Άρθρο: Δέσποινα Πάνου

Φοιτήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας


Η γυναικεία αρβανίτικη ενδυμασία της Σαλαμίνας θεωρείται ότι αποτελεί έναν τύπο φορεσιάς που διαφέρει από όλες τις άλλες ελληνικές γυναικείες ενδυμασίες και συγκρίνεται μόνο με εκείνες των Μεγάρων, της Κύμης, της Νεάπολης (Νεβ Σεχίρ), της Καππαδοκίας και της παλιάς Αθήνας, που θεωρούνται ως οι αρχαιότερες (Παπαντωνίου, 2000). Η αρχαιοπρεπής διακόσμηση της «κουλουριώτικης φορεσιάς» και το πλούσιο και αυστηρό ύφος της θυμίζουν βυζαντινή μεγαλοπρέπεια.  Βέβαια, όταν μιλάμε για την παραδοσιακή φορεσιά της Σαλαμίνας, εννοούμε τη στολή του γάμου και αναφέρεται ως ‘στολή’ γιατί είναι ένα στολίδι για την γυναίκα που την φοράει (Λύκειο των Ελληνίδων, 2004).

 

Αναλυτικότερα, η φορεσιά απαρτίζεται από διαφορετικά κομμάτια, με πρώτο και βασικό κομμάτι της στολής, το φουστάνι, το οποίο αποτελείται από τον κορμό και το κάτω μέρος, την επονομαζόμενη φούστα.  Επίσης, πλούσια και περίτεχνα χρυσοκεντημένο με τερχίλι, τιρτίρι και χρυσοκλωστές είναι το πανωκόρμι του φουστανιού που, αρχικά, ήταν από τσόχα, ενώ στη συνέχεια από βελούδο, βαμβακερό ή μεταξωτό. Ως χαρακτηριστικό του γνώρισμα σημειώνεται το άνοιγμα στο στήθος  που κλείνει κάτω από αυτό με μια χρυσή πόρπη και ενώνεται με τη φούστα (Οικονομίδης, 2008). Το ύφασμα της φούστας ήταν άσπρο και στη συνέχεια βάφονταν σε σκούρο χρώμα (μπλε σκούρο, πράσινο σκούρο, σχεδόν μαύρο) από ντόπιους βαφείς,. Μάλιστα, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, οι τελευταίοι ασχολούνταν μόνο με αυτό και δεν έλεγαν πουθενά τα μυστικά των χρωμάτων, καθώς επιθυμούσαν να μεταδοθούν -κατ’ αποκλειστικότητα- στην επόμενη γενιά. (Παπαντωνίου, 1996). Στην πορεία, αυτό το ύφασμα ραβόταν στα μέτρα του κοριτσιού που θα το φορούσε, είχε οριζόντιες αλλά και κάθετες πτυχές (πιέτες) και τελείωνε σε κόκκινο ποδόγυρο.    

 

Κάτω και μέσα από το φουστάνι φοριέται το πουκάμισο, που συνήθως ήταν υφαντό στον αργαλειό και κάθε Κουλουριώτισα είχε στο σπίτι της. Κάποιες φορές, οι πιο εύπορες νύφες μπορεί να είχαν και μεταξωτό πουκάμισο που υφαίνονταν στην Ύδρα. Το πουκάμισο -λευκό βαμβακερό, μεταξωτό ή από χασέ- φέρει στον ποδόγυρο δαντέλα και το άνοιγμα στο στήθος κλείνει μια λεπτή τραχηλιά. Κάτω από το κορμί του φουστανιού και πάνω από το πουκάμισο φοριόταν το ζιπούνι που κάλυπτε το κορμί μέχρι τη μέση και άφηνε το στήθος ακάλυπτο. Αρχικά, το ζιπούνι ήταν από μαύρη τσόχα και μετά το 1900 από βαμβακερό ή μεταξωτό βελούδο σε διάφορα χρώματα. Τα μανίκια του ζιπουνιού ήταν κεντημένα με χρυσά μοτίβα (Λύκειο των Ελληνίδων, 2004).

Τα δύο σημαντικά μέρη της στολής είναι η “Σκέπη” και η “Μπόλια”. Η Σκέπη είναι ένα μεταξωτό μακρύ μαντήλι, (60 cm φάρδος και 3m μήκος) που στο τελείωμα είχε ένα κομμάτι χρυσοκέντητο με χρυσή δαντέλα και χρυσό κρόσι φτιαγμένο στο κοπανέλι. Φοριόταν μονάχα στην διάρκεια της γαμήλιας τελετής, ενώ η Μπόλια είναι ένα επίσης μεταξωτό μακρύ μαντήλι (60 cm φάρδος και 3m μήκος) που στην ύφανση της φέρει χρυσά σιρίτια, είναι κεντημένη με χρυσό κέντημα και χρυσή δαντέλα και χρυσά κρόσια μπλεγμένα στο κοπανέλι, από ντόπιες τεχνίτρες. Απαραίτητο στοιχείο της στολής ήταν και ο  κεφαλόδεσμος, ο οποίος αποτελείται από ένα μικρό εφαρμοστό κόκκινο φεσάκι, που στην κορυφή του φέρει τάσι. Πάνω από αυτό μπαίνει μαύρο μαντίλι στολισμένο σταμπωτά ολόγυρα με πράσινο κλαδωτό διάκοσμο. Από το πηγούνι το συγκρατεί η βελούδινη χρυσοκέντητη κορδέλα, το γνωστό «καπιτσάλι», που αποτελεί το στήριγμα για τη Σκέπη και την Μπόλια (Παπαντωνίου, 1985).

