Άρθρο: Μαρία Ι. Μπούτση

Επιμελήτρια Βιβλιοθήκης – Μουσείου Λαϊκής Τέχνης & Ιστορίας Δήμου Σαλαμίνας

Επιμέλεια: Δέσποινα Πάνου

Φοιτήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας


Το παρόν κείμενο αποτελεί μια πρωτότυπη εργασία αναφορικά με τη ζωή του Άγγελου Σικελιανού στη Σαλαμίνα. Πρόκειται για μια σειρά από πολυετείς τοπικές ακουστικές μαρτυρίες κατοίκων του νησιού σε συνδυασμό με τη μελέτη βιβλιογραφικών πηγών σχετικές με τη ζωή του. Παρακάτω αναγράφεται μια μικρή περίληψη της ζωής του πριν βρεθεί στο νησί, ενώ ακολουθεί  μια εκτενής περιγραφή αυτής μετά τη διαμονή του εκεί. Πέρα από την ομολογουμένως πολύ σημαντική συμβολή της εξιστόρησης των προσωπικών βιωμάτων των ίδιων των γηγενών μαζί του, αξίζει να τονισθεί επίσης η προσπάθεια της συγγραφέως για όσον το δυνατόν λιγότερης παρέμβασης σε αυτά προκειμένου να επιτευχθεί στο μέγιστο η αρτιότερη επαφή του αναγνωστικού κοινού με τον με τον μεγάλο αυτό λυρικό ποιητή.

Ο Άγγελος Σικελιανός γεννήθηκε στη Λευκάδα στις 15-3-1884. Γιος του Ιωάννη Σικελιανού και της Χαρίκλειας το γένος Στεφανίτση έμαθε τα πρώτα του γράμματα κοντά στον πατέρα του. Στη Λευκάδα ολοκλήρωσε το Δημοτικό σχολείο, το Ελληνικό Σχολείο και το Γυμνάσιο. Κατά τη διάρκεια της εφηβείας του άρχισε η πρώτη ενασχόλησή του με την ποίηση. Το 1933 φτάνει στη Σαλαμίνα, το νησί που θα αποτελέσει για εκείνον σημαντικό κομμάτι για τη ζωή του. Γνωρίζεται με τους ντόπιους, συνάπτει σχέσεις μαζί τους και γίνεται ο αγαπημένος τους!

Η απαρχή του Σικελιανού στο νησί

Το Μάϊο του 1927 (και 1930) και σε μία προσπάθεια αναβίωσης της Δελφικής Ιδέας, που εξέφραζε παγκόσμια ελευθερία και αδελφοσύνη στους λαούς της Γης μαζί με την πρώτη του σύζυγο, Εύα Πάλμερ – Σικελιανού, οργάνωσαν στο χώρο των Δελφών τις Δελφικές Γιορτές (Πάλμερ-Σικελιανού, 1992). Ωστόσο, αυτό το εγχείρημα εξάντλησε οικονομικά το ζευγάρι και η Εύα αναγκάστηκε να φύγει για την Αμερική ώστε να μπορέσει να εξοικονομήσει χρήματα και να επιστρέψει για να συνεχίσουν αυτή τη μεγάλη ιδέα (Γεράσιμος, 1981).

Έτσι, ο Σικελιανός αποκαμωμένος από τις περιπέτειες των Δελφικών εορτών και με χαμένη  την ανθηρότητα των οικονομικών του, με απογοητεύσεις και πικρίες, με την Εύα Πάλμερ μακριά του, στην Αμερική από το 1933 αλλά και γεμάτος ακόμη με τα οράματά του, την  ορμή και την πίστη του για δημιουργία, ψάχνει να βρει ένα τόπο περισυλλογής και ηρεμίας, ένα περιβάλλον που να τον εμπνέει και να τον αναζωογονεί. Αυτό το μέρος έμελλε να είναι η Σαλαμίνα, το όμορφο κι ευλογημένο νησί του Σαρωνικού, το νησί του Ευριπίδη καθώς και ο τόπος της κοσμοϊστορικής ναυμαχίας. Όπως συνήθιζε να εξιστορεί και ο ίδιος, το συγκεκριμένο νησί το διάλεξε όντας γοητευμένος  απ’ τους  ανθρώπους  και  απ’ την ομορφιά  του τοπίου ενώ συχνά αποτελούσε το αποκούμπι του, ιδίως με την καταφυγή του στη μονή της Παναγίας Φανερωμένης, εφόσον είναι χώρος εντυπωσιακός, που αποπνέει μαγεία, περισσή ιερότητα και μυσταγωγία (Σικελιανού, 1961).

Καταπώς φαίνεται η μαγεία της φεγγαρόλουστης θάλασσας, το γαλανό του ουρανού που έμοιαζε να ακουμπά τα χωράφια, η  μυσταγωγία του μοναστηριού,  οι ουράνιοι  ήχοι της  καμπάνας,  οι απλοϊκοί  άνθρωποι του νησιού όπως και η γνωριμία του με την Άννα, συντέλεσαν στο να γίνουν οι σύντροφοι των τελευταίων χρόνων της ζωής του. Επίσης, όλα τα παραπάνω στάθηκαν και αίτια της έμπνευσής του, συντελεστές  δημιουργίας των αριστουργημάτων του: «Μελέτη θανάτου», «Στο έρμο χωράφι»,  «Πρωτιά», «Τη γραμμή από το μέτωπο», «Αντιστασια-κά», καθώς και των θαυμάσιων τραγωδιών του «Ο Χριστός στη  Ρώμη» και «Ο  θάνατος του Διγενή».

