύνες της μητέρας (Μουρίκη, 1995).

Εξαιτίας αυτού, λοιπόν, υπήρχε έντονα η αντίληψη ότι ήταν κακορίζικο και πως είχε το διάβολο μέσα του. Βέβαια σε αυτές τις περιπτώσεις το χειρότερο όλων ήταν η επιστράτευση του παρελθόντος των βιολογικών γονέων, όπου φυσικά υπερίσχυε ότι και αυτοί είχαν παρθεί με μάγια και ότι ο σατανάς φώλιαζε μέσα τους (Μαγιάτης, 1989). Εφόσον γινόταν ο εντοπισμός του ”προβλήματος”, αποφασιζόταν η εκδίκηση και κάθαρση του παιδιού ώστε να φύγει το πονηρό πνεύμα του αδελφοδιώκτη. Η λεγόμενη αυτή κάθαρση, λοιπόν, δημιουργούσε ψυχική αναστάτωση ανάμεσα στο θετό παιδί και τους συζύγους, με το γεγονός που διαδραματιζόταν να ήταν πέρα για πέρα θεατρικό (Μαγιάτης, 2015).

Η διαδικασία απομάκρυνσης του κακού πνεύματος που ακολουθούσε είχε ως εξής: πρώτα απομόνωναν το παιδί σε μια γωνία της αυλής δίπλα στο φούρνο, το έγδυναν και το άφηναν εκεί φοβερίζοντας το, ότι θα το κάψουν ζωντανό εάν δεν ομολογούσε τον αδερφοδιώκτη που έκρυβε μέσα του. Έπειτα, αφού το έγδυναν, το οδηγούσαν μπροστά στο στόμιο του φούρνου και το ανάγκαζαν να εισέλθει μέσα για να εξαγνιστεί από τα φθονερά πνεύματα. Όπως ήταν φυσικό, το παιδί έκλαιγε με αναφιλητά και υπέφερε μέσα στο σκοτάδι και στις μουντζούρες, αλλά οι γονείς παρέμεναν αμίλητοι. Δεν αρκούνταν όμως μόνο σε αυτό. Επιπρόσθετα άναβαν μια μεγάλη φωτιά στο άνοιγμα του φούρνου, ως σημάδι εξαγνισμού της ψυχής, με αποτέλεσμα οι καπνοί να κοντεύουν να πνίξουν το παιδί, το οποίο οδυρόταν και παρακαλούσε να το βγάλουν έξω. Παρά ταύτα οι γονείς, πιστοί στον αρχικό τους σκοπό, το μόνο που έκαναν ήταν να ρωτούν το παιδί με θυμό αν αγαπά τα αδερφάκια του και να περιμένουν έως ότου απαντήσει το πολυπόθητο ”ναι”.

Μόλις ακουγόταν η απάντηση που όλοι περίμεναν, άνοιγαν το σκέπασμα του φούρνου και η μάνα προέτρεπε το παιδί να πάρει ένα κάρβουνο και να κάνει το σταυρό στο πρόσωπο του.  Εκείνο όντας φοβισμένο αρνούταν, ενώ ο πατέρας επέμενε πιστεύοντας ότι ακόμα διακατεχόταν από το κακό πνεύμα. Με τα πολλά το παιδάκι υπάκουε και οι γονείς το άρπαζαν στα χέρια τους, το σήκωναν ψηλά στον ήλιο και το ρωτούσαν διάφορα για να πειστούν ότι όντως είχε εξαγνιστεί η ψυχή του. Εν τέλει έσβηναν τη φωτιά, έπλεναν το παιδί και το έντυναν με γιορτινά ρούχα σαν να ξαναβαπτίστηκε, και να εμφανίστηκε μια καινούργια ζωή (Μαγιάτης, 2015)


Βιβλιογραφικές Αναφορές

Αθανασίου, Α & Γεωργιάδη, Κ. (2013). Η μητρότητα στο προσκήνιο. Σύγχρονες έρευνες στην ελληνική εθνογραφία. Αθήνα: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

Μαγιάτης, Ι. (2015). Τοπική ακουστική μαρτυρία από κάτοικο του νησιού. Σαλαμίνα.

Μαγιάτης, Ι. (1989). Τα αμφιθεατρικά. Αθήνα-Ιωάννινα: Εκδόσεις Δωδώνη.

Μουρίκη, Κ. (1995). Το ξεχασμένο συρτάρι. Αθήνα: Εκδόσεις Άγκυρα.

Σαλτάρης, Ν. (1987). Αρβανίτικες ιστορίες και θρύλοι. Αθήνα: Εκδόσεις Γέρου.

Σαλτάρης, N. (1987). Η ζωή των Αρβανιτών. Αθήνα: Εκδόσεις Γέρου.

Glesne, C. (2018). Η ποιοτική έρευνα. Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο.