Άρθρο: Δέσποινα Πάνου

Κοινωνική Ανθρωπολόγος


Αναζητώντας πληροφορίες για διάφορα θέματα πολιτισμού της Σαλαμίνας, ανοίγοντας παλιά μπαούλα και ακούγοντας ιστορίες από ηλικιωμένους, βρέθηκα αντιμέτωπη με μια περίεργη, θα έλεγα, λέξη. Ήταν χειμώνας, πριν πολλά χρόνια, όταν άκουσα την κυρία (Μπινιάρη, 2001) να λέει «ο παππούς σου ήταν λοτόμος και δύσκολα τα βγάζαμε πέρα οικονομικά, δούλευε πολύ λίγους μήνες το χρόνο, τα καλοκαίρια, και έτσι έπρεπε με αυτά τα λεφτά να βγάλουμε το χειμώνα». Αμέσως μου γεννήθηκε η απορία, τι ήταν ο λοτόμος και τι δουλειά ήταν αυτή. Μετά από αρκετά χρόνια, ξεκίνησα μια έρευνα για την υλοτομία που με οδήγησε στη μελέτη του επαγγέλματος του καρβουνιάρη, το οποίο μέχρι και σήμερα είναι ευρέως διαδεδομένο σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας όπως η Ικαρία, το Μέτσοβο και η Αγιά Μυλοποτάμου στο Ρέθυμνο. Ωστόσο, με το επάγγελμα του καρβουνιάρη ασχολήθηκαν και πολλοί Σαλαμίνιοι, οι οποίοι κατά τους θερινούς μήνες εγκατέλειπαν προσωρινά το νησί για άλλες περιοχές όπου γίνονταν τα λεγόμενα “καμίνια”. Για την πληρέστερη μελέτη αυτών λοιπόν, παρακάτω παρατίθενται υλικό τόσο από τις τοπικές ακουστικές μαρτυρίες κατοίκων του νησιού και τη μελέτη βιβλιογραφικών ορισμών, όσο και προσωπικό φωτογραφικό υλικό.

Ορισμός

Ως υλοτομία ορίζεται η συστηματική κοπή δέντρων με σκοπό την παραγωγή ξυλείας. Οι κύριες εργασίες του υλοτόμου είναι η κοπή του δέντρου, η μετατόπιση και η μεταφορά του από το σημείο κοπής στο χώρο επεξεργασίας (Τριανταφυλλοπούλου-Κόμη, 2018). Ταπεινό παράγωγο μα συνάμα πολύτιμο αγαθό, είναι το κάρβουνο που παλαιότερα (εκτός από τη χρήση του στα μαγκάλια για θέρμανση) ήταν απαραίτητο για πολλούς τεχνίτες. Πιο συγκεκριμένα, μεγάλη ανάγκη το είχαν ο σιδεράς, ο κουδουνάς και ο αλμπάντης (πεταλωτής). Κυρίως όμως αποτελούσε κινητήρια όμως, δύναμη του καρβουνιάρη που εργαζόταν στο καμίνι, ο οποίος καίγοντας χοντρά ξύλα (από τα οποία πρόεκυπτε το κάρβουνο) παρασκεύαζε και πουλούσε κάρβουνα (Διαμαντάκος, 1997).

