Άρθρο: Mick Cooper
Καθηγητής Συμβουλευτικής Ψυχολογίας – University of Roehampton

Mετάφραση: Μαριαλένα Κατσούρα
Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας


Αυτό είναι το ερώτημα που θέτει σχεδόν κάθε εκπαιδευόμενος στην προσωποκεντρική ή ανθρωπιστική προσέγγιση (ή τουλάχιστον αναρωτιέται) την πρώτη μέρα του εκπαιδευτικού προγράμματος… Εάν οι άνθρωποι έχουν μια φυσική τάση προς την αυτοθεραπεία, εάν γνωρίζουν τι είναι καλύτερο γι’ αυτούς, εάν έχουν ένα οργανισμικό αξιολογητικό δυναμικό, γιατί καταλήγει η ζωή τους σε τέτοιο χάλι;

Μια άμεση απάντηση θα μπορούσε να είναι ότι έχουμε αυτή τη φυσική τάση προς την πραγμάτωση και την ανάπτυξη, αλλά καταπιέζεται από τον κόσμο και τους άλλους γύρω μας. Το πρόβλημα μ’ αυτό όμως είναι ότι εάν είμαστε τόσο πραγματωνώμενα όντα, γιατί αυτή η τάση είναι τόσο αδύναμη; Γιατί απλά παραδίδει πνεύμα όταν δυσκολεύεται; Σιγά την τάση πραγμάτωσης!

Βασιζόμενος στο υλικό για την προετοιμασία του νέου μου βιβλίου: «Integrating counselling and psychotherapy: Directionality, synergy, and social change» (Sage, Φεβ 2019), θα πω ότι, για μένα τουλάχιστον, υπάρχουν τρεις συσχετιζόμενες απαντήσεις που αποσαφηνίζουν το ερώτημα.

Πρώτον, ίσως γνωρίζουμε και νιώθουμε τι θέλουμε και τι είναι καλύτερο για μας, αλλά δεν γνωρίζουμε πάντα τον καλύτερο δυνατό τρόπο για να το αποκτήσουμε. Γνωρίζω, για παράδειγμα, ότι θέλω να είμαι κοντά στους φίλους μου ή ότι θέλω να νιώθω πιο ήρεμος στη ζωή μου -κι αυτή είναι η εσωτερική, οργανισμική μου αίσθηση του τι είναι καλύτερο για μένα- αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα έχω πάντα τις δεξιότητες ή τα εργαλεία να το πραγματοποιήσω. Και την καλύτερη πρόθεση του κόσμου να έχουμε, ίσως απλά δεν μάθαμε τους καλύτερους τρόπους να ενεργούμε (ακόμη δεν έχω μάθει πώς να αλλάζω λάστιχο) ή μάθαμε τρόπους που ίσως δούλεψαν στον παρελθόν, αλλά δεν λειτουργούν στις σημερινές συνθήκες μας. Ίσως έμαθα ως αγόρι, π.χ. ότι ο καλύτερος τρόπος για να κάνω φίλους είναι να το παίζω κουλ και απόμακρος γιατί έτσι οι άνθρωποι με σέβονται, αλλά ως ενήλικας αυτό που συμβαίνει είναι ότι με τον τρόπο αυτό κρατώ τους ανθρώπους μακριά. Και, φυσικά, άνθρωποι που έχουν τραυματιστεί και έχουν πληγωθεί βαθιά στο παρελθόν, μαθαίνουν ότι για να κρατούν τον εαυτό τους ασφαλή, ίσως χρειάζεται να κάνουν πράγματα όπως το να αποφεύγουν σχέσεις και οικειότητες γενικώς. Αυτό ακριβώς ίσως χρειάστηκαν για να επιβιώσουν ως παιδιά, αλλά ως ενήλικες, σε έναν διαφορετικό κόσμο, αυτό πλέον αποτελεί εμπόδιο για την οικειότητα. Συνεπώς, παρόλο που μπορούμε να πούμε ότι οι άνθρωποι πάντα προσπαθούμε για το καλύτερο, το να κάνουμε το καλύτερο δεν είναι πάντα το καλύτερο που θα μπορούσαμε να κάνουμε. Ορισμένες φορές χρειάζεται να μάθουμε καλύτερους τρόπους για να παίρνουμε τα πράγματα που πραγματικά θέλουμε και χρειαζόμαστε στη ζωή: και εδώ η θεραπεία είναι πολύ βοηθητική. Ξεκινάμε ξεκαθαρίζονται τι είναι αυτό που πραγματικά θέλουμε -αυτοαξία, εγγύτητα, αυτονομία, ασφάλεια, κ.λπ.- και το πιάνουμε από κει αναλογιζόμενοι πώς θα μπορούσαμε να το αποκτήσουμε πιο αποτελεσματικά.

