Άρθρο: Δέσποινα Πάνου

Κοινωνική Ανθρωπολόγος


Στο νότιο τμήμα του νησιού της Σαλαμίνας, στο δάσος του βουνού που φέρει το όνομα «Σταυρός», ανάμεσα στο Αιάντειο και στα Κανάκια, βρίσκεται η ιερά Μονή του Αγίου Νικολάου Λεμονίων. Παρόλο που στο κωδωνοστάσιο υπάρχει μια ενδεικτική χρονολογία (1742), ο χρόνος που χτίστηκε η συγκεκριμένη Μονή είναι άγνωστος καθώς, ακόμη και σήμερα, δεν έχει αποσαφηνιστεί στο ευρύ κοινό εάν πρόκειται για τη χρονολογία ανέγερσης ή ανακαίνισης της Μονής. Ανεξαρτήτως αυτού, η αρχική ονομασία που έφερε ήταν «Άγιος Νικόλαος στο Κανάκιανη» ενώ το όνομα «Άγιος Νικόλαος Λεμονιών» οφείλεται στις πολλές λεμονιές που είχε φυτέψει ο τότε ηγούμενος της Μονής Ευδόκιος γύρω στο 1800. Μάλιστα, αυτού του είδους τα δέντρα ήταν και τα μοναδικά στο νησί εκείνη την εποχή (Ξύγκη, 2019)!

*Χρονολογία πιθανόν πριν το 1960, άποψη από το εσωτερικό της Μονής (Πηγή: Η Σαλαμίνα του Χθες)

Ο ναός είναι χτισμένος σε ρυθμό μονόκλιτο βασιλικό ενώ πολλές αγιογραφίες του έχει φιλοτεχνήσει ένας από τους σημαντικότερους αγιογράφους της Σαλαμίνας, ο Δημήτριος Ανδριανός, ο οποίος ήταν εγκατεστημένος στη Μονή ως «λαϊκός». Εκεί, ζούσε από το κυνήγι και κάποια μαθήματα που έκανε στα παιδιά στο Μούλκι, εφόσον δεν υπήρχε ακόμη σχολείο και για τα παιδιά ποιμένων της περιοχής. Πριν αρρωστήσει, φοιτούσε στο διδασκαλείο των Αθηνών (Σαλτάρης, 1980). Παρόλο που κατά καιρούς τη Μονή επισκέπτονταν Αγιορήτες μοναχοί, ένας ιερομόναχος αγιογράφος στάθηκε η αιτία για να αρχίσει να ζωγραφίζει. Με τις οδηγίες του, κατάκτησε την τέχνη της αγιογραφίας, άρχισε να αγιογραφεί πολλούς ναούς της Σαλαμίνας και εξελίχθηκε σε ένα μεγάλο αγιογράφο και πολύ σημαντικό ζωγράφο της Σαλαμίνας, επονομαζόμενος από τους κατοίκους του νησιού και ως “ Μητροζουγράφος ”!

Ο Ανδριανός έζησε όλη του τη ζωή στο μοναστήρι. Σε αυτό γεννήθηκαν τα παιδιά του, που απέκτησε με την συζυγό του Ελένη Κοπανά από την Θήβα. Ο γιος του Νικολάος Ανδριανός που γεννήθηκε το 1886, ακολούθησε τα βήματα του πατέρα του. Ο “ Νικοζουγράφος ” με τη σειρά του, εικονογράφησε αρκετούς ναούς της Σαλαμίνας μαζί με τον πατέρα του και στη συνέχεια μόνος του. Hλικιωμένος και θεραπευμένος έφυγε από την μονή και έμεινε μόνιμα στην πόλη της Σαλαμίνας όπου και πέθανε το 1923 (Σαλτάρης, 1980). Όταν έφυγε αυτή η καλλιτεχνική οικογένεια απο την Μονή, ήρθε και εγκαταστάθηκε σε αυτή μία κοινότητα καλογραιών με ηγουμένη την μοναχή Σαλώμη, που έφθασε ξεριζωμένη από το Αιδίνι της Μικράς Ασίας και ακολούθησε τη μοναστική ζωή συνοδευόμενη στο έρημο τότε μοναστήρι από δύο νεότερές της μοναχές. Αρχικά, η Μονή ήταν ανδρώα, ενώ στη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης οι μοναχοί παρείχαν στέγη, τροφή και γενικά κάθε διευκόλυνση στους επαναστάτες. Εκεί βρήκαν καταφύγιο ο οπλαρχηγός Χοντρινικόλας Γκριτζιώτης και τα παλικάρια του, ωστόσο φιλοξενήθηκαν και πολλοί κατατρεγμένοι από τους Τούρκους.