Η τέχνη του καμινιού

Όπως προαναφέρθηκε, οι καρβουνιάρηδες εργάζονταν στο καμίνι, το οποίο έστηναν μόνοι τους και ήταν υπεύθυνοι γι’ αυτό. Σύμφωνα με τον (Μπινιάρη, 2017), το καμίνι φτιαχνόταν πάντα σε ένα επίπεδο μέρος, που να μην υπήρχαν πέτρες γιατί εμπόδιζαν την ανθρακοποίηση των ξύλων. Οι διαστάσεις του ποίκιλλαν και σχετίζονταν με την ποσότητα των ξύλων. Για παράδειγμα τα πολύ μεγάλα ξύλα (τις «τέμπλες») τα κόβουν σε μικρότερα, τα οποία τα τοποθετούν σε μια λοφοειδή διάταξη (να κάνουν «κατσιούλα»). Αυτός ο ημικυκλικός θόλος, όμως απαιτεί μεγάλη επιδεξιότητα, καθώς εδώ έγκειται η επιτυχία της όλης προσπάθειας. Ο θόλος έχει μια τρύπα από τη βάση μέχρι την κορυφή. Όταν το καμίνι αποκτά τις επιθυμητές διαστάσεις, το «ντύνουν» (σκεπάζουν) με άχυρα και χλωρό σχίνο («σκίντα») για να καλυφθούν τα κενά μεταξύ των ξύλων.

Στη συνέχεια, το σκεπάζουν με χώμα ώστε να καλυφθούν όλες οι τρύπες, από τις οποίες θα μπορούσε να μπει αέρας (ως γνωστόν, το οξυγόνο δυναμώνει τη φωτιά) κι έτσι τα ξύλα «ν’ αρπάξουν», δηλαδή να γίνει ανάφλεξη και να μετατραπούν όλα τα κάρβουνα σε στάχτη. Όταν πια έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία του «στησίματος» του καμινιού, ο καρβουνιάρης βάζει στην κορυφή του σωρού το προσάναμμα. Στη βάση του θόλου αφήνουν στην αρχή μικρές τρύπες για να παίρνει αέρα το καμίνι και να δίνει «κρυφή φλόγα» στο καμίνι. Το σιγανό αυτό κάψιμο (βγάζοντας βεβαίως κάποιους καπνούς) διαρκεί περίπου 3-4 μέρες, ή και παραπάνω, προκειμένου να γίνουν τα κάρβουνα.

Μια ιδιαίτερα κοπιαστική δουλειά των καρβουνιάρηδων είναι η παρακολούθηση του καμινιού, νύχτα-μέρα, για να μην «αρπάξουν» (καούν μονομιάς) τα ξύλα. Κλείνουν λοιπόν τις τρύπες που ανοίγουν σε διάφορα σημεία, έτσι ώστε το καμίνι να σβήσει φυσιολογικά από έλλειψη οξυγόνου. Ταυτόχρονα όμως ανοίγουν και νέες, έτσι ώστε η φωτιά να μεταφερθεί σε όλα τα σημεία και να γίνει η ατελής καύση (δηλ. χωρίς την παρουσία οξυγόνου). Ο καρβουνιάρης παρακολουθεί την όλη καύση απ’ τις τρύπες που είχε αφήσει και κλείσει με χώμα. Ανοίγει δηλαδή μία, παρακολουθεί το εσωτερικό και αμέσως την ξανακλείνει. Όλο το μυστικό κρύβεται σε μια μικρή τρύπα στην κορυφή, για να ανάψουν τη φωτιά. Στη συνέχεια, την κλείνουν κι αυτή, έτσι ώστε η φωτιά να μεταφερθεί στο εσωτερικό του καμινιού (Μπινιάρης, 2017).

Το καμίνι συνήθιζαν να το παρακολουθούν μέρα-νύχτα να μην τρυπήσει, δηλαδή να μην πάρει αέρα, γιατί σ’ αυτή την περίπτωση τα κάρβουνα θα γίνονταν στάχτη! Αν κάπου άνοιγε το καμίνι, ο εργάτης-φύλακας έπρεπε να ρίξει αμέσως χοντρά ξύλα και να σκεπάσει την τρύπα πάλι με χώμα, έτσι ώστε και πάλι η φωτιά να «πέσει» (να μειωθεί η ένταση της) και να σιγοκαίει εσωτερικά. Όπως αντιλαμβανόμαστε, πρόκειται για μια εξαιρετικά κοπιαστική εργασία, που απαιτούσε διαρκή επαγρύπνηση, καθώς όσο καίγονταν τα ξύλα κι έπεφτε το χώμα τόσο πιο συχνά εμφανίζονταν οι τρύπες, άρα και ο εργάτης έπρεπε να κινείται εν ριπή οφθαλμού.

