Κείμενο: Αντώνης Κοντάκης
Φυσικοθεραπευτής

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Καθισμένος στο στεγνό χώμα, με την πλάτη του να στηρίζεται στον γέρικο κορμό ενός δέντρου, προσπαθεί να βολέψει τα μακριά του πόδια. Το περπάτημα της προηγούμενης ημέρας ήταν προφανώς η αιτία του πόνου που αισθανόταν σε ολόκληρο το σώμα μου. Η εξομολόγηση στη μικρή μαθήτρια ήταν η τελευταία του επαφή με την πόλη στην οποία μεγάλωσε, ονειρεύτηκε, έφτιαξε την οικογένειά του και πρόδωσε όσους τον αγάπησαν. Είχε αποφασίσει να την εγκαταλείψει για πάντα, σαν το ομορφότερο και πιο επώδυνο κομμάτι της ζωής του.

Το ποτάμι δίπλα του κυλούσε με έναν αμετάβλητο τρόπο, αδιάφορο για την προσωπική του πίκρα, ατάραχο για τη βασανισμένη του ψυχή. Θα ήθελε να υπήρχε ένα εσωτερικό ρυάκι να ξεπλύνει κάθε του αμαρτία, κάθε του άσχημη πράξη και να απομακρύνει οτιδήποτε τον έκανε να μισεί τον ίδιο του τον εαυτό. Κάτι μυρμήγκια μεταφέρουν αγόγγυστα την τροφή τους προς τη φωλιά τους και μια σκέψη πέρασε από το μυαλό του, μήπως τελικά η δική του ζωή ήταν μικρότερης σημασίας, ακόμη και απ’ αυτών των μικρών πλασμάτων. Το καθένα με τη δική του δύναμη προσφέρει στο γενικότερο καλό, σε μια κοινωνία αλληλοϋποστήριξης και σεβασμού, όταν ο ίδιος απώλεσε κάθε ευκαιρία που του δόθηκε από την τύχη. Και δεν μπορεί να κατηγορήσει τη μοίρα του, γιατί οι αποφάσεις που τον οδήγησαν στην καταστροφή ήταν αποκλειστικά δικές του.

Στα λερωμένα του χέρια κρατάει τη μικρή φωτογραφία. Αναζήτησε τη σκιά κάτω από τη γέφυρα, έτσι να μπορεί να δει πιο ξεκάθαρα τις λεπτομέρειες. Τα όμορφα παιχνιδιάρικα μάτια, τα καλοχτενισμένα μαλλιά, το γλυκό χαμόγελο της μικρής του κόρης. Ανώριμος και επιπόλαιος, μαγεύτηκε από το βραχυπρόθεσμο κέρδος και υποθήκευσε ολόκληρη τη ζωή του. Η απώλειά της ήταν το αντίτιμο της συμπεριφοράς του. Εδώ και χρόνια ζούσε την προσωπική του κόλαση, μα ποτέ δε διαμαρτυρήθηκε. Πίστευε πως άξιζε αυτή την τιμωρία. Έτρωγε τα απομεινάρια της ανθρώπινης κοινωνίας και υπήρχαν στιγμές στις οποίες πίστευε πως ουσιαστικά έτρωγε τον ίδιο του τον εαυτό. Σηκώνει τη φωτογραφία και τα σκασμένα του χείλη έρχονται σε επαφή με το παιδικό πρόσωπο. Με το δεξί του χέρι τη φέρνει στη θέση της καρδιάς. Ένα δυνατό χτύπημα με το άλλο χέρι στο μέτωπο έχει σκοπό να τον συνεφέρει και να τον ξυπνήσει από τον εφιάλτη. Ανοίγει τα μάτια του, όμως τίποτε δεν είναι διαφορετικό.

Προσπαθεί με μανία να κρατηθεί από μια ανάμνηση, ώστε να αποδείξει στον εαυτό του ότι άξιζε κάτι περισσότερο. Μία λησμονημένη του πράξη, ένα εγκαταλελειμμένο φάρο ελπίδας στο σκοτάδι των αποτυχημένων του επιλογών. Ένα ανάχωμα για να αναχαιτίσει τον αδυσώπητο χείμαρρο που κοντεύει να τον πνίξει. Και η σκέψη του αναπαύτηκε σε ένα περιστατικό τρεις εβδομάδες πριν, όταν, ακριβώς δίπλα από ένα μεγάλο χαρτοκιβώτιο το οποίο χρησιμοποιούσε για δωμάτιο, εξελίχθηκε μια απόπειρα βιασμού. Και είναι σίγουρος πως καμία φωνή από τους ελάχιστους ενοίκους των πολυκατοικιών που αντιλήφθηκαν το περιστατικό δε θα σταματούσε τον δράστη, αν ο ίδιος δεν ορμούσε ουρλιάζοντας πάνω του και δεν τον τραβούσε με όλες του τις δυνάμεις από το σώμα της κοπέλας. Στη συνέχεια θυμάται τον εαυτό του να στηρίζει με ευγένεια και απαλό τρόπο το κεφάλι του θύματος και να το τοποθετεί με ασφάλεια στο πεζοδρόμιο. Πριν απομακρυνθεί, μπόρεσε να αντιληφθεί τα ανοιχτά της μάτια να καρφώνονται πάνω του, αλλά δεν κατάφερε να διαχωρίσει αν ήταν γεμάτα με μίσος ή με ευγνωμοσύνη.

