Άρθρο: Μαρία Μπούτση

Υπεύθυνη  Βιβλιοθήκης – Μουσείου Λαϊκής Τέχνης & Ιστορίας Δήμου Σαλαμίνας

Επιμέλεια: Δέσποινα Πάνου

Κοινωνική Ανθρωπολόγος


Στο μονοπάτι που οδηγεί προς το σπήλαιο του «ΕΥΡΙΠΙΔΗ», ανακαλύφθηκε, μετά από ανασκαφικές έρευνες στην ευρύτερη περιοχή του σπηλαίου, το Ιερό του Διονύσου. Συγκεκριμένα, οι ανασκαφές έγιναν το χρονικό διάστημα 1998 – 2000 από τον αρχαιολόγο Γιάννο Λώλο (Λώλος, 2000).

Μετά το θάνατο του τραγικού ποιητή, η πρώτη σοβαρή παρέμβαση στον περιβάλλοντα χώρο του ησυχαστηρίου του είναι, αναμφίβολα, η ίδρυση του Ιερού του Διονύσου, κάτω ακριβώς από το σπήλαιο, και μπροστά από μία πηγή νερού, στη βάση ενός βραχώδους όγκου. Πιο αναλυτικά, πρόκειται για ένα αυτόνομο κτιριακό συγκρότημα της Ελληνιστικής εποχής, ωστόσο κατεστραμμένο, από ισχυρότατο σεισμό (ή σεισμούς) και εκχωματισμένο συστηματικά κατά τους (πρώιμους) Ρωμαϊκούς Αυτοκρατορικούς χρόνους (Λώλος, 1998). Το συγκεκριμένο γεγονός, πιθανότατα, να συνέβη κατά τη διάρκεια εκτεταμένων εργασιών καθαρισμού της περιοχής, όπου βρισκόταν η πηγή και κατά τη διαμόρφωση της ανόδου προς το «επώνυμο» σπήλαιο.

Το Ελληνιστικό συγκρότημα, εγκαθιδρυμένο σε έδαφος με έντονη κλίση, φαίνεται να αποτελεί αρχιτεκτονική ενότητα από δύο βασικά μέρη και περιλαμβάνει:

α) κρηναία εγκατάσταση με ορθογώνια δεξαμενή νερού (στεγανοποιημένη με υδραυλικό κονίαμα εσωτερικά), που ανατροφοδοτείτο, μέσω ενός πήλινου αγωγού ανοικτού επάνω, από την παρακείμενη φυσική πηγή.

β) ιερό με ορθογώνιο οικίσκο ή ναΐσκο (εσωτ. διαστάσεων 2,50Χ2,40 μ.) και αύλειο λατρευτικό χώρο με κτιστό θρανίο σε σχήμα  Γ στεγασμένο, αρχικώς, εν είδει στοάς (Sfakianaki, 2000).  Ακόμη, μεγάλη σημασία αποτελούν τα διαγνωστικά στοιχεία του ιερού που είναι δύο, σχετικώς, μικρά λίθινα βάθρα ή βάσεις, για την στήριξη πεσσών στηλών ή αγαλμάτων, που βρέθηκαν το ένα στο εσωτερικό του ναϊσκου και το άλλο στο μέσον της βόρειας κτιστής βαθμιδωτής πλευράς του λατρευτικού χώρου. Λεπτομερέστερα, στα αριστερά της εισόδου του ναϊσκου υπάρχει ορθογώνια κτιστή τράπεζα, προφανώς, για την τοποθέτηση προσφορών. Εν συγκρίσει με την αρχιτεκτονική  μορφή του ναΐσκου και του στεγασμένου χώρου με το κτιστό θρανίο, αναγνωρίζονται διαγνωστικά στοιχεία σε μικρά αγροτικά και άλλα ιερά σε Αττικές θέσεις (Sauzeau, 1998).

Όσον αφορά το κτιριακό συγκρότημα, σύμφωνα με έρευνες, πρέπει να κατασκευάστηκε σε

πρώϊμη φάση ή (το αργότερο) στα μέσα του 3ου αιων. π. Χ. Ωστόσο, η κανονική λειτουργία του ιερού δεν φαίνεται να είχε πολύ μεγάλη διάρκεια, καθώς η καταστροφή του (πιθανότατα από φυσική αιτία) μπορεί να χρονολογηθεί εντός του 2ου  αιων. π. Χ. (σε πρώιμη φάση ή γύρω στα μέσα του αιώνα αυτού) (Λώλος, 1997).

Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι η κρηναία εγκατάσταση συνέχισε να λειτουργεί κανονικά μετά από (ενδεχομένως) ορισμένες απαραίτητες επισκευές, έως τουλάχιστον και τον 1ο αιώνα  π. Χ.  Στο διάστημα αυτό, είναι πολύ πιθανόν να λειτούργησε και ως σταθμός ανεφοδιασμού των πλοίων με νερό, κάτι που μαρτυρά και η παρουσία μεγάλου αριθμού σπασμένων οξυπύθμενων αμφορέων διαφορετικών προελεύσεων, όπου σε δεύτερη χρήση, συνηθιζόταν να αξιοποιούνται για τη μεταφορά του νερού. Η καταστροφή της δεξαμενής οφείλεται σε ισχυρότατο σεισμό που άφησε έντονα τα ίχνη του στους τοίχους της (Κύρου, 1997). Όπως παρατηρείται, μετά την καταστροφή της, εκχωματίστηκε σε  Ρωμαϊκούς Αυτοκρατορικούς  χρόνους όπως επίσης και ο γύρω χώρος της, στο πλαίσιο, ίσως, εργασιών διαμόρφωσης της πορείας προς το σπήλαιο του Ευριπίδη. Μάλιστα, όπως προκύπτει από τη μελέτη και ερμηνεία των κινητών ευρημάτων και των άλλων στοιχείων, που σημειώθηκαν στους χώρους  του Ελληνιστικού συγκροτήματος, το ιερό, ευρισκόμενο «υπό την σκιάν» του σπηλαίου, ήταν  προορισμένο  για την λατρεία του Διονύσου, με παράλληλη, πιθανότατα, απόδοση τιμών στον ποιητή των «Βακχών», σε μια εποχή κατά την οποία ο Ευριπίδης είχε επάξια κερδίσει, πια, την μεταθανάτια  αναγνώριση και δόξα (Λώλος, 1998).

Από τα πολυάριθμα κινητά ευρήματα, που απέδωσε η ανασκαφική έρευνα του συγκροτήματος, βρέθηκαν δύο έργα της Ελληνιστικής πλαστικής από μάρμαρο που χρονολογούνται γύρω στο τέλος του 3ου  ή του 2ου αιων. π .Χ.  Τα ευρήματα αυτά, σε συνδυασμό με την αισθητή παρουσία κανθάρων στο λατρευτικό χώρο, τεκμηριώνουν τον Διονυσιακό χαρακτήρα του ιερού.  Πιο συγκεκριμένα, αριθμούνται:   

1) Ένας μαρμάρινος φαλλός, μήκους 13,5 εκ. από την Ελληνιστική επίχωση στον λατρευτικό χώρο, σε άκρως ρεαλιστική απόδοση, που διαφοροποιείται, ωστόσο, εντυπωσιακά από τους συνήθεις  αυτοτελείς φαλλούς, σχηματικού τύπου, με συμβολικό περιεχόμενο. Από ορισμένα μορφολογικά στοιχεία στη βάση του προκύπτει ότι ο φαλλός, από το ιερό, θα ήταν ένθετος σε άγαλμα  ή ερμαϊκή στήλη. Αν, μάλιστα, δεχτούμε ότι αποτελούσε μέρος αγάλματος, θα πρέπει να φανταστούμε Σάτυρο ή Πάνα. Αφιερώματα του είδους αυτού, από διάφορα υλικά, συνηθίζονται στα Διονυσιακά ιερά, εφόσον  ο φαλλός, σύμβολο γονιμικό και αποτροπαϊκό με ευεργετική και προστατευτική δύναμη, αποτελεί  βασικό στοιχείο της λατρείας που με την περιφορά του δοξάζεται στις τυπικές Διονυσιακές γιορτές.

2) Το δεξιό χέρι αγάλματος, ελαφρώς λυγισμένο, σε μέγεθος μικρότερο του φυσικού, που κρατάει κάνθαρο (Σφακιανάκη, 2000)

Επιπλέον, στα μικρότερα κινητά ευρήματα από την ανασκαφή, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον, συγκαταλέγονται: θραύσμα μικρού μαρμάρινου αγγείου (ίσως πυξίδας), χάλκινη κεφαλή υδρόβιου πτηνού (πάπιας) και πήλινο πλακίδιο με ανάγλυφη μορφή βρέφους σε κλίνη.

