Η Θεωρία Προσωπικότητας του Carl Rogers και οι Σύγχρονες Εξελίξεις της

Συντάκτρια: Ρίκα Πανόργιου,
Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας

Επιστημονική Επιμέλεια: Παναγιώτης Απότσος,
Ψυχολόγος MSc, Ψυχο-σεξολόγος EPSA,

Προσωποκεντρικός Ψυχοθεραπευτής ECP,
Εκπαιδευτής στο ICPS.


Εισαγωγή

 Στο παρόν άρθρο, παρουσιάζονται η  θεωρία της Προσωπικότητας του  Carl Rogers καθώς και  οι σύγχρονες εξελίξεις της από τους συνεχιστές του. Η θεωρία του Rogers, στηρίζεται σε μια θετική και αισιόδοξη φιλοσοφία κατά την οποία το άτομο έχει εκ γενετής την ευθύνη, την αξιοπιστία και την ικανότητα να εφευρίσκει τρόπους προκειμένου να βιώνει ολοκληρωμένα και λειτουργικά την πραγματικότητα και να ξεπερνά τις δυσκολίες του. Έμφαση δίδεται στον φαινομενολογικό τρόπο με τον οποίο κάθε άτομο αντιλαμβάνεται τον κόσμο καθώς και στην έμφυτη τάση του Οργανισμικού του Εαυτού προς την Πραγμάτωση,  η οποία αποτελεί διαδικασία αέναης εξέλιξης και θα επεξηγηθεί παρακάτω (Corey, 2007). Κατά τον Rogers, καταλυτική σημασία για την επιτυχία της θεραπευτικής αλλαγής έχει η ποιότητα μιας αμοιβαίας και ισότιμης θεραπευτικής σχέσης σε ένα ασφαλές και έμπιστο μη κατευθυντικό κλίμα (Μαλικιώση, 2011). Έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, o Rogers, αναπτύσσει τη θεωρία θεραπείας με τις έξι συνθήκες που θεωρεί απαραίτητες και αναγκαίες για την επίτευξη μιας αποτελεσματικής ψυχοθεραπείας. Η ύπαρξη δυο ατόμων α) που βρίσκονται σε ψυχολογική επαφή, β)με τον πελάτη ευάλωτο και αγχωμένο- καθώς βρίσκεται σε ασυμβατότητα- και γ) τον θεραπευτή  σε κατάσταση εσωτερικής συμφωνίας, με όλη τη γνησιότητα που τον διέπει, δ) να αποδέχεται και να εκτιμά απεριόριστα τον πελάτη ε) κατανοώντας τον ενσυναισθητικά, αποτελούν τις 5 από τις 6 συνθήκες. Με την έκτη συνθήκη, ο Rogers ορίζει ως προϋπόθεση για τον πελάτη να αντιλαμβάνεται, τουλάχιστον έως ένα βαθμό, την αποδοχή και την ενσυναισθητική κατανόηση του θεραπευτή του (Μπρούζος, 2004). Στη συνέχεια, το 1951 ο Rogers, κατόπιν κλινικής παρατήρησης και μελέτης των ηχογραφημένων συνεδριών με τους πελάτες του, τοποθετείται και εννοιολογικά μέσα από τη θεωρία των 19 προτάσεων για την προσωπικότητα προκειμένου να κατανοήσει πως μπορεί να επέλθει η αλλαγή της. Εκεί, σε αντίθεση με τη περιγραφική φύση της θεωρίας θεραπείας, δίδει απαντήσεις σε ερωτήματα που αφορούν: στα ατομικά χαρακτηριστικά και στον τρόπο της αναμεταξύ τους οργάνωσης, στους καθοριστικούς παράγοντες για τη σύσταση της προσωπικότητας και στα αίτια της ανθρώπινης συμπεριφοράς (Pervin, 1999).