*Νοέμβριος 1949, Περιοχή Φανερωμένη, ο Σικελιανός με τον ιατρό Μιχαλάκη και τον φαρμακοποιό Παπανικολάου. (Πηγή: Αρχείο Παπανικολάου)

 

Εγκατάσταση στο νησί και φιλίες

Ο Σικελιανός εγκαταστάθηκε στο σπιτάκι της παραλίας της Μονής Φανερωμένης, το οποίο του παραχωρήθηκε από τον μοναχό Αμβρόσιο. Από τις πρώτες ημέρες της διαμονής του στο νησί γνωρίζεται με καθημερινούς ανθρώπους αλλά και ανθρώπους  των  γραμμάτων  και αναπτύσσει γνωριμίες, φιλίες και κουμπαριές που παρέμειναν άσβηστες (Σικελιανού, 1961).  Σημαντική χαρακτηρίζεται η γνωριμία του με  τον ταξιτζή  Γιάννη  Κριέλα, ο οποίος έγινε ο μόνιμος μεταφορέας του στο νησί και μεταξύ τους αναπτύχθηκε  μεγάλη  φιλία  που  κατέληξε  σε διπλή κουμπαριά. Οι γιοί του δάσκαλου Γιάννη Σαλτάρη, Νίκος (μουσικολόγος, λαογράφος ) και  Ανδρέας (δικηγόρος, ποιητής), γνώριμοι του Κωστή Παλαμά, μαθαίνοντας τον ερχομό του Σικελιανού στη  Σαλαμίνα ήρθαν σε  επικοινωνία μαζί του. Τότε ερχόταν  συχνά – πυκνά  στο νησί  με  τη  Ναυσικά, κόρη του Κωστή Παλαμά, αλλά και με πνευματικούς του φίλους από την Αθήνα. Η φιλία  του με την οικογένεια Σαλτάρη υπήρξε από τις πιο ισχυρές που και αυτή κατέληξε σε διπλή  κουμπαριά (Μιχαλάκη-Σαλτάρη, 2015). 

Ακόμη μια φιλία  του κατέληξε  σε  κουμπαριά είναι αυτή με την  οικογένεια του Κώστα Σοφρά (Κολέα). Κατά τη διάρκεια διαμονής του στη Φανερωμένη, γνωρίζεται  με  την  οικογένεια του Αργύρη Τούτση. Ο Αργύρης, τότε, νοίκιαζε από την Μονή μία έκταση που την καλλιεργούσε για να ζήσει την οικογένειά του και ο γιός του, ο Φίλιππας (φοιτητής της νομικής), γίνεται αγαπητός φίλος του  Άγγελου  και μέσω αυτού  ο δεσμός φιλίας κατέληξε σε κουμπαριά με την οικογένεια του αδελφού του Γιώργη Τούτση (Τούτσης, 2012).

Η καθημερινότητα στο νησί

Ο Σικελιανός ήταν άνθρωπος απλός, ανοιχτόκαρδος, ευπροσήγορος και νοιαζόταν για όλους. Παρά το γεγονός πως μέσα από το έργο και τις ιδέες του εκπροσωπούσε κυρίως τους «ανθρώπους των γραμμάτων», αυτό δεν τον εμπόδισε να πλησιάζει και τους απλούς, καθημερινούς κατοίκους του νησιού, τους εργάτες και να ανοίγει διάλογο μαζί τους για τις δουλειές και για τη ζωή τους.

Αξίζει δε να αναφερθεί το ενδιαφέρον του και για την μελισσοκομία! Μάλιστα, καθώς ήθελε να μάθει πως βγαίνει το  μέλι, συχνά πήγαινε στο περιβόλι του Σπύρου Παπανικολάου για να πάρει αγκινάρες και παράλληλα να κάνει μαθήματα μελισσοκομίας. Σύμφωνα με την αυτοπτική μαρτυρία του ιδίου (Παπανικολάου, 2015), είχε την τύχη μαζί με τους συμμαθητές του Γιώργο Χατζή,  Νίκο Παναγιώτεζα, και Ανδρέα  Σοφρά να παρακολουθήσουν τις Δελφικές εορτές του 1930. Γεγονός που, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, τότε δεν προμήνυε σε κανένα βαθμό ότι λίγα χρόνια αργότερα θα συναναστρεφόταν με τη λαμπερή φυσιογνωμία του ποιητή που θα ζούσε στη Σαλαμίνα, ούτε πως θα γινόταν επισκέπτης στο περιβόλι του, δράττοντας την ευκαιρία να τον ζήσει στις καθημερινές του ασχολίες  και να του δίνει να οδηγεί την σούστα του με το ατίθασο άλογο (Παπανικολάου, 2015).

Άγγελος και Άννα

Το 1938 ο Άγγελος γνωρίζεται με την Άννα, όπου από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους ανάβει  ανάμεσά  τους  η  φλόγα της  αγάπης. Το  Νοέμβρη του 1938 την φέρνει  για πρώτη  φορά στο νησί.  Συνηθίζουν αρκετές ημέρες, από τον χειμώνα του 1939, να τις περνούν στη Σαλαμίνα.  Το Σεπτέμβρη του 1939 η  Άννα χωρίζει οριστικά από τον άνδρα της το γιατρό Γιώργο Καραμάνη, ενώ ο  Άγγελος ζητάει τη  συγκατάθεση της Εύας για τον δεσμό του με την Άννα και εκείνη «του στέλνει την ευχή της». Οι δυο τους ξανάρχονται στο σπιτάκι της Σαλαμίνας και μένουν  για  αρκετές ημέρες,  ώσπου η  Άννα να  γνωρίσει το νησί αλλά και τους ανθρώπους που μέχρι τότε ο Άγγελος συναναστρεφόταν (Σικελιανού, 1961).   