Δεύτερον, ορισμένες φορές, τα πράγματα που θέλουμε μας ωθούν προς αντίθετες κατευθύνσεις, ώστε όσο περισσότερο πραγματώνουμε μια τάση στη ζωή μας, τόσο περισσότερο ίσως καταλήξουμε να απομακρυνόμαστε από κάτι άλλο που είναι πραγματικά σημαντικό για μας. Για παράδειγμα, θέλουμε πραγματικά να αξιοποιούμε στο έπακρο κάθε στιγμή της ζωής μας. Θέλουμε πάντα να κάνουμε πράγματα και να είμαστε ενεργοί και διαδραστικοί με τον κόσμο γύρω μας. Αλλά αυτό μας απομακρύνει από το να πραγματώσουμε το δυναμικό μας ήρεμης, χαλαρής και σχετικά συνετής ύπαρξης. Και, φυσικά, η βασική τάση στην καρδιά της προσωποκεντρικής θεωρίας μπορεί να ερμηνευτεί έτσι: ότι πραγματικά θέλουμε ανθρώπους να μας συμπαθούν και να μας υπολογίζουν, αλλά το πρόβλημα είναι ότι όσο περισσότερο προσπαθούμε γι’ αυτό, τόσο περισσότερο καταλήγουμε να κάνουμε πράγματα που δεν ταιριάζουν σε άλλα κομμάτια του εαυτού μας: για παράδειγμα, η επιθυμία για δημιουργικότητα ή ελευθερία ή μοναδικότητα. Και πάλι εδώ η θεραπεία μπορεί να είναι πραγματικά βοηθητική γιατί μας προσφέρει την ευκαιρία να ζυγίσουμε αυτά τα διαφορετικά θέλω και να βρούμε τρόπους να ζούμε με περισσότερη ‘συνέργεια’ στη ζωή μας, δηλαδή να αξιοποιούμε περισσότερο αυτό που βαθιά μέσα μας πραγματικά θέλουμε τις περισσότερες φορές. Για παράδειγμα, εάν το πρόβλημα είναι ότι θέλουμε να είμαστε πραγματικά δημιουργικοί, αλλά οι άνθρωποι γύρω μας είναι επικριτικοί ως προς αυτό, τότε ίσως καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι χρειαζόμαστε διαφορετικούς ανθρώπους γύρω μας ώστε να βιώνουμε τη δημιουργικότητα και την εγγύτητα ταυτόχρονα: δεν χρειάζεται να τραβιόμαστε προς αντίθετες κατευθύνσεις.