Θεωρία Προσωπικότητας

 Μέσα από τις 19 προτάσεις, θα δούμε τον Rogers, να παρουσιάζει την άποψη του σχετικά με τη φύση της εμπειρίας, τον τρόπο ανάπτυξης και δόμησης της προσωπικότητας, την δυσπροσαρμογή  και την θεραπευτική αλλαγή (Rogers, 1961). Ξεκινώντας από τη φύση της εμπειρίας, ο Rogers, επηρεασμένος από το φαινομενολογικό ρεύμα , θεωρεί πως κάθε άτομο, είναι το κέντρο  στο  επάλληλο σύμπαν των εμπειριών που βιώνει (1η Πρόταση). Όλες αυτές οι εμπειρίες, μαζί με τις εντυπώσεις και τα συναισθήματα -συνειδητά ή μη, συγκροτούν το Φαινομενολογικό Πεδίο (2η Πρόταση)  του ατόμου. Πρόκειται για τον αποκλειστικά προσωπικό και αδιαπέραστο κόσμο του ατόμου, τον οποίο μόνο εκείνο έχει το προνόμιο να γνωρίζει, παρ’ όλο που κάθε στιγμή,  μόνο εν μέρει, μπορεί να τον συμβολοποιήσει (Ιωσηφίδη & Ιωσηφίδης, 2002; Rogers, 1951).  Η Συμβολοποίηση στην Προσωποκεντρική Προσέγγιση είναι μια ευρύτερη και πιο πολύπλοκη έννοια από ότι η συνειδητοποίηση ή η επίγνωση. Εμπεριέχει πολλές διαστάσεις ενώ αποτελεί σύζευξη νοητική και συναισθηματική, εμπειρική και νοηματική, σύζευξη βούλησης, κινήτρων και στόχων. Στόχος  της θεραπευτικής διαδικασίας είναι ο πελάτης να μπορεί να συμβολοποιεί κάθε νέα του εμπειρία, καταφέρνοντας να συνδεθεί ελεύθερα και άμεσα με την συνεχή ροή των εμπειριών του πραγματώνοντας έτσι, στο βαθμό που του επιτρέπεται βάσει δυνατοτήτων του (Thorne & Lambers, 1998). Κάθε οργανισμός λοιπόν, ανάλογα με το πως θα βιώσει την εκάστοτε εμπειρία, αντιδρά ως οργανωμένο σύνολο στο πεδίο του και έτσι το αντιλαμβάνεται ως τη δική του πραγματικότητα (2η&3η). Εδώ, αξίζει να σταθούμε στην ολιστική διάσταση που δίδει ο Rogers σε έναν πολύπλοκο οργανισμό (σώμα, νους, συναίσθημα) του οποίου όλα τα μέρη είναι αδιαχώριστα και αλληλοεξαρτώμενα (Ιωσηφίδη & Ιωσηφίδης, 2002). Τα μέρη εκείνα του φαινομενολογικού πεδίου, για τα οποία το άτομο έχει επίγνωση και τα συμβολοποιεί δίδοντας τους νόημα και αξία, αποτελούν το Αντιληπτικό του Πεδίο, το οποίο επαγωγικά είναι και εκείνο αποκλειστικά εξατομικευμένο. Δεν πρόκειται για ένα στατικό και αμετάβλητο πεδίο, καθώς αλλάζει συνεχώς επηρεαζόμενο από νέες εμπειρίες και ερεθίσματα, μεταβάλλοντας αντίστοιχα και την υποκειμενική πραγματικότητα του ατόμου. Το νόημα και το συναίσθημα που εκπορεύονται από κάθε εμπειρία, είναι αλληλένδετα μεταξύ τους και παράγουν τη διάλεκτο της συμβολοποίησης. Όταν η συμβολοποίηση έχει θετικό πρόσημο για το άτομο, η εμπειρία  μέσω μιας ταιριαστής για τον οργανισμό διαδικασίας, ενσωματώνεται στα υφιστάμενα βιώματα με αποτέλεσμα τη διεύρυνση του αντιληπτικού πεδίου του ατόμου και την λεκτικοποίηση της. Στο σημείο αυτό, να αναφέρουμε το φαινόμενο της Υποαντίληψης, όπου ο οργανισμός με ξεχωριστή διαδικασία, αντιλαμβάνεται, αξιολογεί και αντιδρά στην εμπειρία σε ένα προ συνειδητό επίπεδο (Ιωσηφίδη & Ιωσηφίδης, 2002; Rogers, 1951).

Δεσπόζουσα θέση στη θεωρία προσωπικότητας, έχει η έμφυτη Tάση Πραγμάτωσης (4η) η οποία διέπει κάθε οργανισμό -σε ψυχικό, νοητικό και βιολογικό επίπεδο, κινητοποιώντας τον μονοκατευθυντικά προς τα εμπρός, έτσι ώστε να συντηρείται, να αναπτύσσεται και να διαφοροποιείται εκμεταλλευόμενος όλες τις γενετήσιες δυνατότητες του (Pervin & John 2002, Rogers, 1987). Μέσω αυτής της διαδικασίας, η οποία είναι επίπονη και προϋποθέτει αγώνα, ο οργανισμός οδηγείται προς την ωρίμανση και την αυτονομία ενώ παράλληλα προφυλάσσεται από τον έλεγχο εξωτερικών δυνάμεων (Rogers 1972a, Rogers, 1951). Κατά τον Rogers, όταν οι άνθρωποι βρίσκονται σε κατάλληλες συνθήκες  (πχ έξι θεραπευτικές συνθήκες),  ρέουν ελεύθερα προς την ανέλιξη, την άνθιση και τον εμπλουτισμό της πραγματικής τους φύσης (Rogers, 1977). Ειδικότερα, σε περιπτώσεις σοβαρής ψυχοπαθολογίας, διακρίνεται η οργανική αυτή τάση πραγμάτωσης ως η μόνη κινητήριος δύναμη για τη θεραπευτική αλλαγή (Ιωσηφίδη & Ιωσηφίδης, 2002). Το 1959, κατά την τελειοποίηση και οριστικοποίηση της θεωρίας του για την προσωπικότητα, εξειδικεύει την οργανισμική τάση πραγμάτωσης, εισάγοντας την έννοια της Τάσης Αυτοπραγμάτωσης, την οποία θα δούμε αναλυτικά παρακάτω.