*Νοέμβριος 1949, Περιοχή Πέραμα Φανερωμένης, ο Σικελιανός με τον φαρμακοποιό Παπανικολάου και τη Μαρία Μιχαλάκη-Σαλτάρη. (Πηγή: Αρχείο Παπανικολάου)

Ο Σικελιανός και οι παρέες του στο νησί

Ήδη είχε  γίνει κουμπάρος με τον Κώστα Σοφρά, αφού στις 10 Μαϊου το 1938 του είχε βαφτίσει την κόρη του Αναστασία (Τασούλα), στη Φανερωμένη.  Το μυστήριο της βάφτισης τέλεσε ο πατήρ Νεόφυτος Σάλτας. Ο Κώστας είχε ένα βαρκάκι, που μ’ αυτό τα βράδια πήγαινε τον Άγγελο  και την  Άννα  σεργιάνι  στο φεγγαρόφωτο, απολαμβάνοντας έτσι την ευτυχία τους.  Στις 5 Δεκεμβρίου του 1938 πάντρεψε τον καρδιακό του φίλο και οδηγό Γιαννάκη Κριέλα με  την  Κατερίνα Γραμματικού και ο γάμος έγινε στο σπίτι της νύφης από τον παπά της ενορίας του Αγίου Μηνά, Γεώργιο Πρεβεδώρο (Κριέλα, 2010). Ένα ακόμη ζευγάρι που έκανε παρέα με τον ποιητή ήταν ο κυρ Θανάσης με την κυρά Νίκη, δύο απλοϊκοί άνθρωποι, που ήρθαν ναυαγισμένοι από τα Δωδεκάνησα, έμεναν σ’ ένα  καλυβάκι λίγο πιο πάνω από το παράσπιτο όπου ο Άγγελος το χρησιμοποιούσε για να γράφει. Οι δύο αυτοί φίλοι του ποιητή, βοηθούσαν τον ίδιο και την Άννα σε διάφορες δουλειές όλα τα χρόνια που έμειναν στη Σαλαμίνα.

Αξίζει να αναφερθεί πως, δυτικά, σιμά από το μοναστήρι υπήρχαν δυο ταβέρνες όπου ο  Άγγελος πήγαινε συχνά και καθόταν εκεί, είτε πίνοντας τον καφέ του, είτε γράφοντας. Αυτές ανήκαν στον Παναγιώτη Σκαλίθρα και στο Σωτήρη Παπασωτηρίου με το προσωνύμιο “Πούφης” που είχε έντεκα παιδιά και γι’αυτό η ταβέρνα του επιγραφόταν «Τα έντεκα αδέλφια».  Τα παιδιά του κυρ Σωτήρη, όταν πήγαινε ο Άγγελος εκεί  για  να  γράψει, του τραβούσαν τα χαρτιά και εκείνος τους έδινε καραμέλες. Η γυναίκα του Σκαλίθρα, η κυρά Καλλιόπη, είχε πάντα μόνιμα ένα τραπεζάκι στρωμένο για τον  Άγγελο (Μιχαλάκη-Σαλτάρη, 2015).

Δίπλα στο μοναστήρι υπήρχε και ένα μικρό σπίτι, όπου έμεναν ο κυρ Αγησίλαο Λεοντογιαννάκος  με τη  γυναίκα του την κυρά Μαρία, καλοί κι αυτοί γείτονες και φίλοι του Σικελιανού στη Φανερωμένη.  

Το έτος 1938 έρχεται αυτοεξόριστος στη Μονή Φανερωμένης ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Δαμασκηνός  Παπανδρέου και μένει εκεί μέχρι το 1941. Ο Δαμασκηνός  με τον Σικελιανό κάνουν καθημερινή παρέα και συχνάζουν στο ταβερνάκι του Παναγιώτη Σκαλίθρα, όπου και κουβεντιάζουν τα γεγονότα, και τους προβληματισμούς τους. Περπατούν συχνά – πυκνά  μαζί στη διαδρομή  από το μοναστήρι μέχρι τα τελευταία πεύκα του Περάματος, στα αποκαλούμενα  «πεύκα  της  Αμαλίας»,  περιοχή παραθερισμού της βασίλισσας Αμαλίας.

Η καθημερινότητα του ζευγαριού και οι δεσμοί τους με οικογένειες του νησιού

Στις 18 Ιουνίου του 1940,  ο  Άγγελος  και η  Άννα ενώνουν την αγάπη τους με τα δεσμά του γάμου, στο  εκκλησάκι της Παναγίας, στον αρχαιολογικό χώρο της Ελευσίνας.  Μια αγάπη που  έχει φωλιάσει σ’ αυτό το απόμερο παλατάκι άκρη – άκρη στη θάλασσα της Φανερωμένης και που κλείνει μέσα του την ευτυχία, τη  θαλπωρή και τον παράδεισο.

Η ζωή και η καθημερινότητα του ζευγαριού κυλάει απλά, ήρεμα και γαλήνια. Αναλυτικότερα, ο  Άγγελος, έπειτα από το πρωινό του, πηγαίνει στο παράσπιτο που είναι το γραφείο του και δουλεύει ως αργά, ενώ η Άννα ασχολείται με τις  δουλειές του σπιτιού. Τα βράδια κάθονται μπροστά στο τζάκι, κάτω από το φως της λάμπας και ο Άγγελος μιλάει για τη μεγάλη Ποίηση (Σικελιανού, 1961). Μαζί με τους αδερφούς Νίκο και Ανδρέα Σαλτάρη όπως και με το Φίλιππα Τούτση, που είναι σχεδόν οι μόνιμοι φίλοι του, μιλάνε για ιστορία, ποίηση, για βυζαντινή μουσική και άλλα. Οι φίλοι του έρχονται στο σπιτάκι της  Φανερωμένης και ο Άγγελος πηγαίνει στα δικά τους που είναι μέσα στην Κούλουρη (Τούτσης, 2012).