*Χρονολογία πιθανόν πριν το 1960, άποψη από το εσωτερικό της Μονής (Πηγή: Η Σαλαμίνα του Χθες)

Δυστυχώς όμως, όπως είθισται σε τέτοιες περιπτώσεις, οι δαπάνες για τη συντήρηση τόσων ανθρώπων την εξάντλησαν οικονομικά. Όταν ιδρύθηκε το ελληνικό κράτος, με βασιλικό διάταγμα του 1833, αποφασίστηκε να καταργηθούν κάποια μοναστήρια που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να αυτοσυντηρηθούν. Η ακίνητη περιουσία τους εκποιήθηκε και φυσικά σ΄ αυτό το διάταγμα περιλαμβανόταν και η Μονή του Αγίου Νικολάου, η οποία διαλύθηκε (Μπελεφάντη & Μπελεφάντης, 2013). 

Μετά την τυπική διάλυσή της, κάποιοι μοναχοί αλλά και λαϊκοί εγκαταστάθηκαν κατά καιρούς εκεί, καθώς το δάσος της περιοχής –πρόκειται για το μεγαλύτερο της δυτικής Αττικής– προσέφερε ρετσίνα σε μεγάλες ποσότητες και αποτελούσε τρόπο επιβίωσης για τους «ρετσινάδες». Η ρετσίνα αποτελούσε βασική ύλη για τη στεγανοποίηση των πλοίων και, σύμφωνα με την παράδοση, ήταν ένας από τους λόγους που οι Τούρκοι είχαν δώσει κάποια προνόμια στη Σαλαμίνα.

Ύστερα από τη μικρασιατική καταστροφή ήρθαν στη Μονή κάποιες μοναχές, αλλά δεν ήταν εύκολη η επιβίωση και έτσι ερήμωσε πάλι. Το 1926, χρονιά διωγμού των «γνήσιων ορθοδόξων» παλαιοημερολογητών, στον ανελέητο κατατρεγμό και με φυλακίσεις ιερέων  «για την πιστή εφαρμογή των διατάξεων», στο απόμερο αυτό μοναστήρι έβρισκαν καταφύγιο «ζηλωτές» για να τελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα με ασφάλεια επικουρούμενοι από Αγιορήτες ιερομόναχους (Μπελεφάντη & Μπελεφάντης, 2013).

Η νέα αυτή γυναικεία μοναστική κοινότητα μετά βίας κατάφερνε να ζει σε ένα μοναστήρι χωρίς πόρους, έτρωγαν ελιές και χόρτα του βουνού και ζούσαν τόσο φτωχικά που πολλές φορές τούς έλειπε ακόμα και το ψωμί. Οι μοναχές που κάθε φορά προστίθονταν στην κοινότητα, κάθονταν λίγο καιρό και έφευγαν ενώ το 1940 μόνο δυο πολύ γριές καλόγριες είχαν παραμείνει δίχως να τελούνται λειτουργίες ή δεήσεις. Όταν οι γριούλες αυτές ασκήτριες μοναχές πέθαναν, το μοναστήρι ερήμωσε για μία ακόμα φορά. Το ίδιο συνέβη και μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου εγκαταστάθηκαν δύο ηλικιωμένες μοναχές, αλλά όταν έφυγαν από τη ζωή δεν υπήρχε διαδοχή. Έτσι, η μονή επανιδρύθηκε επίσημα το 1966, δηλαδή 132 χρόνια αφού διαλύθηκε, ως γυναικεία και από τότε λειτουργεί κανονικά αλλά με πολύ λίγες μοναχές που δυσκολεύονται να τη συντηρήσουν.