Όσον αναφορά στη Συμπεριφορά (5η), ο Rogers, την ορίζει ως τη στοχευμένη ενέργεια του οργανισμού για την ικανοποίηση των αναγκών του, όπως αυτές υπαγορεύονται από το εκάστοτε φαινομενολογικό του πεδίο. Όλες οι ανάγκες συγγενεύουν, καθώς εκπορεύονται από τον ίδιο οργανισμό στοχεύοντας την πραγμάτωση του ενώ, εκδηλώνονται ως φυσιολογικές εντάσεις οι οποίες προκαλούν τη συμπεριφορά που ενεργοποιείται προκειμένου να τις καταστείλει. Η πιο αρμόδια θέση για να κατανοήσουμε εν μέρει την συμπεριφορά ενός ατόμου, δεν είναι άλλη από το εσωτερικό πλαίσιο αναφοράς του (7η) και μέσω της ενσυναισθητικής κατανόησης (Μπρούζος, 2004; Rogers,1951). Παράλληλα με τη συμπεριφορά αλλά και ως διευκολυντής της, λειτουργεί το συναίσθημα (6η), το οποίο ποικίλλει σε ένταση ανάλογα με το πως το άτομο αντιλαμβάνεται τη συμπεριφορά του. Για παράδειγμα, αν το άλμα που κάνω προκειμένου να αποφύγω  ένα αυτοκίνητο που έρχεται κατά πάνω μου, είναι καθοριστικό για την επιβίωση μου, τότε το συναίσθημα θα είναι εντονότερο σε σχέση με το άλμα που θα έκανα προκειμένου να μην πατήσω έναν σκύλο (Rogers,1951).

Μια άλλη βασική αρχή στην εν λόγω θεωρία, είναι η Οργανισμική Εστία Αξιολόγησης, κατά την οποία αποτιμάται ο βαθμός ικανοποίησης των αναγκών του οργανισμού από τις εμπειρίες. Όταν οι εμπειρίες είναι συμβατές με τον οργανισμό, βιώνονται θετικά και τότε η τάση πραγμάτωσης ρέει ανεμπόδιστα. Στην αντίθετη περίπτωση, που οι εμπειρίες βιώνονται αρνητικά, υπάρχει ασυμβατότητα και παρακώλυση της οργανισμικής τάσης (Ιωσηφίδη & Ιωσηφίδης, 2002). Κατά την ανάπτυξη του ατόμου, ένα μέρος του αντιληπτικού του πεδίου σταδιακά διαφοροποιείται και σχηματίζει τον Εαυτό (8η) ο οποίος  αναγνωρίζεται από το άτομο ως Εγώ ή Εμένα. Ο Εαυτός, αποτελεί εκείνο το τμήμα του οργανισμού που αντιλαμβάνεται την  ύπαρξη και τη λειτουργία του, ενώ υπόκειται συνεχώς σε αλλαγές ανάλογα τις εμπειρίες και τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις του ατόμου.  (Ιωσηφίδη, Ιωσηφίδης, 2002; Rogers,1951). Σύμφωνα με τον Rogers, το παιδί ενισχύεται και ωθείται από την τάση πραγμάτωσης στο  να διαφοροποιεί τον Εαυτό του και να τον διακρίνει από όποιες εμπειρίες του δε το αφορούν. Στη συνέχεια, η αλληλεπίδραση του ατόμου με το περιβάλλον του και οι διαρκώς αξιολογικές διαπροσωπικές αλληλεπιδράσεις του, συνθέτουν τη Δομή Εαυτού* (9η), σε ένα συγκροτημένο, ρευστό αλλά συνεπές εννοιολογικό μοντέλο αντιλήψεων για τα χαρακτηριστικά και τις σχέσεις του «Εγώ» ή του «Εμένα», μαζί με τις αξίες που προσδίδονται στις δυο αυτές έννοιες (Rogers, 1951). Αυτές οι Αξίες (10η), είτε βιώνονται άμεσα από τον οργανισμό, είτε ενδοβάλλονται- εκπορεύονται από τρίτους, με αποτέλεσμα να γίνονται διαστρεβλωμένα  αντιληπτές ως άμεσο ατομικό βίωμα (Μπρούζος, 2004). Ο Rogers, μελετώντας τον Εαυτό, μίλησε επίσης για την έμφυτη ανάγκη που έχει το άτομο ως κοινωνικό ον να συνάπτει σχέσεις και να επιθυμεί την θετική αναγνώριση από τους γύρω του (*οι όροι Εαυτός και Αυτοαντίληψη  περιγράφουν την παραπάνω διαδικασία από το εσωτερικό πλαίσιο αναφοράς του ατόμου ενώ ο όρος της δομής Εαυτού πρεσβεύει μια εξωτερική οπτική (Μπρούζος, 2004).

Αυτή η ανάγκη, που συχνά έχει αμφίδρομο όφελος ανάμεσα στα άτομα, αποτελεί το κίνητρο για την Αυτοπραγμάτωση του Εαυτού (τάση αυτοπραγμάτωσης) και μάλιστα είναι τόσο ισχυρή σε σημείο που μπορεί να πάρει τα ηνία και να υπερβεί την ευρύτερη τάση πραγμάτωσης του οργανισμού στην οποία και υπάγεται (Ιωσηφίδη & Ιωσηφίδης, 2002; Μπρούζος, 2004). Υπό αυτές τις συνθήκες, η τάση αυτοπραγμάτωσης, βρίσκεται σε ασυμφωνία ή συγκρούεται με την οργανική τάση πραγμάτωσης (Rogers, 1972b).