Όταν κατέβαινε στην Κούλουρη σύχναζε στο καφενείο «Κεντρικόν» του Μήτσου Σακελλάρη που ήταν στην αγορά. Για ψώνια πήγαινε στο μπακάλικο του κυρ Παναγιώτη και της κυράς Ορσίας Παπασωτηρίου (Σούρμπα), που ήταν απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Μηνά. Εκεί, δούλευε ο Μήτσος ο Σταμπάμπας, γνώριμός του από τις πρώτες μέρες που ήρθε στο νησί μιας και πήγαινε συχνά και έτρωγε στο εστιατόριο «Άρης» του πατέρα του Αντρέα Σταμπάμπα στα Παλούκια (Σταμπάμπα, 2010).   

Με αυτό τον τρόπο, οι δεσμοί  μεταξύ του Σικελιανού και των οικογενειών αυτών γίνονται στενότατοι και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι ο Αργύρης Τούτσης κάθε πρωί του πήγαινε το γάλα και ο Κριέλας τον μετέφερε σε κάθε του μετακίνηση. Ό, τι ήθελε το εμπιστευόταν σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Κάνοντας αυτές τις γνωριμίες δέθηκε με το νησί και τους ανθρώπους του και αυτό διαφαίνεται έντονα μέσα από την αλληλογραφία που είχε με αυτούς τους ανθρώπους. Ο πόθος του να γυρίζει σύντομα πίσω στο νησί  απ’ όπου κι αν βρισκόταν, ήταν έντονος, αλλά και η αγωνία και το ενδιαφέρον του να νοιάζεται και να φροντίζει απλούς γνωστούς του ανθρώπους. Ακόμη η χαρά του και η συγκίνησή του για την πνευματική κίνηση του νησιού ήταν ανείπωτες, καθώς το ζευγάρι διατηρούσε καλές σχέσεις με την ηγουμένη της μονής μιας και η  βοήθεια του Άγγελου για κάποιες ανάγκες του Μοναστηριού ήταν αμέριστη.    

Οι δυο τους με τις φιλίες και τους δεσμούς συνεχίζει τις κουμπαριές του. Η Άννα στις 28 Μαρτίου του 1941 βάφτισε την πρωτότοκη κορούλα του αγαπημένου τους φίλου και οδηγού Γιαννάκη Κριέλα και της έδωσε το όνομα Μελπομένη (Μπουμπού). Η βάφτιση έγινε στο σπίτι από τον παπά της ενορίας του Αγίου Μηνά, Δημήτριο Τσίγκο (Κριέλα, 2010).

*Νοέμβριος 1949, Περιοχή Πέραμα Φανερωμένης, ο Σικελιανός με τον φαρμακοποιό Παπανικολάου, τη Μαρία Μιχαλάκη-Σαλτάρη, τον Μιχάλη Παπαδημητρίου με το γαϊδουράκι και τον Αμβρόσιο Κανελλόπουλο (τελευταίος μοναχός της μονής Φανερωμένης). (Πηγή: Αρχείο Παπανικολάου)

 

Ο Σικελιανός και η γερμανική κατοχή

Την ευτυχία του ζευγαριού, όμως, και την ησυχία του γαλήνιου τοπίου του νησιού ήρθε να τα- ράξει ο πόλεμος (Βαρθαλίτης & Δάλκου, 2016). Τον περισσότερο καιρό του πολέμου το ζευγάρι τον πέρασε στη Σαλαμίνα, που άλλαξε όψη από τις πικρές ειδήσεις, από την πείνα, τους θανάτους την ερήμωση. Είχε σβήσει ακόμη και το λυχναράκι στο ασκηταριό του Αγίου Λαυρεντίου που συντρόφευε τις νύχτες το ζευγάρι! Ο μεγάλος βομβαρδισμός του Πειραιά βρήκε το ζευγάρι στο νησί από όπου έφυγαν μετά από δύο μέρες  για να  διαφυλάξουν το σπιτικό τους στην Αθήνα. Ωστόσο, δεν φαντάστηκαν ποτέ πως μ’ αυτήν τους την αναχώρηση θα καταδίκαζαν για πάντα το αγαπημένο τους σπιτάκι, εφόσον λίγες ημέρες απ’ την αναχώρησή, οι Γερμανοί με βάρκες απ’ το Μεγάλο Πεύκο έφτασαν στο νησί, έσπασαν τις πόρτες και λεηλάτησαν το σπίτι. Τότε, ο φίλος τους ο Γιαννάκης ο Κριέλας, φοβήθηκε να μην κάνουν τα ίδια και στο παράσπιτο που χρησιμοποιούσε ο  Άγγελος για γραφείο και μετέφερε τα βιβλία και τα χειρόγραφα του, στο σπίτι του στην Κούλουρη. Κατά τον  βομβαρδισμό των Εγγλέζων χτυπήθηκε και το σπίτι του Κριέλα και ό, τι απέμεινε από το αρχείο του Άγγελου τα μετέφερε αυτός στο σπίτι του άλλου φίλου του, Νίκου Σαλτάρη. Αυτά που απέμειναν απ’ το λεηλατημένο σπιτικό, ο Άγγελος και η Άννα τα  μετέφεραν στο παράσπιτο και δεν ξαναπάτησαν ποτέ τους εκεί (Μιχαλάκη-Σαλτάρη, 2015).

Όταν ήρθαν οι Γερμανοί στην Κούλουρη, κάποιοι αξιωματικοί απ’ αυτούς εγκαταστάθηκαν στο σπιτάκι και είχαν υπό την επιτήρησή τους το μοναστήρι, που το είχαν περιφράξει με υψηλούς  στύλους και διπλό συρματόπλεγμα. Ο λόγος που το έκαναν αυτό, ήταν ότι σε περίπτωση που οι Σαλαμίνιοι ξεσηκώνονταν εναντίον τους, θα  χρησιμοποιούσαν το μοναστήρι για χώρο συγκέντρωσης των κρατουμένων. Ο Άγγελος, που τόσο αγαπούσε το νησί, έκλαψε γι’ αυτή την καταστροφή, όπως έκλαψε και για τα άλλα σπίτια της Συκιάς και των Δελφών. Τα οικονομικά του ζευγαριού ήταν πενιχρά και για να ζήσουν άρχισαν να πουλούν διάφορα πράγματα. Η ζωή στην Αθήνα ήταν αφόρητη, υπήρχαν παντού σκουπίδια, κουρέλια, φτώχεια, πείνα και θάνατος. Έτσι, λοιπόν, το ζευγάρι ξαναγύρισε στο νησί που ήταν γι’ αυτούς το αποκούμπι τους, κοντά στους αγαπημένους τους  φίλους. Πότε ο  Άγγελος και πότε η Άννα, πήγαιναν στην Κούλουρη για κανένα χορταρικό, για καμιά ντομάτα ή κανένα σταφύλι και μαζί με τις παραγγελίες, ο ποιητής επέστρεφε πάντα με κάτι διαφορετικό, όπως ένα γαρύφαλλο, μ’ ένα κλωνί βασιλικό και καμιά ιστορία αλλιώτικη που του είχαν διηγηθεί οι Κουλουριώτες φίλοι του (Σικελιανού, 1961).

Στις 23 Αυγούστου του 1941 – γιορτή του Μοναστηριού – ήρθε ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, που είχε ξαναπάρει τον θρόνο του έπειτα από την αυτοαπομόνωσή του στο νησί, να ιερουργήσει  στη χάρη της Παναγίας Φανερωμένης και να χειροτονήσει έναν φίλο του Δεσπότη. Ήταν μια μέρα αξέχαστη μέσα στη σκοτεινιά  εκείνης της εποχής. Η εκκλησία ήταν κατάμεστη από κόσμο. Γύρω σ’ ένα ημικύκλιο κάθονταν καμιά δεκαριά δεσπότες με τα πλούσια άμφιά τους και στην ωραία πύλη δέσποζε ο Αρχιεπίσκοπος. Την ώρα που όλοι φώναξαν «Άξιος, άξιος», ο Άγγελος  φώναξε από τα κατάβαθα της καρδιάς του «Άξιοι, άξιοι» (Σικελιανού, 1961).

Η ζωή του  Άγγελου και της Άννας κυλούσε απλή, λιτή στο παράσπιτο που ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο, με ένα τζάκι, ένα κρεβάτι κι ένα μεγάλο τραπέζι για γραφείο στη μέση. Δυστυχώς, ποτέ του δεν απέκτησε ένα γραφείο όπως και το επιθυμούσε καθώς το πιο μεγάλο γραφείο που είχε  ήταν αυτό στο παράσπιτο της Σαλαμίνας. 

Ο χειμώνας εκείνος, ωστόσο, δεν ήταν ο πιο σκληρός της Κατοχής, απλά το ζευγάρι υπέφερε πολύ, γιατί ήταν άμαθο από πείνα και κρύο. Παρ’ όλα αυτά, ο Άγγελος ποτέ δεν παραπονέθηκε για την σκληρή φτώχεια της Κατοχής.

Το Μάιο του 1942 ο Άγγελος και η Άννα φεύγουν στην Αίγινα, όπου έμειναν στο σπίτι του ζωγράφου Παναγιώτη Καλμούχου, κοντά στο σπίτι του Νίκου Καζαντζάκη και της Ελένης Σαμίου (Γεράσιμος, 1981). Ο Άγγελος και η Άννα μένουν εκεί μέχρι τον Οκτώβριο και κατά τη διάρκεια της διαμονής εκεί ο νους τους έτρεχε πίσω στο γλυκό και φιλόξενο τοπίο της Κούλουρης, αλλά και στους απλοϊκούς και ανοιχτόκαρδους ανθρώπους με τις βαθιές ρίζες στην παράδοση που διατηρούσαν ζωντανή σε κάθε τους έκφραση, από τα χαρμόσυνα έθιμα του γάμου μέχρι τα τραγικά αρβανίτικα μοιρολόγια.  Ακόμη ανεξίτηλη ήταν σ’ αυτούς η εικόνα της χρυσοκέντητης φορεσιάς του νησιού που μέχρι τότε φορούσαν οι Κουλουριώτισσες!