Αυτό το περιστατικό ήταν μια ικμάδα φωτός στη σκοτεινή του συμπεριφορά. Μια ανάσα δροσιάς στη λαίλαπα της εσωτερικής του αυτοκαταστροφικής πυρκαγιάς. Ίσως αυτή η ανιδιοτελής του αντίδραση, το γεγονός ότι δε σκέφτηκε ούτε δευτερόλεπτο την πιθανότητα δικού του τραυματισμού, έκρυβαν μέσα τους ενδείξεις από την πραγματική του ποιότητα. Ίχνη ανθρωπιάς, τα οποία και ο ίδιος δεν είχε αναζητήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Σήκωσε τα δακρυσμένα του μάτια στον ουρανό ψάχνοντας τη συγχώρεση. Ποια η ανάγκη ύπαρξης αυτού που συγχωρεί σε έναν κόσμο χωρίς λάθη και παραλείψεις;  Ποιο το βαθύτερο νόημα ενός σωτήρα σε έναν κόσμο χωρίς αμαρτίες; Eκείνη τη στιγμή, βαθιά μέσα του, δεν μπορούσε να διακρίνει τις διαφορές. Η αμαρτία και η συγχώρεση, η ζωή και ο θάνατος τού φάνηκαν έννοιες ταυτόσημες. Σαν να αποκτούν νόημα μόνο όταν βρίσκονται σε συνύπαρξη με το αντίθετό τους.

Αναζητώντας ένα σημάδι ελπίδας, με την άκρη των ματιών του, αντιλήφθηκε στο κλαδί από πάνω του ένα κουκούλι να κινείται. Και μέσα του να συντελείται ο αγώνας της πεταλούδας για την απελευθέρωσή της. Η συγκλονιστική μάχη για τη μεταμόρφωσή της. Για το οριστικό τέλος ενός σερνόμενου και αηδιαστικού παρελθόντος. Για την αρχή μιας νέας ζωής. Έκλεισε τα μάτια του με ταπεινότητα. Αναμφισβήτητα δεν μπορεί να διαγράψει το παρελθόν του. Μπορεί, όμως, να μεταμορφώσει κάποιες πτυχές του μέλλοντός του. Όλα αυτά τα χρόνια τον βασάνιζε το γεγονός ότι ποτέ δεν αναζήτησε την ευκαιρία να ζητήσει συγχώρεση. Γύρισε αποσβολωμένος το κεφάλι του προς την πόλη. Κάπου ανάμεσα στα ψηλά κτήρια, κάπου ανάμεσα στους ασφυκτικά γεμάτους δρόμους, πιθανά να ζούσαν τα δύο άτομα που αγάπησε και πρόδωσε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο.

Θα επέστρεφε. Θα τους αναζητούσε. Θα τους ζητούσε συγγνώμη, ακόμη και αν αυτή ήταν η τελευταία πράξη της ζωής του. Με σίγουρα βήματα ανέβηκε την όχθη και κινήθηκε προς τον δρόμο. Μια στιγμιαία αδυναμία στα δάκτυλα του αριστερού του χεριού και η φωτογραφία γλίστρησε. Αισθητηριακά αποκομμένος από το περιβάλλον του, ολοκληρωτικά βυθισμένος στις σκέψεις του, τη στιγμή που έκανε ένα πλάγιο βήμα να την πιάσει, δεν αντιλήφθηκε το φορτηγό που με μεγάλη ταχύτητα κατευθυνόταν στην πόλη. Το χτύπημα στο κεφάλι δε θα μπορούσε να μην είναι θανατηφόρο. Η φωτογραφία, σαν μικρό ανεμόπτερο, πραγματοποίησε ένα σύντομο ταξίδι στον αέρα πριν αναπαυτεί με χορευτικές κινήσεις δίπλα στις ρίζες ενός δέντρου. Μια πεταλούδα προσγειώθηκε πάνω της και η προβοσκίδα της αναζήτησε νέκταρ στο πρόσωπο του μικρού κοριτσιού.