Για το  άτομο που εισπράττει την επιθυμητή θετική αναγνώριση από το περιβάλλον του και τους σημαντικούς του άλλους, η οργανισμική τάση πραγμάτωσης ρέει ελευθέρα  και συμβαδίζει παράλληλα με την τάση αυτοπραγμάτωσης του Εαυτού. Εδώ, το άτομο είναι σε θέση να αξιολογεί εσωτερικά τις εμπειρίες του και να τις εμπεριέχει στο αντιληπτικό του πεδίο, επιτρέποντας τη διεύρυνση και τον εμπλουτισμό του από νέα ερεθίσματα. Στην περίπτωση όμως που η θετική αναγνώριση παρέχεται υπό όρους αξίας και προϋποθέσεις που θέτονται από εξωτερικούς παράγοντες, το άτομο εσωτερικεύει- ενδοβάλλει τις ξένες αυτές αξίες υιοθετώντας τες προκειμένου να γίνει αρεστό. Αυτό έχει ως συνέπεια, την καταστολή της οργανισμικής διαδικασίας αξιολόγησης και τον αποπροσανατολισμό  του ατόμου από το εσωτερικό του κέντρο, προς μια εξωτερική εστία αξιολόγησης. Έτσι, το  άτομο αποκτά μια αλλοιωμένη και άκαμπτη αυτοεικόνα ενώ η συμπεριφορά του διαμορφώνεται και εξαρτάται από τους όρους αξίας, οι οποίοι πολλές φορές ενδέχεται να εμποδίσουν την συμβολοποίηση ασύμβατων με αυτούς εμπειριών (Ιωσηφίδη & Ιωσηφίδης, 2002; Rogers, 1959). Ο Rogers, (11η) προτείνει τρεις τρόπους με τους οποίους το άτομο επεξεργάζεται τις εμπειρίες του: 1) Τις συμβολοποιεί, τις αντιλαμβάνεται και τις εντάσσει στην Αυτοεικόνα του, είτε γιατί είναι σε συμβατότητα με αυτήν, είτε γιατί σχετίζονται με κάποια ανάγκη του Εαυτού,  2) Τις αγνοεί καθώς δεν υπάρχει αντιληπτή σχέση προς την Αυτοεικόνα του. Για παράδειγμα, περνώ καθημερινά από ένα κατάστημα με είδη λογισμικού αλλά το αγνοώ ως εμπειρία μέχρι να έχω κάποια αντίστοιχη ανάγκη και να ανασύρω την εμπειρία συμβολοποιώντας την και 3) Αρνείται να τις συμβολοποιήσει ή τις συμβολοποιεί διαστρεβλωμένα καθώς είναι ασύμβατες με την δομή Εαυτού. Για παράδειγμα, κάποιος που έχει αρνητική εικόνα για τον εαυτό του και δεν είναι σε θέση να εισπράξει και να απολαύσει τα όποια θετικά σχόλια γίνονται προς το πρόσωπο του, μπορεί να αποδίδει την προέλευση τους στην πρόθεση για ενθάρρυνση ή στον οίκτο. Επαγωγικά κατά τον Rogers, (12η) οι περισσότεροι τρόποι συμπεριφοράς  που υιοθετούνται από τον οργανισμό είναι εκείνοι που συνάδουν με την Αυτοεικόνα. Αν για παράδειγμα εγώ δεν αναγνωρίζω την ευάλωτη και ευαίσθητη πλευρά του εαυτού μου, γιατί την αντιλαμβάνομαι ως αδυναμία, τότε δεν θα μπορώ να ικανοποιήσω με άμεσο τρόπο, όποια ανάγκη του οργανισμού μου για φροντίδα, ξεκούραση ή για έκκληση βοήθειας. Έτσι, οι οργανικές ανάγκες ικανοποιούνται μέσω της συμπεριφοράς από τρόπους με τους οποίους συμβαδίζουν με την Αυτοεικόνα (Rogers, 1951). Η συμπεριφορά που εκπορεύεται από μη συμβολοποιημένες οργανικές εμπειρίες και ανάγκες (13η), θεωρείται από τον Rogers όχι μόνο ασύμβατη ως προς την Αυτοεικόνα αλλά και  ότι δεν «ανήκει» στο άτομο (Rogers, 1951). Παραδείγματος χάριν, κάποιος που έχει μια συνεσταλμένη και ντροπαλή αυτοεικόνα απαλλαγμένη από κοινωνική εξωστρέφεια, μπορεί να αποδίδει την όποια εκδηλωτική συμπεριφορά του στο αλκοόλ δηλώνοντας: «Δεν ήμουν ο Εαυτός μου».