*Σκέπη και Μπόλια (Πηγή: Εργαστήρι Κονάκι)

Ακόμα, ένα σημαντικό μέρος της στολής αποτελεί η ποδιά, η οποία στα πρώτα χρόνια ήταν τσόχινη κεντητή ενώ λίγο μεταγενέστερα αντικαταστάθηκε από μεταξωτό ή βαμβακερό βελούδο. Πιο συγκεκριμένα, η καλή ποδιά είναι μπορντώ, πάντα σε ημιστρόγγυλο σχήμα και κεντημένη, από ντόπιες κεντήστρες, με χρυσό κέντημα τελάρου φέροντας ολόγυρα πλατειά χρυσοδαντέλα κοπανελιών (Μαχά, 1995).

*Ποδιά (Πηγή: Εργαστήρι Κονάκι)

Επιπλέον, βασικό κομμάτι της νυφικής φορεσιάς είναι το γιορντάνι, που είναι ένα πλέγμα (δίχτυ) από χάντρες με μαύρο κοράλι (γιούσουρι), άσπρες χάντρες από μάργαρο (σεντέφι), κόκκινο κοράλι και χρυσές ή ασημένιες μεταλικές χάντρες.  Στο τέλος του έχει 25 χρυσά νομίσματα (φλουριά) και στη μέση έχει τη «μαμουδιά» ή «μαχμουτιέδες», δηλαδή τούρκικα νομίσματα (Λύκειο των Ελληνίδων, 2004).

*Γιορντάνι με κοράλια και φλουριά (Πηγή: Η Σαλαμίνα του Χθες)

Η κουλουριώτικη παραδοσιακή φορεσιά ολοκληρώνεται με τις λευκές βαμβακερές κάλτσες και τα υποδήματα, τα λεγόμενα πασούμια ή καλίκια, που είναι βελούδινες χρυσοκέντητες παντόφλες σε κόκκινο ή μπλέ βελούδο, με ένα μικρό τακούνι 3 πόντων. Επιπροσθέτως, έχουν κέντημα και μπροστά αλλά και στο πίσω μέρος του τακουνιού.

Από ιστορικής και λαογραφικής πλευράς, η νυφιάτικη αυτή στολή εκτός του βάρους που έχει σαν έργο τέχνης, έχει και πραγματικό βάρος γιατί μόνο το φουστάνι ζυγίζει περίπου 20 κιλά, ολόκληρη δε, περίπου 30 και εκτός αυτού είχε ένα επιπρόσθετα μεγάλο οικονομικό βάρος για την οικογένεια, καθώς έπρεπε να την έχει έτοιμη όταν το κορίτσι της οικογένειας ήταν σε ηλικία γάμου. Ενδιαφέρον, ωστόσο, αποτελεί το γεγονός ότι ποτέ δεν χαριζόταν ούτε δανειζόταν, γι’αυτό οι οικογένειες ήταν πάντα υποχρεωμένες να τις φτιάξουν εξ’ αρχής, με τα κορίτσια αυτών, πολλές φορές να δουλεύουν από μικρά ώστε να μπορέσουν να εξοικονομίσουν τα απαραίτητα χρήματα για τη στολή τους (Μαχά, 1995). Όπως αποκαλύπτει η Μπινιάρη (2019) συνήθως μια κοπέλα έπαιρνε προίκα 7 στολές, η πρώτη ήταν η νυφιάτικη, η δεύτερη περιλαμβάνει (δεύτερο φουστάνι, δεύτερη μπόλια, δεύτερο ζιπούνι και δεύτερα πασούμια) .Την πρώτη τη φορούσε μέχρι να γεννηθεί το πρώτο της παιδί, έπειτα τη δεύτερη, μετά την τρίτη και πάει λέγοντας… Όταν έφτανε στη μέση ηλικία φορούσε την τέταρτη. Όταν έφτανε στον τελευταίο κύκλο της ζωής της, το γήρας, δεν φορούσε πλέον τη στολή, αλλά ένα απλό φουστάνι και ένα μαντήλι στο κεφάλι. Κλείνοντας, αξίζει να αναφερθεί πως σήμερα, την παραδοσιακή Νυφιάτικη στολή, μπορεί να την δει κάποιος στο Λαογραφικό Μουσείο Σαλαμίνας αλλά και στο παράρτημα του Λυκείου των Ελληνίδων Σαλαμίνας.


Βιβλιογραφικές Αναφορές

Λύκειο των Ελληνίδων. (2004). Παραδοσιακές φορεσιές. Αθήνα Εκδόσεις Φερενίκη.

Μαχά, Α. (1995). Ωραίαι και πλούσιαι ελληνικαί ενδυμασίαι. Αθήνα Εκδόσεις Καστανιώτη.

Μπινιάρη, Ε. (2019). Τοπική και ακουστική μαρτυρία κατοίκου του νησιού. Σαλαμίνα.

Οικονομίδης, Ν. (2008). Η Ελληνική Ενδυμασία. Αθήνα Εκδόσεις Δωδώνη.

Παπαντωνίου, Ι. (1985). Μια ποδιά από την Αττική. Ναύπλιο Εκδόσεις Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα.

Παπαντωνίου, Ι. (1996). Ελληνικές τοπικές ενδυμασίες. Ναύπλιο Εκδόσεις Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα.

Παπαντωνίου, Ι. (2000). Greek Dress. Αθήνα Εκδόσεις Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος.