Άρθρο: Κωνσταντίνος Λέπουρης


Σαν γνήσιο παιδί του χωριού, πάντα ζήλευα τα παιδιά της πόλης, πόσο μάλλον της Αθήνας. Περίμενα πως και πως να ξεκινήσω τις σπουδές που ονειρευόμουν στην πρωτεύουσα, ώστε να έχω την ευκαιρία μετά τη σχολή να περπατάω στο κέντρο και να εξερευνώ τα σοκάκια του, απαθανατίζοντάς τα με τη φωτογραφική μου μηχανή.

Το όνειρο πραγματοποιήθηκε. Κάθε καινούργια ημέρα με βρίσκει εδώ, να τριγυρνάω, ανακαλύπτοντας και κάτι ξεχωριστό. Από τα μέρη της Αθήνας, ξεχωρίζω ιδιαίτερα το Μοναστηράκι. Η ιστορία που κρύβει και ο πολύπλευρός του χαρακτήρας δε σε κάνουν ποτέ να το βαρεθείς. Είναι σαν να βρίσκει τον τρόπο να “κουμπώσει” σε κάθε διάθεση, σε κάθε άνθρωπο, σε κάθε στιγμή. Όταν πέφτει το βράδυ μεταμορφώνεται με τις διάφορες πηγές φωτός σε έναν άλλον κόσμο. Μαζεύονται όλοι, διασκεδάζουν και παντού ακούς μεθυστικούς ήχους, φωνές και μουρμουριτά. Μόλις ο ήλιος ρίξει όμως τις πρώτες του αχτίδες, όλα αλλάζουν. Γίνεται σαν ένα μικρό χωριό, τόσο ήσυχο και ήρεμο, άλλα τόσο “ψυχρό” ταυτόχρονα.

Μια ηλιόλουστη μέρα είπα να αφήσω σπίτι την ψηφιακή μου μηχανή και να πάρω την αναλογική. Είχα την ανάγκη για μια διαφορετική βόλτα. Κατέβηκα στο κέντρο, φόρτωσα το φιλμ μου και ξεκίνησα να περπατώ ψάχνοντας κάτι, που θα μου τραβήξει πιο πολύ την προσοχή, καθώς δεν είχα τη δυνατότητα να βγάλω παραπάνω από 34 φωτογραφίες. Είναι πραγματικά μια μοναδική εμπειρία, αφού καλείσαι να γίνεις ένα με την πόλη, να αφουγραστείς τους ρυθμούς της, να νιώσεις τους ήχους, τις μυρωδιές, τις εικόνες της. Είναι σαν να συμμετέχεις μόνο με τις πέντε σου αισθήσεις σε ένα διαρκές κυνηγητό με το χρόνο, τόσο αγχωτικό, αλλά και τόσο λυτρωτικό ταυτόχρονα.

Το πρώτο “κλικ” έγινε στην Αγορά, εκεί στο σταθμό όπου κανείς μπορεί να εντοπίσει εκαντοντάδες πωλητές και απίστευτους καλλιτέχνες να καταθέτουν κομμάτια από τον εαυτό τους. Στη συνέχεια κατευθύνθηκα προς την Πλάκα. Τόσα πολλά μικρά μαγαζιά, τόσα όμορφα σπίτια, τόσα χρώματα, τόση μαγεία μέσα σε λίγα μόλις μέτρα. Δεν καθυστέρησα πολύ, μιας και ανυπομονούσα να βρεθώ στη πλατεία της Αγίας Ειρήνης. Θυμόμουν, πως εκεί βρισκόταν μια μικρή στοά. Πηγαίνοντας εκεί, ανακάλυψα ένα μικρό όμορφό μαγαζί, που τη βιτρίνα του κοσμούσαν κάποιες κρεμασμένες πουέντ. Αυτή ήταν λοιπόν και η τελευταία φωτογραφία που απαθανάτησα. Τελείωσα, μάζεψα το φιλμ μου και ανυπομονούσα για την ημέρα που θα βρεθώ στο σκοτεινό θάλαμο της σχολής, να το εμφανίσω.

Όταν πήρα στα χέρια μου τις φωτογραφίες, άρχισα να της σκανάρω μία προς μία με απόλυτη προσοχή! Άλλες μου άρεσαν αρκετά και μ’ άλλες απογοητεύτηκα, δε με πείραξε όμως.

Καθως τις κοιτάζω, αισθάνομαι πως ανατρέχω σε μια άλλη Αθήνα από αυτή που είχα την ευκαιρία να γνωρίσω. Η μαγεία του φιλμ με ταξιδεύει πίσω στον χρόνο. Είναι η Αθήνα του 2015 με μια γεύση από τα παλιά… Τότε! Τότε, που το κάθε “κλικ”, που έκανες, ήταν μοναδικό και που το χρώμα δεν υπήρχε! Γιατί σε έναν έγχρωμο κόσμο πάντα θα αναζητάμε αυτό, που θα μας θυμίζει ότι η ζωή δεν είναι μονό άσπρο και μαύρο, αλλά αποτυπωμένο σε όλες τις κλίμακες του γκρι.

Αποφάσισα λοιπόν, χάρη στο διαδικτιακό περιοδικό ANIMARTISTS να μοιραστώ μαζί σας, αυτή την όμορφη γεύση που πήρα. Γιατί οι φωτογραφίες, κατά τη γνώμη μου, μπορούν να χαρίσουν το πιο πολυπόθητο δώρο για τον άνθρωπο, την ευκαιρία, όπου κι αν είναι, να… ταξιδεύει!

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.


FB: Constantinos Lepouris Photography
WEB: Constantinos Lepouris