Ο Σικελιανός αποχαιρετά τον Παλαμά

Στα μέσα του Οκτώβρη του 1942 επιστρέφουν στην Αθήνα έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τον σκληρό χειμώνα του ’43 που έφερε θάνατο, αρρώστιες και σκοτωμούς. Η ζωή τους μοιράζεται ανάμεσα σε Αθήνα και Σαλαμίνα. Επισκέπτονται πολύ συχνά το σπίτι του Κωστή Παλαμά, που η υγεία του όλο και χειροτέρευε από την κακοπέραση και την εξάντληση. Πρώτα, έφυγε η γυναίκα του κι ας έμοιαζε πιο στέρεη. Ο Άγγελος από τη μεριά του κάνει ό, τι μπορεί για να βοηθήσει τον  αγαπημένο του φίλο και συγκεκριμένα πηγαίνει στη Σαλαμίνα και ζητάει απ’ τον κυρ Σπύρο Παπα-νικολάου να του δώσει μέλι για τον άρρωστο φίλο του. Ο κυρ Σπύρος με πολύ χαρά δέχεται και βάζει το μέλι σ’ ένα πορσελάνινο βάζο με χρωματιστά λουλουδάκια και του το δίνει (Παπανικολάου, 2015). Ουσιαστικά αυτό ήταν το τελευταίο δώρο του Άγγελου προς τον αγαπημένο του φίλο, αφού μια εβδομάδα μετά πήρε το μήνυμα για το θάνατό  του, στις 28 Φεβρουαρίου του 1943. Την ίδια μέρα η αρτηριακή  πίεση του Άγγελου ανεβαίνει σε επικίνδυνο σημείο, κάνει αφαίμαξη και πηγαίνουν μαζί με την Άννα στην κηδεία, όπου ο ταλαιπωρημένος λαός της Αθήνας είχε μαζευτεί για τον τελευταίο  αποχαιρετισμό στον εθνικό ποιητή. Εκεί, ο Άγγελος βροντοφωνεί τον εγερτήριο παιάνα του: “Ηχήστε οι σάλπιγγες…” (Βαρθαλίτης & Δάλκου, 2016).

Η ταραγμένη υγεία του Σικελιανού και η επιστροφή του ζεύγους στο νησί

Το καλοκαίρι του’43, ο Άγγελος και η Άννα το περνούν στην Κηφισιά. Η υγεία του Άγγελου  καλυτερεύει, παραστέκεται στους ανθρώπους και με την πίστη του εμψυχώνει τα παιδιά που ξεσηκώθηκαν να πολεμήσουν στα βουνά και στις πόλεις τον κατακτητή. Αυτή την περίοδο είχε συχνές επαφές με τον κουλουριώτη φίλο του Φίλιππα Τούτση στην Αθήνα, όπου συζητούσαν για την όλη κατάσταση. Στις 15 Μαϊου του 1944, οι Γερμανοί συλλαμβάνουν τον Φίλιππα μετά από προδοσία, κρυπτόμενο σε κουλουριώτικο διαμέρισμα του Κολωνακίου και μετά από βασανιστήρια στην οδό Μέρλιν και από εκεί στο Χαϊδάρι, τον εκτελούν στο Κριεκούκι με άλλους τέσσερις, στις 27 Μαϊου 1944, κάτι που πίκρανε πολύ τον Σικελιανό. Από την αλληλογραφία που είχε ο Φίλιππας με τον Άγγελο δεν διασώθηκε τίποτα, γιατί οι Γερμανοί ύστερα από έφοδο που έκαναν στο σπίτι  του, κατάσχεσαν όλα τα βιβλία και τα χειρόγραφά του (Τούτσης, 2012). Σε μια εκδήλωση προς το τέλος του 1944, παθαίνει μια σοβαρή κρίση που παραλύει την αριστερή του πλευρά. Έτσι, κάτι οι λόγοι της υγείας και κάτι τα  γεγονότα της εποχής κρατούν το ζευγάρι μακριά από το αγαπημένο τους νησί. Τη χρονιά αυτή το μοναστήρι της Φανερωμένης από ανδρώο γίνεται γυναικείο και ηγουμένη αναλαμβάνει η φωτισμένη Χριστονύμφη Τσιγκέλη, που με την Άννα ανέπτυξε μεγάλη φιλία που κράτησε μέχρι το θάνατο. 

Το χειμώνα του 1945, απομονώνεται σ’ ένα σπιτάκι στο Π. Φάληρο για ξεκούραση και για να δουλέψει τον «Χριστό στη Ρώμη».  Το καλοκαίρι του ’45 το περνούν στην Κηφισιά, όπου ο καθαρός αέρας, η ξεκούραση και το λιγοστό περπάτημα έκαναν το θαύμα τους και έτσι η υγεία του  καλυτερεύει και το φθινόπωρο ξαναγυρνούν στο αγαπημένο τους νησί για να τελειώσει τον «Χριστό στη Ρώμη». Εκεί, ξαναβρίσκει τους αγαπημένους και καρδιακούς του φίλους. Την εποχή αυτή, ακόμη, γνωρίζει την οικογένεια της χήρας Βαγγελιώς Περάματζη που πήγαινε και βοηθούσε συχνά στο μοναστήρι. Το ζευγάρι γίνονται φίλοι με την κυρά Βαγγελιώ και όταν πήγαιναν για ψώνια στην Κούλουρη, στο μπακαλικάκι του κυρ Παναγιώτη, περνούσαν απ’ το σπίτι της που ήταν παραδίπλα και της έλεγαν πάντα μια καλημέρα. Στις 15 Δεκεμβρίου του 1945, παντρεύουν την  αγαπημένη τους φίλη Μαρία Σαλτάρη με τον γιατρό Αργύρη Μιχαλάκη. Ο γάμος έγινε στον Ι. Ναό του Αγίου Ανδρέα από τον πατέρα Νικόλαο Κωνσταντινίδη (Σικελιανού, 1961).   