Στην 14η πρόταση, ο Rogers αναφέρεται στην Ψυχολογική Δυσπροσαρμοστικότητα και στην ένταση που δημιουργείται όταν ο οργανισμός δεν επιτρέπει την πρόσβαση των σημαντικών αισθητηριακών και σπλαχνικών εμπειριών στην επίγνωση. Επαγωγικά, οι εμπειρίες δεν συμβολοποιούνται και δεν οργανώνονται στην gestalt της Αυτοεικόνας, με αποτέλεσμα αυτή  να παραμένει στενή, άκαμπτη και αμυντική σε όποιες εμπειρίες απειλούν την πληρότητα της και την θετική εκτίμηση του ατόμου από τρίτους (Pervin & John, 1999). Στην περίπτωση αυτή, η Αυτοαντίληψη που επηρεάζει σημαντικά την συμπεριφορά, αντιπροσωπεύει με εξαιρετικά ανεπαρκή τρόπο την Οργανισμική Εμπειρία. Ως αποτέλεσμα, ο  οργανισμικός εαυτός γίνεται ασθενικός και το άτομο καταβάλλεται από άγχος, αβεβαιότητα κατεύθυνσης, αίσθηση διαμελισμού και γενικότερη ψυχική δυσφορία (Rogers,1951). Σε αυτή τη φάση, η τάση πραγμάτωσης (ΤΠ) διασπάται σε Οργανισμική Τάση Πραγμάτωσης και Τάση Αυτοπραγμάτωσης η οποία (ΤΠ), από τη μια στοχεύει στην διατήρηση της Αυτοαντίληψης και στην ανύψωση της Αυτοεικόνας (TΑ) και από την άλλη προσπαθεί να  ικανοποιήσει μη συνειδητές ανάγκες του οργανισμού (ΟΤΠ) αμυνόμενη σε εμπειρίες που δεν γίνονται αποδεκτές από τον Συνειδητό Εαυτό (Μπρούζος, 2004). Το κομμάτι του Εαυτού που εξυπηρετεί την οργανισμική διαδικασία χαρακτηρίστηκε από τον Rogers Πραγματικός Εαυτός, ενώ το κομμάτι που συνδέεται με μια υψηλή αξιολογητική κλίμακα και αφορά μια δυνητικά επιθυμητή εικόνα Εαυτού Ιδανικός Εαυτός. Όσο μεγαλύτερη είναι η απόκλιση μεταξύ των δύο αυτών κομματιών του Εαυτού, τόσο μεγαλύτερη και η εσωτερική ασυμφωνία άρα και η ψυχική δυσπροσαρμογή. Ο αποκλεισμός των ασύμβατων εμπειριών από τη συνείδηση, πραγματοποιείται μέσω αμυντικών μηχανισμών όπως η διαστρέβλωση και η άρνηση. Για τον Rogers, οι αμυντικοί μηχανισμοί αποτελούν τα νευρωτικά συμπτώματα, δηλαδή τις παθολογικές λειτουργίες που απομακρύνουν τον εαυτό από την οργανισμική εμπειρία (Ιωσηφίδη & Ιωσηφίδης, 2008). Συγκεκριμένα, όταν το άτομο προσπαθεί να πραγματώσει έναν εαυτό που δε συμφωνεί με τα βιώματα του, οδηγείται σε νευρωσική συμπεριφορά (Wood 1977). Για παράδειγμα, ο Χ. , έχει ενδοβάλει τον όρο αξίας που πρεσβεύει ότι η έκφραση της αλήθειας του και των αναγκών του συνεπάγεται τη δυσαρέσκεια των άλλων και την απόρριψη στο πρόσωπο του. Έτσι, ωραιοποιεί τις εμπειρίες που τον δυσαρεστούν ή  αρνείται τα αρνητικά συναισθήματα που απορρέουν από αυτές, με αποτέλεσμα να τις σωματοποιεί είτε με τη μορφή πυρετού, είτε με την αίσθηση χαμηλής ενέργειας, είτε με έκρυθμες συμπεριφορές όπως αδικαιολόγητα νεύρα. Για τον Rogers, όταν το άτομο νιώθει ελεύθερο να αποκαλύψει περισσότερα από το υλικό που αντιλαμβάνεται συνειδητά, τότε είναι σε θέση να επικοινωνεί αυτή την αίσθηση της εσωτερικής έλλειψης συνοχής και μη σκόπιμης κατεύθυνσης. Έτσι, διαμέσου της διευκολυντικής θεραπευτικής σχέσης, αφού αναγνωρίσει και αποδεχτεί την ύπαρξη Όρων Αξίας που έχει ενδοβάλλει, ο θεραπευόμενος, αρχίζει να συμβολοποιεί τις αποκλεισμένες από την επίγνωση εμπειρίες του, εντάσσοντας τες σε μια αναδομημένη Αυτοαντίληψη και επιτυγχάνοντας Εσωτερική Συμφωνία (Ιωσηφίδη & Ιωσηφίδης, 2002, Μπρούζος, 2004).

Στη συνέχεια, με τη 15η πρόταση ο Rogers εισάγει την έννοια της Ψυχολογικής Προσαρμογής η οποία επιτυγχάνεται, όταν η Αυτοαντίληψη διαμορφώνεται με τρόπο τέτοιο ώστε όλες οι σπλαχνικές και αισθητηριακές εμπειρίες του οργανισμού είναι, ή μπορούν να αφομοιωθούν σ’ ένα συμβολικό επίπεδο, σε μια σύμφωνη και  σταθερή σχέση με την έννοια του Εαυτού. Στην περίπτωση αυτή, η Αυτοαντίληψη έχει μικρή απόκλιση από την Οργανισμική Εμπειρία και το άτομο βιώνει ψυχική ανακούφιση. Για παράδειγμα, μια γυναίκα που αντιλαμβάνεται και αποδέχεται τόσο τις σεξουαλικές της ανάγκες, όσο και τη συντηρητική στάση της κουλτούρας της για το σεξ, έχει μια διευρυμένη και ευέλικτη Αυτοαντίληψη ικανή να εμπεριέχει και τις δυο πραγματικότητες. Έτσι, η οργανισμική της τάση για ικανοποίηση σεξουαλικών αναγκών υπάρχει παράλληλα με την ανάγκη της να ζει σε αρμονία με την κουλτούρα της (Τάση Αυτοπραγμάτωσης) (Rogers,1951).

