Άρθρο: Ελένη Μπίλλια

Φιλόλογος, Πρόεδρος Βιβλιοθήκης-Μουσείου Λαϊκής Τέχνης & Ιστορίας Δήμου Σαλαμίνας

Επιμέλεια: Δέσποινα Πάνου

Κοινωνική Ανθρωπολόγος


Στην παλιά πόλη της Κούλουρης τα οικόπεδα ήταν μικρά σε έκταση, τα σοκάκια στενά και τα σπίτια ταπεινά βαμμένα με ασβέστη. Λίγα από αυτά ήταν διώροφα με εσωτερική σκάλα και τα πλουσιόσπιτα είχαν στέγες κεραμοσκεπείς (Κανάκη & Κανάκης, 1995).

Στο κέντρο της Σαλαμίνας απέναντι από την πλατεία Αγίου Μηνά βρίσκεται ένα από τα λίγα αρχοντικά που έχουν απομείνει στο νησί, το αρχοντικό των Γαλέων, γεγονός το οποίο έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι συνεισφέρει στην προβολή των μορφολογικών ρευμάτων που επικρατούσαν τον 19ο αιώνα, εποχή που κατασκευάσθηκε (Μαζιώτη, 2007). Πρόκειται για ένα κτίριο αντιπροσωπευτικό δείγμα αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα, από τα τελευταία εναπομείναντα νεοκλασικά και άμεσα συνυφασμένο με την ιστορία του νησιού.

Ειδικότερα, το όνομα «Γαλέοι», χαραγμένο στην πρόσοψη του αρχοντικού, ανήκει σε μια από τις πιο εύπορες και ιστορικές οικογένειες της Σαλαμίνας. Ο Γεώργιος Γαλέος (1840-1922), σύμφωνα με την εγγονή του Ζωή Γαλέου, σε νεαρή ηλικία ξεκίνησε μαζί με τον αδελφό του Αντώνη, με ένα σχετικά μικρό καΐκι τη μεταφορά κάρβουνου. Σε σχετικά μικρό διάστημα ανέλαβε το μονοπώλιο της μεταφοράς του ξυλοκάρβουνου και τα κέρδη ανέβηκαν στα ύψη (Μαζιώτη, 2007).

Το κτίριο άρχισε να κατασκευάζεται κατά παραγγελία του ίδιου το 1880 με σχέδια του Ernst Ziller (1837-1923), ενός από τους σημαντικότερους και διασημότερους αρχιτέκτονες της ελληνικής επικράτειας, που σχεδίασε και επέβλεψε την κατασκευή εκατοντάδων δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων και άφησε τη σφραγίδα του στην οικιστική φυσιογνωμία του ελληνικού αστικού χώρου των τελών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα (Λαμπράκη-Πλάκα, 2010). Πρόκειται για αρχιτεκτονικά σχέδια μιας εποχής που αποτυπώνεται στα εξαίρετα μνημεία της τέχνης και της τεχνικής του (Καρδαμίτση-Αδάμη & Παπανικολάου-Κρίστερσεν, 1997). Οι εργασίες  ολοκληρώθηκαν το 1890, μία εποχή κατά την οποία, μετά την Επανάσταση του 1821, δημιουργούνται οι πρώτες ελληνικές πόλεις και οικοδομούνται δημόσια και ιδιωτικά κτίρια σύμφωνα με το πνεύμα της κλασικιστικής αρχιτεκτονικής που επικράτησε στην Ευρώπη τον 18ο και 19ο αιώνα (Μπιαστιάς & Χριστόπουλος, 1970).

Ακόμη, το κτίριο δέχτηκε τρεις μετασκευές, η τελευταία από τις οποίες έγινε το 1920. Το ισόγειο λειτούργησε ως κατάστημα, συγκεκριμένα φαρμακείο, από τον εγγονό του ιδιοκτήτη και το υπόγειο ως αποθήκη (παρασκευαστήριο).

Το 1925, όμως, η αξία του κάρβουνου υποτιμήθηκε. Το Αμερικανικό κραχ, το πετρέλαιο και η διατίμηση του κάρβουνου στη μία δραχμή από τη δικτατορία του Πάγκαλου, οδήγησε τις οικογενειακές επιχειρήσεις σε σταδιακή χρεοκοπία (Μαζιώτη, 2007). Έτσι, το αρχοντικό άλλαξε χέρια, από τον πατέρα στο γιο και από τον γιο στον εγγονό και τέλος πέρασε στη δισέγγονη του Γεωργίου Γαλέου, Ρεμόνδη Γαλέου, σύζυγο του Νικολάου Λουκά.

Περνώντας κάποιος από μπροστά μπορεί να αντικρίσει, κάτω από το μπαλκόνι, τις ανάγλυφες παραστάσεις που εικονίζουν δύο από τα καράβια της οικογένειας, καθώς και το έτος αποπεράτωσης της κατοικίας. Επιπλέον, τρία σκαλοπάτια οδηγούν στην είσοδο του ισογείου καταστήματος και ένα σκαλοπάτι στην κεντρική είσοδο του κτιρίου. Το οίκημα, ωστόσο, δε διαφέρει από τα αντίστοιχα μικροαστικά που είχε κατασκευάσει ο Ziller την περίοδο αυτή (Μαζιώτη, 2007).

