Άρθρο: Δέσποινα Πάνου

Κοινωνική Ανθρωπολόγος


Σύμφωνα με τις μακροχρόνιες παρατηρήσεις του Σκωτσέζου ιστορικού George Finlay (1861, σ.46), που έζησε τη μισή ζωή του στην Αθήνα και γνώρισε όσο λίγοι τους ανθρώπους της, «στο Μαραθώνα, στις Πλαταιές, στα Λεύκτρα, στη Σαλαμίνα, στη Μαντίνεια, στην Είρα και στην Ολυμπία δεν κατοικούν πια Έλληνες, αλλά Αλβανοί». Βάσει αυτού, λοιπόν, υποστήριζε πως όποιος ξένος επισκεπτόταν την χώρα, συνειδητοποιώντας το πλήθος των αρβανιτών κατοίκων, μειδιούσε ακούγοντας τους λόγιους της Αθήνας να υπερηφανεύονται για την αρχαιοελληνική καταγωγή του πληθυσμού της Ελλάδας. Μάλιστα δεν ήταν λίγες οι φορές που έφτανε στο ίδιο συμπέρασμα με τον (Φαλμεράυερ, 1984, σ.74), ότι δηλαδή «όλα αυτά τα μέρη που κάποτε ήταν καρδιά και κέντρο των Ελλήνων, είναι σήμερα Νέα Αλβανία».  Πράγματι, η ύπαρξη των Αρβανιτών αποτελούσε τόσο σοβαρό πρόβλημα για τους αρχιτέκτονες του ελληνικού εθνικού μύθου που ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, γνωστός και ως ο «πατριάρχης» της ελληνικής εθνικής ιστοριογραφίας, αφού αναγκάστηκε να αποδεχτεί την αρβανίτικη πραγματικότητα, πρότεινε το 1854 μέτρα για να λυθεί αυτό το πρόβλημα. Χαρακτηριστικό απότοκο των απόψεών του αποτελεί το παρακάτω απόσπασμα: «Δύο φυλαί κατοικούσι την Ελλάδα, η Ελληνική και η Αλβανική. Αλλ’ η Αλβανική φυλή αποτελεί άραγε έθνος ίδιον; … Εν και μόνον εθνικόν στοιχείον έχει ίδιον εισέτι η φυλή εκείνη, την γλώσσαν. αλλά και αύτη υποχωρεί βαθμηδόν εις την κατακτητικήν πορείαν του Ελληνισμού» (Παπαρρηγόπουλος, 2016, σ.112).

Καταπώς φαίνεται και ακολουθώντας την ιστορία των διαφόρων τοπικών παραδόσεων αναφορικά με την εγκαθίδρυση τους στο νησί της Σαλαμίνας, δύο είναι οι επικρατέστερες. Όπως αναφέρει η μία τοπική παράδοση «οι Αρβανίτες έποικοι έφθασαν στο νησί από θάλασσα-ίσως από την Κόρινθο, αφού αποσπάστηκαν από τους ήδη εγκατασταθέντες εκεί Αρβανίτες-και αποβιβάστηκαν στη σημερινή παραλία της Κούλουρης. Ο τόπος ήταν γεμάτος από κέδρους και ακολουθώντας ένα ρυάκι έφθασαν μέχρι την πηγή του, ανατολικά της εκκλησίας του Αγίου Ανδρέα»  (Πάλλας, 1988, σ.12). Η άλλη παράδοση δε, κάνει λόγο πως για τον εντοπισμό του καταλληλότερου τόπου για τη δημιουργία οικισμού «κρέμασαν σε διάφορα μέρη συκώτι ζώου και ανάλογα με τη βραδύτητα της αποσύνθεσής του επέλεξαν τον τόπο εγκαθίδρυσής τους» (Καραντής, 1996, σ.55).