Κατά τον Rogers, για κάποιον που βρίσκεται σε συνεχή εγρήγορση για άμυνα, προκειμένου να μην συμβολοποιήσει τις εμπειρίες του στην επίγνωση, το ψυχικό κόστος είναι υψηλό. Εδώ, έχουμε να κάνουμε με εμπειρίες που είναι ασύμβατες  με την Αυτοεικόνα και το άτομο τις εκλαμβάνει ως απειλή (16η ). Όσο περισσότερες είναι αυτές οι εμπειρίες, τόσο πιο αυστηρή και άκαμπτη γίνεται η Αυτοεικόνα προκειμένου να διατηρηθεί αναλλοίωτη. Αντιθέτως, η συνειδητή αποδοχή των ενορμήσεων και των ενδοβαλμένων Όρων Αξίας, αυξάνει την πιθανότητα για Συνειδητό Έλεγχο (Επίγνωση) (Rogers,1951). Ακολουθεί ένα μεταφορικό παράδειγμα: Έχω να πάω σε μια επίσημη εκδήλωση (Εαυτός) και πρέπει να ντυθώ αναλόγως. Παράλληλα, νιώθω ψυχικά κουρασμένη και πονάει η μέση μου (Οργανισμός). Αν βάλω τα τακούνια που δε με βολεύουν μόνο και μόνο για να ταιριάξουν με το κόκκινο φόρεμα, η μέση (Οργανισμός) μου θα υπακούσει στη σωματική ανάγκη (Οργανισμική Τάση) και θα «προστάξει» να μείνω όλη νύχτα καθιστή. Τότε, ενδέχεται να πανικοβληθώ (Εαυτός) στην ιδέα ότι δε θα μπορώ να κοινωνικοποιηθώ όπως επιθυμώ και αντί να σεβαστώ την οργανισμική ανάγκη, να την παραβιάζω κυκλοφορόντας στο χώρο με αστάθεια και κακή διάθεση λόγω πόνου (Έλλειψη Αυτοκυριαρχίας). Αν όμως πράξω με ευελιξία και προσαρμοστώ στη συνθήκη ακολουθώντας την ανάγκη του οργανισμού μου, φορώντας τα ανατομικά μου τακούνια (ακρόαση ανάγκης) με άλλο φόρεμα (ευελιξία), τότε θα μπορέσω να ανταποκριθώ και στις κοινωνικές μου υποχρεώσεις  ούσα ευδιάθετη (διεύρυνση αυτοεικόνας). Κάτι παρόμοιο συμβαίνει κατά τον Rogers και στη θεραπεία: Όταν το άτομο διαμορφώνει μια Αυτοαντίληψη με εύρος και ευελιξία τότε είναι σε θέση να παρατηρεί και να αποδέχεται  όλα τα στοιχεία της εμπειρίας του και να τα συγκεντρώνει σε ένα ενιαίο αντιληπτικό σύστημα. Έτσι, αποκτά τον έλεγχο του Εαυτού του και ενεργεί με συνειδητότητα για την επίτευξη των στόχων του (Rogers,1951).

O Rogers, έδωσε την έννοια του Πλήρους Λειτουργικού Ατόμου για το άτομο που στέκει ανοιχτό στην εμπειρία, που έχει μια υπαρξιακή στάση ζωής και χρησιμοποιεί τον οργανισμό του ως αξιόπιστο πλοηγό για να επιλέγει κάθε στιγμή την κατάλληλη συμπεριφορά ικανοποιώντας τις ανάγκες του για θετική αποδοχή και αυτοπραγμάτωση. Το άτομο αυτό, είναι αυτόνομο, εκφράζεται συναισθηματικά με ελευθερία και ζει ανεξάρτητο βρισκόμενο σε μια αέναη διαδικασία δημιουργίας καλής ζωής (Rogers,1961; Rogers & Freiberg, 1994).

Για τον Rogers, οι διευκολυντικές σχέσεις αποτελούν το μέσον για τον επαναπατρισμό στην εσωτερική εστία αξιολόγησης η οποία συνδέεται με τη βέλτιστη ψυχολογική προσαρμογή, την ωριμότητα, την πλήρη συμφωνία και ανοιχτότητα στην εμπειρία. Ομοίως, μέσω της θεραπείας,  το άτομο αρχίζει να διαμορφώνει μια αντίληψη με εύρος και ευελιξία, μαθαίνει να παρατηρεί και να αποδέχεται  όλα τα στοιχεία της εμπειρίας του -δίχως να τα βλέπει ως απειλές (17η) συγκεντρώνοντας τα σε ένα ενιαίο αντιληπτικό σύστημα. Έτσι αποκτά τον έλεγχο του Εαυτού του και ενεργεί με συνειδητότητα για την επίτευξη των στόχων του βασιζόμενο στο δικό του και πλέον αποκατεστημένο εσωτερικό σύστημα αξιολόγησης (19η). Επίσης, το άτομο αποβάλλει τα προσωπεία και απαλλασσόμενο από άμυνες υιοθετεί μια αυθόρμητη και γνήσια συμπεριφορά ενώ παράλληλα στέκεται με περισσότερη αποδοχή και κατανόηση προς τους άλλους (18η)(Rogers,1951).