Κι αυτό μας φέρνει στο τρίτο ενδεχόμενο: ότι ορισμένες φορές, ο κόσμος γύρω μας πραγματικά μας δυσκολεύει να φτάσουμε εκεί που, βαθιά μέσα μας, γνωρίζουμε και νιώθουμε ότι πραγματικά θέλουμε να πάμε. Ένας αιτούντας άσυλο για παράδειγμα επιθυμεί ασφάλεια και αυτοσεβασμό στη ζωή του, αλλά η διαβίωση εντός ενός ρατσιστικού κοινωνικού πλαισίου πραγματικά τον δυσκολεύει να φτάσει εκεί. Να σημειωθεί, ότι εδώ δεν είναι η τάση πραγμάτωσης που συνθλίβεται ή καταπιέζεται ή εξαφανίζεται, είναι ότι και τις καλύτερες προθέσεις του κόσμου να είχε, δεν μπορεί να πάρει αυτό που θέλει γιατί ο κόσμος στέκεται εμπόδιο. Στην πραγματικότητα, εάν δούμε και τις δύο απαντήσεις παραπάνω, αφορούν επίσης σε μεγάλο βαθμό το κοινωνικό πλαίσιο του ατόμου. Γι’ αυτό, για παράδειγμα, δεν μαθαίνουμε από τον κόσμο πώς να πραγματώσουμε με τον καλύτερο τρόπο τις πιο σημαντικές μας τάσεις ή ο κόσμος δημιουργεί συνθήκες γύρω μας (όπως επικριτικούς φίλους) που υποδηλώνουν ότι η πραγμάτωση μίας τάσης προϋποθέτει την υπονόμευση μιας άλλης. Στο σημείο αυτό, η θεραπεία μπορεί να μας βοηθήσει να αναλογιστούμε για το πώς αλλάζουμε τον κόσμο μας. Αλλά, σε αυτή την περίπτωση, ο αιτούντας άσυλο που λέγαμε, χρειάζεται και κάτι παραπάνω από αυτό. Εάν τα προβλήματα είναι εμπόδια στον κόσμο, χρειάζεται πραγματική κοινωνική και πολιτική αλλαγή -ισότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, πάταξη του ρατσισμού, κ.λπ.- για να βοηθηθούν περισσότεροι άνθρωποι να πάρουν περισσότερο από αυτό που βαθιά μέσα τους επιθυμούν περισσότερες φορές.

Συνεπώς, για μένα, βγάζει νόημα να πούμε ότι άνθρωποι γνωρίζουν βαθιά μέσα τους τι θέλουν στη ζωή τους και τι είναι καλό γι’ αυτούς. Κανείς δεν μπορεί να μου πει ότι αυτό που πραγματικά χρειάζομαι στη ζωή μου είναι εγγύτητα ή το να γίνω συγγραφέας ή το να νοιάζομαι για άλλους. Γνωρίζω ‘μέσα μου’ τι λειτουργεί για μένα, τι νοιώθω σωστό. Αλλά όταν έρχεται η ώρα να προσπαθήσω πραγματικά να το πετύχω, τα πράγματα περιπλέκονται, και όσο κι εάν προσπαθώ και βάζω τα δυνατά μου, δεν κάνω πάντα, απαραίτητα, αυτό που θα έπρεπε να κάνω. Ορισμένες φορές, για τον κόσμο στον οποίο κατοικώ, δεν είναι πάντα ο πιο αποτελεσματικός τρόπος ή ο πιο συνεργατικός τρόπος – κι εδώ η θεραπεία πραγματικά βοηθάει. Αλλά ορισμένες φορές, ανεξάρτητα με το πόσο έξυπνος είμαι, ο κόσμος απλά δεν θα με αφήσει να πάω εκεί που θέλω να είμαι. Και τότε ίσως χρειαστεί να αλλάξουμε τον κόσμο μέσω προσωπικής ή συλλογικής δράσης. Ως άνθρωποι, μπορούμε να είμαστε εκπληκτικά έξυπνοι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πάντα τα κάνουμε όλα σωστά. Η αναγνώριση ότι τα πράγματα μπορούν να είναι καλύτερα -τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο- είναι αυτό που μας χαρίζει απίστευτες δυνατότητες ανάπτυξης.


Πηγή: https://mick-cooper.squarespace.com/new-blog