Σαλαμίνιοι Καρβουνιάρηδες

Τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 πλήθος ντόπιων ασχολούνταν με τα καμίνια εκτός του νησιού. Έφευγαν για 3 μήνες -το λιγότερο- σε περιοχές όπως η Κεφαλλονιά, η Αγιά και ο Πλατανιάς στα Χανιά Κρήτης, η Παραμυθιά, το Πετροκεφάλι στο Ηράκλειο Κρήτης, διάφορες περιοχές των Ιωαννίνων, της Καλαμάτας και της Εύβοιας, ακόμα και στα Μέγαρα. Αξίζει να αναφερθεί ότι οι περισσότεροι έπαιρναν μαζί και τις οικογένειες τους, διαμένοντας είτε σε αυτοσχέδια σπίτια, τα λεγόμενα κονάκια, είτε επικοινικίαζαν σπίτια για το διάστημα που θα έμεναν (Μπινιάρη, 2001).

Σύμφωνα με τοπικές μαρτυρίες (Μπινιάρη, 2018; Μπινιάρης, 2017; Νάννου, 2018) οι Σαλαμίνιοι που έκαναν το επάγγελμα του καρβουνιάρη είτε ως μόνιμη, είτε ως περιστασιακή εργασία ήταν οι: Αγαπίου Προκόπιος (γνωστός και ως Τζήκος), Αλαϊσκας Αθανάσιος, Βενετσάνος Γεώργιος, Βενετσάνος Χρήστος, Γαρείος Γεώργιος, Γραμματικός Νικόλαος και ο γιος του Αχιλλέας, Δρυγούτης Ιωάννης και ο γιος του Μελέτης, Δρυμούσης Γεώργιος, Ζερβός Μιχαήλ, Καλογιάννης Κωνσταντίνος, Καρνέσης Μηνάς, Κωνσταντάς Κωνσταντίνος, Μπακαούκας Παναγιώτης, Μπινιάρης Γεώργιος και ο γιος του Δημήτριος, Μυτουλάκης Ιωάννης και ο αδερφός του Σπυρίδων, Νάννος Κωνσταντίνος, Νάννος Μελέτης, Νάννος Σωτήριος, Παπαδημητρίου Ευάγγελος, Παπαθανασίου Κωνσταντίνος, Σακελλαρίου Ιωάννης και ο αδερφός του Αλέκος, Τσεκούρας Γεώργιος και Φουρτουλάκης Σωτήριος.

*Δεκαετία 1970, Περιοχή Πετροκεφάλι Ηρακλείου Κρήτης, ο Δημήτριος Μπινιάρης με την οικογένεια του, ο Γεώργιος Βενετσάνος και ένας εργάτης με καταγωγή από την Κρήτη. (Πηγή: Προσωπικό Αρχείο)

Παρόμοια με ανωτέρω, οι Σαλαμίνιοι καρβουνιάρηδες είτε μόνοι τους, είτε με τις οικογένειες τους, συνήθως έμεναν σε αυτοσχέδια σπιτάκια, τα λεγόμενα “κονάκια”, τα οποία στηρίζονταν σε ξύλα και για οροφή χρησιμοποιούσαν μουσαμάδες ή στην καλύτερη περίπτωση τσίγκους, ώστε να μένουν προφυλαγμένοι από τυχόν βροχές. Ωστόσο, όπως μας πληροφορεί η κυρία (Μπινιάρη, 2018) υπήρχε τέτοια ζέστη τριγύρω, λόγω του καμινιού, που η ατμόσφαιρα ήταν ανυπόφορη και το έδαφος έκαιγε. Από αυτό καταλαβαίνουμε πως οι άνθρωποι εργάζονταν και ζούσαν κάτω από δυσμενείς συνθήκες!