Σύγχρονες Εξελίξεις Θεωρίας Προσωπικότητας

Το 1999, ο Mike Cooper, δίνει μια πλουραλιστική διάσταση στην έννοια του Εαυτού λέγοντας πως το άτομο μπορεί να εισέρχεται και να εναλλάσσεται μεταξύ μιας ποικιλίας διαφορετικών ποιοτικά αυτοεικόνων φιλτράροντας, σε κάθε μια από αυτές, πλευρές των εμπειριών του από διαφορετικές οπτικές (Cooper,1999). Ένα χρόνο μετά, οι Mearns και Thorne, συμπληρώνουν τη ροτζεριανή θεωρία Εαυτού αντιμετωπίζοντας τον Εαυτό όχι ως ένα ενιαίο οικοδόμημα αλλά ως ένα πλουραλιστικό ψηφιδωτό από συμβολοποιημένα ή μη κομμάτια τα οποία αποκάλεσαν Διαμορφώσεις: Υποθετικές δηλαδή «υπαρξιακές δομές μέσα στον εαυτό συμβολοποιημένες ή  υποσυμβολοποιημένες, που αντικατοπτρίζουν, ένα αμάλγαμα συναισθημάτων, σκέψεων, αξιών, προτιμήσεων και συμπεριφορών και βρίσκονται σε μια δημιουργική και αυτοπροστατευτική σύγκρουση». Οι Διαμορφώσεις αναπτύσσονται,  είτε  γύρω από οργανισμικές εμπειρίες  συμβολοποιημένες  ή υποσυμβολοποιημένες,  είτε γύρω από όρους αξίας  που έχουν ενδοβληθεί, είτε γύρω από ασύμβατες με την Αυτοεικόνα εμπειρίες. Στην τελευταία περίπτωση, οι διαμορφώσεις ενδέχεται να δημιουργούν έναν οργανωτικό πυρήνα στον οποίο να μπορούν να στεγάζονται οι όποιες ασύμβατες εμπειρίες προς την Αυτοεικόνα, με αποτέλεσμα το άτομο να μπορεί να ελίσσεται και να προσαρμόζεται ακόμα και σε δυσάρεστες συνθήκες αντί να στριμώχνεται σε μια άκαμπτη και μονοδιάστατη Αυτοεικόνα. Μέσα από τη θεραπεία, ένα  άτομο με στενό εύρος Αυτοεικόνας, έχει τη δυνατότητα να χτίζει νέες διαμορφώσεις ώστε να αναδομεί και να διευρύνει την Αυτοεικόνα του, νοηματοδοτώντας εκ νέου τις ασύμβατες εμπειρίες του και εντάσσοντας τες  στη δομή του Εαυτου του. Τέλος, κατά την ανάδυση των διαμορφώσεων στη θεραπεία, ο θεραπευτής θα πρέπει να ακούει και να αποδέχεται ισομερώς και με τον ίδιο σεβασμό όλα τα ενδοψυχικά κομμάτια του πελάτη και όχι να επικεντρώνεται μόνο σε όσα έχουν ροπή προς την ανάπτυξη (Mearns & Thorne, 2000).

Η πλουραλιστική αυτή οπτική, εμπλουτίζει δίχως να αλλοιώνει την ροτζεριανή θεωρία και μάλιστα με δυο ιδιαίτερα σημεία όπως 1) Η συμπερίληψη της έννοιας της υποαντίληψης στη θεραπεία, με τον θεραπευτή να βοηθά τον πελάτη προκειμένου να φέρει στην συνειδητότητα του, το υλικό που κείτεται στην άκρη της επίγνωσης, με πολύ σεβασμό και προσοχή δίχως να παραβιάζει την ετοιμότητα του ή να αλλοιώνει το νόημα μέσω δικών του ερμηνειών. Και 2) Η σύνδεση της τάσης πραγμάτωσης με την έννοια της Κοινωνικής Διαμεσολάβησης,  εφόσον το άτομο είναι από την φύση του κοινωνικό όν που αλληλοεπιδρά τόσο με το περιβάλλον του όσο και διαπροσωπικά. Έτσι, η τάση πραγμάτωσης δεν γίνεται να μένει ακέραια και ανεπηρέαστη καθώς συγκρούεται συχνά με τις ανάγκες κοινωνικής υπόστασης του ατόμου. Κατά τους Mearns & Thorne, ο ενδιάμεσος χώρος που δημιουργείται από τη δυναμική της κοινωνικής μεσολάβησης, διευκολύνει το άτομο στο να διαπραγματεύεται με τρόπο διαλεκτικό τις οργανισμικές και τις κοινωνικές του ανάγκες εξισορροπώντας τες, έτσι ώστε να μην διαταράσσεται ούτε η τάση πραγμάτωσης  αλλά ούτε και η κοινωνική του ζωή (Ιωσηφίδη & Ιωσηφίδης, 2008).