Από την φιλία και  κουμπαριά με  τον γιατρό Αργύρη Μιχαλάκη γνωρίζεται και με την οικογένεια του φαρμακοποιού Βασίλη Παπανικολάου και μεταξύ τους αναπτύχθηκε μια μεγάλη φιλία. Ο Βασίλης Παπανικολάου αποθανάτισε με την φωτογραφική του μηχανή τις τελευταίες στιγμές του Άγγελου κατά την παραμονή του στο νησί, τον Νοέμβριο του 1949 (Καλαντζή-Μιχαλάκη, 2015).

Ο παροδικός αποχωρισμός του από την Άννα και η ζωή μεταξύ Αθήνας και Σαλαμίνας

Ο Σικελιανός μένοντας στο νησί – ανάμεσα στους αγαπημένους του φίλους – τελειώνει το έργο του ο «Χριστός στη Ρώμη» που κυκλοφόρησε το Μάρτιο του  1946 και τις Απόκριες του ίδιου έτους καλεί στο νησί φίλους του από την Αθήνα, για να  παρακολουθήσουν τον παραδοσιακό «χορό της τράτας» που γινόταν στην παραλία του νησιού από κοπέλες που φορούσαν τη χρυσοκέντητη παραδοσιακή φορεσιά. Στις 23 Απριλίου του ’46  βαφτίζει τον γιο του Γιώργου Τούτση, αδελφού του αγαπημένου του και αδικοσκοτωμένου φίλου του Φίλιππα και δίνει στο παιδί το όνομα «Φίλιππας» σε ανάμνηση του φίλου του (Τούτσης, 2012). Η βάφτιση έγινε στον Ι. Ναό του Αγίου  Μηνά από τον παπά της ενορίας Δημήτριο Τσίγκο. Το καλοκαίρι του ’46 ματαιώνεται η  υποψηφιότητά του για το βραβείο Νόμπελ, κάτι που τον πίκρανε ιδιαίτερα. Τον ίδιο καιρό η  Άννα στήνει τον αργαλειό της για να δουλέψει, ώστε να μπορέσουν να επιβιώσουν ύστερα από τις κακουχίες της  κατοχής. Έτσι, ο Άγγελος μένει στη Φανερωμένη και η Άννα στην Αθήνα (Σικελιανού, 1961). Το τέλος του ’46 του επιφυλάσσει άλλο ένα δυσάρεστο γεγονός στη ζωή του, καθώς στις 3 Δεκεμβρίου χάνει ακόμα έναν καρδιακό του φίλο, μέλος της αγαπημένης του οικογένειας Σαλτάρη, τον Αντρέα. Ο Σικελιανός, συντετριμμένος, τον αποχαιρετά στον Άγιο Μηνά με ένα συγκλονιστικό και σπαραχτικό επικήδειο λόγο (Μιχαλάκη-Σαλτάρη, 2015). 

Το 1947, η  ζωή του μοιράζεται μεταξύ Αθήνας και Σαλαμίνας. Λεπτομερέστερα, το Μάιο εκλέγεται πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και ήταν η χρονιά που έγραψε την τραγωδία «Ο Θάνατος του Διγενή». Για τη συγγραφή της αποσύρθηκε και πάλι στο αγαπημένο του νησί, γιατί αυτή τη φορά έπρεπε να προσηλωθεί ακόμα πιο πολύ στο στόχο, να ζήσει απόλυτα στη μοναξιά του. Για την επιτέλεση αυτού, ζήτησε άσυλο μέσα στο μοναστήρι, όπου ο σεβαστός φίλος του Ιάκωβος, Μητροπολίτης Αττικής, Μεγαρίδος και Σαλαμίνος του παραχώρησε το δεσποτικό. Εγκατεστημένος εκεί, για αρκετό καιρό, δημιουργούσε και οι μοναχές του μοναστηριού τον φρόντιζαν με αφοσίωση. 

Που και που κατέβαινε στην Κούλουρη, στον φίλο του Νίκο Σαλτάρη και στον κουμπάρο του γιατρό Αργύρη  Μιχαλάκη. Δίπλα από το σπίτι του γιατρού, ανοίγει δικό του μαγαζί ο άλλος αγαπητός του φίλος Μήτσος Σταμπάμπας με τη γυναίκα του Κυριακούλα και εκείνος πήγαινε και ψώνιζε εκεί. Το μαγαζί του Σταμπάμπα το είχαν κάνει  στέκι τους, καθώς μόλις πήγαινε ο Άγγελος εκεί, μαζεύονταν κι άλλοι φίλοι του για να τον δουν και να κουβεντιάσουν μαζί του (Σταμπάμπα, 2010). Η Άννα, τότε, πήγαινε στο νησί μόνο τα Σαββατοκύριακα και εκείνος τις διάβαζε χορικά από την τραγωδία  που ετοίμαζε.

Τον Αύγουστο του ’47  πήγε στην Ελβετία για να μιλήσει σε  ένα Συνέδριο και όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, ξαναπήγε στο νησί, με σκοπό να γράψει τις τελευταίες σκηνές του Διγενή που εκδόθηκε στις αρχές του 1948. Το Δεκέμβρη του ίδιου έτους ξανανεβαίνει επικίνδυνα η πίεση και ο γιατρός του συνιστά ξεκούραση σε εξοχή. Τότε, ο Άγγελος έμενε στην Κηφισιά για ανάρρωση, μα η  αρρώστια προχωρούσε ύπουλα, κάτι που τον οδήγησε για πρώτη φορά στο Νοσοκομείο «Παμμακάριστος». Εκεί, η φροντίδα των γιατρών έφερε καλά αποτελέσματα!   