Ένα από τα τέσσερα δισκοειδή καλύμματα ιερών (;) κυψελών με αναγλυφο “Ε” στο κέντρο (Πηγή: Αρχείο Πανεπιστημιακής Ανασκαφής Σαλαμίνος)

Ο κύριος όγκος της κεραμικής που προήλθε από την ανασκαφή του συγκροτήματος του Ελληνιστικού Ιερού αποτελείται από όστρακα οξυπύθμενων αμφορέων, λεκανών και άλλων χρηστικών αγγείων, καθώς και από ένα μεγάλο αριθμό πήλινων κυψελών μελισσοκομίας (Λώλος, 2000). Το εντυπωσιακό αυτό σύνολο συνιστά την αρχαιολογική επιβεβαίωση του επιθέτου “μελισσοτρόφος”, που χρησιμοποιεί ο Ευριπίδης σε ένα στίχο του στις Τρωάδες (όπως αναφέρεται στο Μπελιές, 1999) για την πατρίδα του, τη Σαλαμίνα. Ανάμεσα στο πλήθος των θραυσμάτων, τέσσερα (4) δισκοειδή καλύμματα ιερών κυψελών, που βρέθηκαν όλα στο λατρευτικό χώρο, φέρουν έντυπο μετάλλιο με το γράμμα “Ε” στο κέντρο. Το μεγάλο ανάγλυφο “Ε”, εν είδει  εμβλήματος, παραμένει αινιγματικό. Υποβάλλει, όμως, την ιδέα του αρχικού του ονόματος του τραγικού ποιητή. 

Επίσης, εντύπωση προκαλούν οι πήλινοι μελαμβαφείς κάνθαροι από το λατρευτικό χώρο του ιερού, ανάμεσά τους και ένας, γνωστού τύπου, με μικρές, ανάγλυφες, θεατρικές μάσκες στις λαβές του, του 200 π.Χ. περίπου (Λώλος, 1998).

Ολοκληρώνοντας, τα νομισματικά ευρήματα από διάφορα σημεία της ανασκαφής προσφέρουν πολύτιμα χρονολογικά στοιχεία για την ανθρώπινη δραστηριότητα στο χώρο. Συνδυάζονται, δε, πολύ ικανοποιητικά  με τις χρονολογήσεις που προέκυψαν από την ταύτιση των ενσφράγιστων λαβών αμφορέων. Εκτός από αυτό, όμως, από τα τέσσερα νομίσματα της ανασκαφής, το παλαιότερο, το πρώτο δηλαδή, είναι ένα χάλκινο Αθηναϊκό, σε κυκλοφορία κατά τον προχωρημένο  3ο αι. π.Χ. και νεώτερο, ενώ το τέταρτο είναι ένα υπόχαλκο δηνάριο του Ρωμαίου Υπάτου C. Mamilius Limetanus, του 82 με 81 π.Χ. (Λώλος, 1997). Τέλος, σήμερα μπορεί κανείς να θαυμάσει τα ευρήματα από το Ιερό του Διονύσου επισκεπτόμενος το Αρχαιολογικό Μουσείο της Σαλαμίνας.


Βιβλιογραφικές Αναφορές

Κύρου, Α. (1997, Φεβρουάριος-Μάρτιος). «Το Σπήλαιον του Ευριπίδου» (άρθρο σε τέσσερις συνέχειες), Εφημ. Εστία.

Λώλος, Γ. (1997). «Lagrotte d’ Euripide a Salamine», Archeologia, 334, 4-6.

Λώλος, Γ. (1998α). «Cave of Euripides», στο D. J. Blackman «Archaeology in Greece, 1997-1998», Archaeological Reports for 1997-1998, 44, 16-17.

Λώλος, Γ. (1998β, Ιούνιος 26-29). «To Σπήλαιο του Ευριπίδη στη Σαλαμίνα: Η Προϊστορία του χώρου». Πρακτικά του A ‘ Διεθνούς Συνεδρίου Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αργοσαρωνικού, Πόρος.

Λώλος, Γ. (2000). «Το Σπήλαιο του Ευριπίδη, 1994-2000: Η ανασκαφή και οι διαστάσεις της». Επτάκυκλος, (15), 9-14.

Μπελιές, Ε. (1999). Ευριπίδου Τρωάδες. Αθήνα: Πατάκης (πρωτότυπο κείμενο: Ευριπίδης, χ.χ).

Sauzeau, P. (1998). «Lagrece entiere est le tombeau d’Euripide: Vie, mort et immortalite des poetes tragiques: quelques reflexions sur Pimaginaire biographique et sur la caveme d’Euripide». La Tradition Creatrice du Theatre Antique, I. En Grece Ancienne, Cahiers du GITA, Universite Paul Valery, Montpellier, (11), 59-101. 

Sfakianaki, Ε. (2000). «The Commercial Links o f Salamis in the Hellenistic Period as Evidenced from the Stamped Amphoras Excavated at the Shrine of Dionysus at Peristeria» (M.A. Dissertation). Department of Archaeology, University of Bristol, England.

Σφακιανάκη, E. (2000). «Οι εμπορικές διασυνδέσεις της Σαλαμίνος κατά την Ελληνιστική εποχή: Η μαρτυρία των ενσφράγιστων αμφορέων από το Ιερό του Διονύσου». Επτάκυκλος, (15), 236-237.

WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com