*Δεκαετία 1970, Πετροκεφάλι Ηρακλείου Κρήτης, ο Δημήτριος Μπινιάρης, ο Κωνσταντίνος Νάννος και ένας εργάτης από το χωρίο. (Πηγή: Προσωπικό Αρχείο)

Όταν όμως το ταξίδι διαρκούσε αρκετό καιρό, νοίκιαζαν σπίτια και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας έμεναν εκεί και όχι κοντά στο καμίνι. Πολλά παιδιά πήγαν και σχολείο σε κάποιες από τις περιοχές όπου διέμεναν, δημιούργησαν φιλίες και ενσωματώθηκαν με τους κατοίκους της εκάστοτε περιοχής. Επειδή περνούσαν αρκετό καιρό μαζί, οι περισσότεροι γνωρίζονταν κιόλας, ζούσαν σαν μια οικογένεια, παρά τη φτώχεια, πάντα υπήρχε φαγητό και κρασί για όλους. Στα καμίνια εκείνων των δεκαετιών δεν υπήρχε ταξική διαφορά (εργοδότης-εργάτης), ήταν όλοι ίσοι και νοιάζονταν να πάει καλά η δουλειά με σκοπό να βγουν όσα περισσότερα κάρβουνα γινόταν και συγκεκριμένα να βγουν καλά κάρβουνα.

*Τα καμίνια! Το πρώτο από τα αριστερά είναι σε αρχικό στάδιο με τα ξύλα, ενώ τα άλλα δύο βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο και είναι καλυμμένα με χώμα. (Πηγή: Προσωπικό Αρχείο)

Όπως κατανοούμε η δουλειά του καρβουνιάρη, εκείνου που μοχθεί για να παραχθεί αυτό το αυτονόητο αγαθό, ήταν και θα είναι από τις πλέον δύσκολες, καθώς και ένα από τα πιο ανθυγιεινά επαγγέλματα. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι έρχονταν σε αδιάκοπη επαφή με τρομερά υψηλές θερμοκρασίες, εισέπνεαν διάφορες βλαβερές ουσίες από την καύση του κάρβουνου και γι’αυτό οι περισσότεροι έφυγαν από τη ζωή σε σχετικά νεαρή ηλικία, εξαιτίας διαφόρων προβλημάτων στους πνεύμονες.  Εν κατακλείδι, το επάγγελμα του καρβουνιάρη ή αλλιώς του υλοτόμου συνέβαλε ώστε να ζήσουν οικονομικά πολλές οικογένειες του νησιού. Άνθρωποι που, λόγω της κατοχής του πολέμου, δεν μπόρεσαν να τελειώσουν ούτε το δημοτικό έγιναν καρβουνιάρηδες για να προσφέρουν τα προς το ζην στο σπίτι τους και να παντρέψουν τα παιδιά τους (και ιδίως τις κόρες) με όλα τα καλά (Μπινιάρη, 2018)!


Βιβλιογραφικές Αναφορές

Διαμαντάκος, Ν (1997). Το Πουρί: Το πολύδροσο χωριό του Πηλίου. Βόλος. Εκδόσεις: Κοινότητα Πουρίου.

Μπινιάρη, Ε (2001). Τοπική ακουστική μαρτυρία κατοίκου του νησιού. Σαλαμίνα.

Μπινιάρης, Γ (2017). Τοπική ακουστική μαρτυρία κατοίκου του νησιού. Σαλαμίνα.

Μπινιάρη, Ε (2018). Τοπική ακουστική μαρτυρία κατοίκου του νησιού. Σαλαμίνα.

Νάννου, Ε (2018). Τοπική ακουστική μαρτυρία κατοίκου του νησιού. Σαλαμίνα.

Τριανταφυλλοπούλου-Κόμη, Γ (2018). Με τη μέθοδο του υλοτόμου. Αθήνα. Εκδόσεις: Μικρές Εκδόσεις.

WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com