Ο πρώτος εποικισμός της Σαλαμίνας από Αρβανίτες έγινε αρκετά μετά από το 1425, γεγονός που ενισχύει την άποψη πως κατά τη δεύτερη δεκαετία του 15ου αιώνα δεν υπήρχαν Αρβανίτες στην κυρίως Αττική, παρά μόνο στα βόρεια και νοτιοανατολικά της. Έτσι, λοιπόν, το πρώτο κύμα Αρβανιτών άρχισε να εγκαθίσταται μάλλον από το δεύτερο τέταρτο του 15ου αιώνα κι έπειτα στη Σαλαμίνα, κυρίως στην Κούλουρη και το Μούλκι, όπου προϋπήρχε ντόπιος νησιωτικός πληθυσμός αλλά και αθηναϊκός. Οι δύο γλώσσες φαίνεται πως συμβίωσαν και η Αρβανίτικη επικράτησε πρωτίστως στον γεωργικό πληθυσμό, αφού στερείται γραπτής παράδοσης αλλά θεωρείται συναισθηματικά πλούσια σε έκφραση (Βελτανισιάν, 2015). Μεγάλη σημασία δίνεται στο γεγονός πως η εγκατάσταση των Αρβανιτών επήλυδων στο νησί ήταν ειρηνική και συνοδεύτηκε από την προσαρμογή τους στο οικονομικό τοπίο του νησιού. Οι ασχολίες του εκτείνονταν στη γεωργία, στην κτηνοτροφία, στην υλοτομία, στην κατραμοποιία και στη ρητινοσυλλογή και διδάχτηκαν από τον ντόπιο πληθυσμό τα τοπωνύμια του νησιού, τα περισσότερα από τα οποία είναι ελληνικά και μερικά αρχαία ελληνικά. Το γεγονός της ειρηνικής συνύπαρξης και συμβίωσης Αρβανιτών και ντόπιων ενισχύεται και από προφορική παράδοση του Αμπελακίου, σύμφωνα με την οποία, οι κάτοικοι του χωριού δυσφορούσαν που οι ίδιοι και οι κόρες τους δε γνώριζαν την αρβανίτικη διάλεκτο και -κατά συνέπεια- δεν είχαν την ευκαιρία να συνάψουν γάμους με τους Αρβανίτες νέους που είχαν αρχίσει τότε να κατακλύζουν το νησί. Η διαφοροποίηση, εξάλλου, από τον γηγενή πληθυσμό του νησιού δεν ήταν φυλετική αλλά οικονομική και κοινωνική (Βελτανισιάν, 2015).

Οι Αρβανίτες απομονωμένοι κοινωνικά και οικονομικά εξαρτημένοι, κατάφεραν όχι μόνο να κρατήσουν τα πολιτιστικά τους στοιχεία αλλά και να υιοθετήσουν τα πιο όμορφα χαρακτηριστικά των Ελλήνων, κατορθώνοντας τελικά με αυτό τον τρόπο να αποκτήσουν ως σύνολο τη δική τους ομοιογενή πολιτιστικά ταυτότητα (Καμπούρογλου, 1995). Αναλυτικά, το λιτοδίαιτο τους, ο τρόπος ζωής, η φορεσιά, η φτώχεια και η αδιαφορία τους για τον καλλωπισμό του χώρου όπου ζούσαν, έγινε αντικείμενο μελέτης από πολλούς Ευρωπαίους περιηγητές. Για τις καινούργιες οικογένειες των γιων το πατρικό σπίτι ήταν ο πυρήνας, γύρω από τον οποίο, αν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα, χτιζόταν ένα αυτοτελές σπίτι για το νέο ζευγάρι. Το κορίτσι, αντίθετα, παντρευόταν σε μικρή ηλικία, μετέφερε στο σπίτι του άντρα της τα ρούχα και κάποια οικιακά σκεύη της και η προίκα της περιελάμβανε κυρίως αμπέλια και λιόδεντρα (Πάλλας, 1996)!