Αυτό όμως αποτελεί μία από τις πολλές ομορφιές του μοναστηριού! Λεπτομερέστερα, εικόνες και διάκοσμος φθαρμένα από τους αιώνες δημιουργούν μια κατανυκτική ατμόσφαιρα που διαφαίνεται στην πολυτέλεια των «δημοφιλών» προσκυνημάτων. Ακόμη, κρυμμένο μέσα στο πράσινο, λίγο παρακάτω από το μοναστήρι βρίσκεται το ξωκλήσι του αγίου Ιωάννη του Καλυβίτη που χρονολογείται από τα τέλη του 10ου αιώνα, οπού εκεί βρίσκονται και οι τάφοι των ανδρών μοναχών της μονής. Το κύριο χαρακτηριστικό του είναι ο οκταγωνικός τρούλος του σε αρχαϊκή μορφή, αν και το πιο σημαντικό, είναι πως εκεί υπήρχε μία από τις ιαματικές πηγές της Σαλαμίνας (Παντελή, 2003).

*Άγιος Ιωάννης ο Καλυβίτης (Πηγή: Κιβωτός της Ορθοδοξίας)

Ένας θρύλος που συνοδεύει αυτό το μοναστήρι, εξιστορεί ότι στην αυλή του υπάρχει το καταβάσιο όπου πολλοί το συνδέουν με τον αρχαίο ναό της Εκάτης που υπήρχε στην περιοχή, αλλά και με το παλάτι του Αίαντα. Ο θρύλος, λέει, ότι μπορεί να συνδεόταν με στοές και με τη σπηλιά του Ευριπίδη, ή ακόμα, και ότι κάποια στοά περνάει κάτω από τη θάλασσα και φτάνει στη Στυμφαλία. Αυτές τις στοές οι ντόπιοι τις αποκαλούσαν «μπουριά», που ακόμη και αν υπήρχαν στην εποχή μας αυτές οι δίοδοι, καταπώς φαίνεται, έχουν καταστραφεί (Κουτελάκης, 2004).

Κλείνοντας, οφείλουμε να αναφέρουμε ότι κάποιοι πιο προσγειωμένοι θεωρούν ότι επρόκειτο για μυστική διέξοδο προς τη θάλασσα για να μπορούν να διαφεύγουν οι μοναχοί  σε περίπτωση εφόδου από Τούρκους ή πειρατές. Ωστόσο ανεξαρτήτως όλων, το ιστορικό αυτό μνημείο, παρά την εποχή αβεβαιότητας που διανύει, αποσπά μέχρι και σήμερα τον θαυμασμό των επισκεπτών του!

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Κουτελάκης, Χ. (2004). Σαλαμίνα, η άγνωστη ιστορία ενός νησιού. Ιστορικά Θέματα, 35, 1-7.

Μπελεφάντη, Θ. & Μπελεφάντης, Δ. (2013). Μνήμες και Μνημεία, από το ιστορικό παρελθόν του Αιαντείου της Σαλαμίνας. Αθήνα: Εκδόσεις Ίανθος.

Ξύγκη, Χ. (2019). Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Λεμονίων Σαλαμίνας. Αθήνα: Εκδόσεις Επτάλοφος.

Παντελή, Θ. (2003). Σαλαμίνα: Πορεία στο χρόνο. Αθήνα: Εκδόσεις Ιωλκός.

Σαλτάρης, Ν. (1980). Οι Ζωγράφοι της Σαλαμίνας. Η Σαλαμίνα. σσ. 250-252.