Τον Απρίλιο του 1948 κατεβαίνουν στη Σαλαμίνα, όπου περνούν εκεί το Πάσχα. Στις 16  Μαϊου βαφτίζει την κορούλα του αγαπητού και καρδιακού του ζευγαριού Αργύρη και Μαρίας Μιχαλάκη και την ονομάζει Ορσία. Η βάφτιση έγινε στο μοναστήρι της Φανερωμένης από τον πατέρα Ανδρέα Χατζηκωνσταντινίδη. Το καλοκαίρι στη Φανερωμένη η ζέστη είναι υγρή και βαριά και  έτσι, το ζεύγος Σικελιανού αναγκάζεται να περάσει το καλοκαίρι του αυτό στους Αγίους Θεοδώρους και ξαναγυρνούν στο νησί το φθινόπωρο. Ο Άγγελος μένει κοντά στους αγαπημένους  του φίλους, όπου τον επισκέπτεται συχνά ο Νίκος ο Σαλτάρης και του πάει μελόπιτες, ενώ φίλοι του από την Αθήνα τον επισκέπτονται και τον συντροφεύουν. Οδηγός του, τότε, ήταν ο Γιάννης Κορρός (Κορρογιάννης) που είχε νοικιάσει το ταξί του Κριέλα, μια και ο τελευταίος τότε εργαζόταν σε φορτηγό (Μιχαλάκη-Σαλτάρη, 2015). 

Η πορεία προς το θάνατο

Το Φεβρουάριο του 1949 ομιλεί στην αίθουσα του Γαλλικού Ινστιτούτου και την άνοιξη η κατάσταση της υγείας του φαίνεται αρκετά βελτιωμένη. Γι’αυτό, επιχειρεί και κάνει διάφορες ομιλίες. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους, όπου είναι και το τελευταίο της διαμονής του στο νησί που τόσο αγάπησε, το περνά και πάλι στη Σαλαμίνα για να ξεφύγει από τη ζέστη της Αθήνας. Το χειμώνα επιστρέφει στην Αθήνα, – με μία τελευταία επίσκεψη στο νησί το Μάρτιο του 1950 – ήταν μια επιστροφή  χωρίς γυρισμό, αφού άρχιζε μια οδυνηρή πορεία προς το θάνατο.

Το κορμί του και τα βήματά του γίνονταν πιο βαριά και πιο κουρασμένα και έτσι, το Μάιο του 1950 προσβάλλεται από συμφόρηση και μένει παράλυτος. Τον επόμενο μήνα, η κατάστασή του παρουσιάζει μια μικρή βελτίωση και το καλοκαίρι το περνούν στην Κηφισιά. Εφόσον, τα οικονομικά τους είναι πολύ δύσκολα η  Άννα αναγκάζεται να κατεβαίνει πρωί στην Αθήνα, όπου εργάζεται και ν’ ανεβαίνει αργά. Ο Σικελιανός βρίσκεται καθηλωμένος από την κατάσταση της υγείας του, δεν μπορεί να βαδίσει και η ζωή του γίνεται μαρτυρική (Βαρθαλίτης & Δάλκου, 2016). Οι αγαπημένοι του φίλοι απ’ το νησί τον επισκέπτονται πότε – πότε στην  Αθήνα, αλλά είναι πολύ δύσκολο γι’ αυτούς να πιστέψουν πως ο άνθρωπος που τόσα χρόνια αγάπησαν και θαύμαζαν είναι ανήμπορος.

Τον Ιούνιο του 1951 παίρνει λάθος φάρμακο που του φέρνει μεγάλη διαταραχή και μεταφέρεται στη κλινική «Παμμακάριστος», όπου πεθαίνει στις 19 Ιουνίου ώρα 8 μ. μ. (Σικελιανού, 1961). Οι άνθρωποι του νησιού που τόσο αγάπησε και λάτρεψε τον έκλεισαν για πάντα μέσα στις  καρδιές τους, όπως τον έκλεισε όλος ο κόσμος της  Ελλάδας και κάθε πνευματικός άνθρωπος απανταχού της γης.


Βιβλιογραφικές Αναφορές

Βαρθαλίτης, Γ. & Δάλκου, Ε. (2016). Ο Ποιητής Άγγελος Σικελιανός 1884-1951. Αθήνα: Εκδόσεις Γαβριηλίδης.

Γεράσιμος, Γ. (1981). Σικελιανός 1884-1951. Λευκάδα: Εκδόσεις Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών.

Καλαντζή-Μιχαλάκη, Λ. (2013). Τοπική ακουστική μαρτυρία κατοίκου του νησιού. Σαλαμίνα.

Κριέλα, Μ. (2010). Τοπική ακουστική μαρτυρία κατοίκου του νησιού. Σαλαμίνα.

Μιχαλάκη-Σαλτάρη, Μ. (2015). Τοπική ακουστική μαρτυρία κατοίκου του νησιού. Σαλαμίνα.

Πάλμερ-Σικελιανού, Ε. (1992). Ιερός Πανικός. Αθήνα: Εκδόσεις Εξάντας.

Παπανικολάου, Σ. (2015). Τοπική ακουστική μαρτυρία κατοίκου του νησιού. Σαλαμίνα.

Σικελιανού, Α. (1961). Η Ζωή μου με τον Άγγελο. Αθήνα: Εκδόσεις Εστία.

Σταμπάμπα, Κ. (2010). Τοπική ακουστική μαρτυρία κατοίκου του νησιού. Σαλαμίνα.

Τούτσης, Δ. (2012). Τοπική ακουστική μαρτυρία κατοίκου του νησιού. Σαλαμίνα.