Μια τελευταία για την ώρα σημαντική συμβολή στην Προσωποκεντρική Θεωρία, είναι η έννοια του Σχεσιακού Βάθους από τον Dave Mearns, το οποίο αφορά σε ένα πρότυπο θεραπευτή με αμέριστη προσοχή, σεβασμό, αποδοχή, ευαισθησία και ελεύθερο από προσδοκίες αναφορικά με τον πελάτη του. Σε αυτή τη μορφή σχέσης, δεν υπάρχει καμία απαίτηση από τον πελάτη καθώς μέριμνα του θεραπευτή είναι να δημιουργήσει ένα ασφαλές περιβάλλον στο οποίο ο θεραπευόμενος θα αισθανθεί από μόνος του την άνεση και την ελευθερία να έρθει σε επαφή ακόμα και με τα πιο δύσκολα υπαρξιακά του κομμάτια και να τα επικοινωνήσει (Mearns & Thorne, 2005). Για τον Rogers, η μελέτη της προσωπικότητας οφείλει να γίνεται σε ένα πλαίσιο «παρόντος και μέλλοντος» καθώς ο τρόπος ερμηνείας των παρελθουσών εμπειριών μας στο παρόν και ο  τρόπος που προβλέπουμε το μέλλον, επηρεάζουν τη συμπεριφοράς μας αλλά και τη δυνατότητα βέλτιστης ικανοποίησης των αναγκών μας (Ιωσηφίδη & Ιωσηφίδης, 2002).

Εν κατακλείδι, ο Rogers δομεί μια θεωρία προσωπικότητας με επίκεντρο τον Εαυτό και τον ρόλο της αυτοαντίληψης σε σχέση με τις εμπειρίες που βιώνει. Η εμπιστοσύνη του Rogers στην εγγενή εσωτερική ώση της Τάσης Πραγμάτωσης, αποτελεί για εμένα το βασικότερο χαρακτηριστικό της θεωρίας του, καθώς προσδίδει σε κάθε ανθρώπινο όν το γενετήσιο δικαίωμα και την πίστη στην ανέλιξη του. Τέλος, οι συνεχιστές του Rogers, εξελίσσοντας τη θεωρία του, εμπλουτίζουν κατ εμέ επιπλέον και την θεραπευτική φαρέτρα κάθε προσωποκεντρικού -και όχι μόνο- θεραπευτή με σημαντικές έννοιες και διεργασίες, όπως το σχεσιακό βάθος και οι διαμορφώσεις του εαυτού, πατώντας πάντα στη φιλοσοφία του Rogers και στο χαλί των 6 θεραπευτικών συνθηκών.


Βιβλιογραφικές αναφορές

Γεωργίου, Σ. (2003). Εκπαιδεύοντας ψυχολόγους στη συμβουλευτική. Ελληνικά Γράμματα.

Corey, G. (1999). Theory and Practice of Counseling and Psychotherapy. Brooks/Cole Publishing Company.

Cooper, M. (1999). ‘If you can’t be Jekyll be Hyde: an existential–phenomenological exploration of lived-plurality’, in J. Rowan and M. Cooper (eds), The Plural Self. London: Sage. pp 51–70.

Ιωσηφίδη, Ι. & Ιωσηφίδης, Π. (2002). Η προσωποκεντρική προσέγγιση του C. Rogers  Στο  Ποταμιάνος και άλλοι (επ.), Θεωρίες προσωπικότητας και κλινική πρακτική. Ελληνικά γράμματα.

Mαλικιώση -Λοΐζου, Μ. (2011). Συμβουλευτική Ψυχολογία. Αθήνα, Εκδόσεις Πεδίο.

Mearns, D. & Cooper, M. (2005). Working at Relational Depth in Counselling and Psychotherapy. London: Sage.

Mearns D. & Thorne B. (2000). “The nature of “configurations” within self” (Pg 101 – 119), “Person centred therapy today”London: Sage.

Pervin, L. A., & John, O. P. (1999). Θεωρίες προσωπικότητας. (Α. Αλεξανδροπούλου, & Ε. Δασκαλοπούλου, Μεταφρ.) Αθήνα: Τυπωθήτω.

Rogers, C. R. (1951). Client–Centered Therapy. Its Current Practice, Implications, and Theory. Boston: Houghton Mifflin.

Rogers, C.R. (1959). ‘A theory of therapy, personality and interpersonal relationships as developed in the client-centered framework’, in S. Koch (ed.), Psychology: A Study of Science, Volume 3. Formulations of the Person and the Social Contract. New York: McGraw-Hill.

Rogers, C. R. (1961). On becoming a person. Citation. Oxford, England: Houghton Mifflin.

Rogers, C. R. (1972a). Becoming partners: Marriage and its alternatives. New York: Delacorte.

Rogers, C. R. (1972b).  Some social issues which concern me. New York: Delacorte.

Rogers, C. R. (1977). Carl Rogers on Personal Power: Inner Strength and its Revolutionary Impact. New York: Delacorte Press.

Rogers, C. R. (1987). The underlying theory: Drawn from experience with individuals and groups. Counseling and Values, 32(1), 38-46.

Rogers, C. R. & Freiberg,  H. G. (1994).  Freedom to learn. New York : Maxwell Macmillan International.

Thorne, B. & Lambers, E. (1998). Person-Centred Therapy: A European Perspective. Sage Publications.

Wood (1977). The people of course. A sketch of consciousness in community. From a talk given in Rio de Janeiro, January 1977 (article available at Carl Rogers Memorial Library.)

 

 

 

 

WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com