Στην κύρια είσοδο υπάρχει διάδρομος που οδηγεί στο ισόγειο και στην κλίμακα του πρώτου ορόφου, καθώς και στα μικρά ισόγεια κτίσματα τα οποία έχουν οικοδομηθεί αργότερα, αλλά και στην μικρή κλίμακα που οδηγεί στο υπόγειο. Στο ταβάνι του  ισόγειου χώρου σώζονται, από την πλευρά της αυλής, ζωγραφιστά διακοσμητικά και παρατηρείται ότι ανοίγονται δύο πόρτες με δύο μικρότερα, αντίστοιχα, ξύλινα δίφυλλα παράθυρα. Με τη σειρά τους αυτές οι πόρτες οδηγούν σε διαφορετικά δωμάτια, τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους. Φυσικά, αξίζει να αναφερθεί και η ύπαρξη της κουζίνας, η οποία φωτίζεται από τον φωταγωγό που βρίσκεται στον όροφο (Καρδαμίτση-Αδάμη & Παπανικολάου-Κρίστενσεν, 1997).

Στον πρώτο όροφο κυριαρχεί το ξύλινο στοιχείο. Αναφορικά, μπορεί να δει κανείς τα δίφυλλα παράθυρα, τις δύο μπαλκονόπορτες, με ορθογώνια πλαίσια που βγαίνουν στον μικρό εξώστη νεοκλασικού τύπου, το πάτωμα και την οροφή, η οποία διαμορφώνεται εσωτερικά με την είσοδο από την κεντρική πόρτα. Ο μικρός εξώστης αποτελούμενος από σιδερένια κιγκλιδώματα, στηρίζεται από δύο μαρμάρινα φουρούσια, τα οποία φέρουν εξαιρετικά γλυπτά κομψοτεχνήματα Ο όροφος έχει δύο δωμάτια τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους με πόρτα. Αριστερά βλέπουμε το μαγειρείο, ενώ, απέναντι από αυτό υπάρχει ένα μικρό μπάνιο κάτω από την ξύλινη σκάλα που οδηγεί στο δώμα. Δεξιά από την είσοδο υπάρχει το μεγάλο σαλόνι, το οποίο χωρίζεται σε δυο μέρη από μια τετράφυλλη πόρτα. Όμοια, το σαλόνι επικοινωνεί με το δωμάτιο μέσω πόρτας. Τα εσωτερικά χρώματα, όμως, έχουν βαφτεί κρύβοντας την όμορφη ζωγραφική που στόλιζε το κτίριο (Λαμπράκη-Πλάκα, 2010). Από εκεί μεταφερόμαστε από την κλίμακα μεταγενέστερης κατασκευής και οδηγούμαστε στην κύρια κατοικία του κτηρίου όπου υπάρχει ένας ημιυπαίθριος διάδρομος προσπέλασης.

Στο κάτω μέρος, το στηθαίο καλύπτεται με πήλινες διακοσμήσεις (ακροκέραμα) και στις τέσσερις κόγχες υπάρχουν κεραμικά αγάλματα από την ελληνική μυθολογία. Ανάμεσα στα παράθυρα και τις πόρτες υπάρχουν παραστάδες (Κανάκη & Κανάκης, 1995).    

Τα μορφολογικά στοιχεία που το κτίριο εμφανίζει είναι υψηλής αισθητικής, και παρά τις φθορές που εμφανίζει, λόγω της έλλειψης συντήρησης και βέβαια του περάσματος του χρόνου, εξακολουθεί να σηματοδοτεί την περιοχή στην οποία εντοπίζεται. Η ανάδειξη αυτού θα συμβάλλει στην αναβάθμιση της αισθητικής του δημόσιου χώρου, καθώς τα νεώτερα κτίρια που κατασκευάστηκαν στον ευρύτερο περιβάλλοντα χώρο δεν διαθέτουν χαρακτηριστικό αρχιτεκτονικό ύφος.


Βιβλιογραφικές αναφορές

Κανάκη, Β. & Κανάκης, Α. (1995).  Γνωριμία με τη Σαλαμίνα μας. Αθήνα: Ελεύθερη Σκέψις.

Καρδαμίτση-Αδάμη, Μ. & Παπανικολάου-Κρίστερσεν, Α. (1997). ΕRNST ZILLER, Αναμνήσεις, Αθήνα: LIBRO.

Κασιμάτη, Μ. (Επιμ.). (2010). Ερνέστος Τσίλλερ. Αρχιτέκτων 1837-1923. Αθήνα: Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου.

Μαζιώτη, Ε. (2007). Πρόταση επανάχρησης αρχοντικού Γαλέων, αρχιτέκτονα Ernst Ziller στο κέντρο της Σαλαμίνας (Πτυχιακή Εργασία). ΤΕΙ Πειραιά (Τμήμα Πολιτικών Δομικών Έργων), Πειραίας.

Μπαστιάς, Χ. & Χριστόπουλος, Γ. (1970). Ιστορία του Ελληνικού Έθνους Α-ΙΕ’. Αθήνα: Εκδότική Αθηνών.

WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com