Επίσης, εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει  η σύσταση της οικίας καθώς στο πατρικό σπίτι, όπως αναφέρεται παραπάνω, σχηματιζόταν το ισόγειο μακρυνάρι με τους βοηθητικούς χώρους να εφάπτονται σε αυτό. Οι βοηθητικοί χώροι ήταν ο στάβλος και η αποθήκη και ανάλογα με τη γεωργική ασχολία υπήρχε και το πατητήρι. Ο συγκεκριμένος τρόπος δόμησης των οικιών συνδέθηκε άρρηκτα με τους Αρβανίτες και γι’ αυτό ξένοι περιηγητές αποδίδουν το χαρακτηρισμό «αρβανίτικη κατοικία» σε τέτοιου είδους αρχιτεκτονικά σχήματα (Hughes, 2015). 

Όσον αφορά τη Σαλαμίνα, χρειάζεται να επισημανθεί ότι ως χώρος συγκέντρωσης για εύρεση εργασίας ήταν ο πεζόδρομος μπροστά από το πρώην κτήριο του Ο.Τ.Ε.  στην Ακτή Καραϊσκάκη ή στην πλατεία του Αγ. Νικολάου στα Σελήνια (για όσους έμεναν στα ανατολικά του νησιού) ή στην πλατεία του Αιαντείου. Κάθε πρωί ανέμεναν να περάσει κάποιος που χρειαζόταν χειρωνακτική, κατά κύριο λόγο, δουλειά και κατόπιν προφορικής συμφωνίας για το ημερομίσθιο, κατευθύνονταν στο χώρο εργασίας. Το απόγευμα, μετά την εργασία και τη μεσημεριανή ξεκούραση, μαζεύονταν στη διασταύρωση της Λεωφόρου Φανερωμένης και της Ακτής Καραϊσκάκη όπου συζητούσαν τα διάφορα προβλήματά τους, αλλά και έκλειναν συμφωνίες για τις επόμενες μέρες (Βελτανισιάν, 2015).

Όπως γίνεται κατανοητό η αρβανίτικη παρουσία επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τη ζωή των ντόπιων. Πρώτη και κύρια επίδραση ήταν αυτή της γλώσσας, καθώς η πλειοψηφία των Σαλαμινίων μιλούσε με μεγάλη ευχέρεια τα αρβανίτικα και μάλιστα τα χαρακτήριζαν ως τρόπο ομιλίας και όχι ως γλώσσα. Έτσι, έχει γραφτεί και σώζεται μέχρι και σήμερα τεράστια ποικιλία από τραγούδια, παραμύθια, μοιρολόγια και τοπωνύμια. Χαρακτηριστικό τραγούδι, που ακούγεται μέχρι και σήμερα, είναι το «Ρα Καμπάν Υπαπαντήσ’» που σημαίνει ότι «Χτυπά η καμπάνα της Υπαπαντής» (Παπαθεοδώρου, 2006). Ένας γνωστός τραγουδιστής και μελετητής των αρβανίτικων τραγουδιών ο Θανάσης Μωραΐτης αναφέρει χαρακτηριστικά πως «οι ρυθμοί των τραγουδιών είναι σκληροί και ‘γωνιασμένοι’, αυστηροί και βραχώδεις με έντονη τη στεριανή διάθεση, πλην των τραγουδιών της Άνδρου και του Καβοντόρου, το ύφος των οποίων είναι καθαρά νησιώτικο» (Μωραΐτης, 2011, σ.5).

Στα μέσα του περασμένου αιώνα, ωστόσο, η αρβανίτικη γλώσσα εγκαταλείφθηκε από αυτούς που τη μιλούσαν και απέφευγαν να την μεταφέρουν στα παιδιά τους. Σύμφωνα με τον Γερμανό γλωσσολόγο Claus Haebler, ο οποίος το 1959 μελέτησε στη Σαλαμίνα το αρβανίτικο ιδίωμα σημειώνει πως «οι γονείς αποφεύγουν να μάθουν στα παιδιά αρβανίτικα, λέγοντας τα, άσχημα» (Haebler, 1965, σ.90). Με την άφιξη των Αλβανών οικονομικών μεταναστών στη Σαλαμίνα από το 1990 και μετά, παρατηρήθηκε μια άνεση επικοινωνίας με τους ντόπιους Αρβανίτες, η οποία συνοδεύτηκε από την προσπάθεια γλωσσικής προσαρμογής των τελευταίων με τους πρώτους. Με άλλα λόγια, αντί να προσαρμόσουν οι Αλβανοί την ομιλία τους ώστε να γίνονται κατανοητοί από τους Σαλαμίνιους που μιλούσαν την αρβανίτικη, οι Σαλαμίνιοι ήταν αυτοί που άρχισαν να μαθαίνουν νέες αλβανικές λέξεις ή φράσεις. Από την άλλη οι Αλβανοί μετανάστες ήταν αυτοί που ενδιαφέρθηκαν περισσότερο να μάθουν ελληνικά που τα χρειάζονταν για την είσοδό τους στην αγορά εργασίας παρά να ασχοληθούν με την εκμάθηση της αρβανίτικης.

Τέλος, οι ντόπιοι Αρβανίτες ήταν αυτοί που κράτησαν αποστάσεις από τους Αλβανούς γιατί έχουν ελληνική συνείδηση και δεν συμπεριφέρθηκαν ως Αρβανίτες μακρινής αλβανικής καταγωγής. Παρόλα αυτά δε δίστασαν να επαινέσουν τον σκληροτράχηλο χαρακτήρα των Αλβανών και τους συμπονούσαν για την ένδειά τους, αλλά αρκετά συχνά τους χαρακτήριζαν ως οκνηρούς, ανειλικρινείς και εν δυνάμει κακοποιούς (Βελτανισιάν, 2015).


Βιβλιογραφικές Αναφορές

Βελτανισιάν, Π. (2015). Επισημάνσεις στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική της Σαλαμίνας (15ος αι.-20ος αι.), μια ιστορική και λαογραφική προσέγγιση. Βάκιλος, 10.

Βελτανισιάν, Π. (2015). Αρβανίτες και Αλβανοί μετανάστες. Ανακτήθηκε το 2019, από https://freethinkingisland.wordpress.com/2015/04/13/παναγιώτης/βελτανισιάν-αρβανίτες

Καμπούρογλου, Δ. (1995). Ιστορία των Αθηναίων. Αθήνα: Εκδόσεις Παλμός.

Καραντής, Α. (1996). Η παρουσία των Αρβανιτών στη Σαλαμίνα. Αρχείο Αρβανίτικων Μελετών, Τόμος  Α’, 53-55. Εκδόσεις Θαμύρις.

Μωραΐτης, Θ. (2011). Ανθολογία Αρβανίτικων Τραγουδιών της Ελλάδας. Αθήνα: Εκδόσεις Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών.

Πάλλας, Δ. (1996). Σαλαμινιακό Έγγραφο. Αθήνα: Εκδόσεις Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού-Μνημών.

Πάλλας, Δ. (1988). Βροκή < Βοιϊκή Σαλαμίνος, Τοπωνυμικά-Τοπογραφικά-Ιστορικά. Αθήνα,12.

Παπαθεοδώρου, Δ. (2006). Ο Χορός και το Τραγούδι στην Αρβανίτικη κοινότητα των λιμνών της Αργολίδος (Διπλωματική Εργασία). Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας (Τμήμα Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού), Τρίκαλα.

Παπαρρηγόπουλος, Κ. (2016). Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος 18. Ελλάδα: Εκδόσεις National Geographic.

Φαλμεράυερ, Γ.Φ. (1984). Περί της καταγωγής των σημερινών Ελλήνων. Αθήνα: Εκδόσεις Νεφέλη.

Finlay, G. (1861). Greek Revolution. Edinburgh and London: William Revolution and Sons.

Haebler, C. (1965). Grammatik der Albanischen Mundart von Salamis. Wiesbaden: Otto Harrassawitz.

Hughes, T. (2015). Travels in Silicy Greece and Albania Volume 1. London: Cambridge Libraly Collection.