Άρθρο: Ελένη Μπίλλια

Φιλόλογος, Πρόεδρος Βιβλιοθήκης-Μουσείου Λαϊκής Τέχνης & Ιστορίας Δήμου Σαλαμίνας

Επιμέλεια: Δέσποινα Πάνου

Κοινωνική Ανθρωπολόγος


Με αφορμή την προ ολίγων ημερών επέτειο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και τον επίπονο αγώνα των προγόνων μας για να απελευθέρωσή τους από τον τουρκικό ζυγό, παρακάτω παρατίθενται λίγα λόγια για τη συμβολή της Σαλαμίνας στην Επανάσταση αυτή.

Στις παραμονές της Επανάστασης του 1821, αλλά και νωρίτερα, η Σαλαμίνα είχε μεγάλη οικονομική άνεση. Αυτή οφειλόταν κυρίως στο εμπόριο κατραμιού (=πίσσας) προς τους Τούρκους αλλά και στο πιο ελεύθερο καθεστώς που είχε σε σχέση με τις υπόλοιπες τουρκοκρατούμενες γύρω περιοχές. Διέθετε σχεδόν πλήρη αυτοδιοίκηση, αποτελούμενη από τετραμελή επιτροπή με Σαλαμίνιους πολίτες και έναν Τούρκο αξιωματούχο, γεγονός που συντέλεσε στο να μην σημειωθούν σημαντικές/ιδιαίτερες εχθροπραξίες στην περιοχή αυτή (Παντελή, 2003). Είχε, επίσης, αρκετά πλοία και διατηρούσε στενές σχέσεις με τα άλλα νησιά του Αργοσαρωνικού, όπως την Ύδρα και τις Σπέτσες, καθώς  και με την Αθήνα.

Ενδιαφέρον αποτελεί το γεγονός ότι ήταν τόπος καταφυγής για τους αμάχους, αλλά και ξεκούρασης και ανασύνταξης για πολλούς αγωνιστές και κυρίως για τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, που είχε εδώ και το στρατηγείο του και συγκεκριμένα στην παραλία της Κούλουρης απέναντι από τη Σκάλα τη Μεγάλη (Κανάκη & Κανάκης, 1995).

Η Κούλουρη, πιο συγκεκριμένα, έλαβε μέρος στην Επανάσταση έξω από το νησί, κυρίως στην Αττική. Μάλιστα, οι Σαλαμίνιοι συγκρότησαν άμεσα ένα ετοιμοπόλεμο στρατιωτικό σώμα, που χωρίστηκε σε δύο ομάδες όπου η μία εξ αυτών, ηγήθηκε από τον ηγούμενο Γρηγόριο της Μονής Φανερωμένης, ο οποίος κινήθηκε μαζί με τους Μεγαρίτες προς την Κόρινθο.

Αναφορικά, στις 26 Απριλίου του 1821, ένα μήνα μετά την έναρξη της Επανάστασης στον Μοριά, οργανώθηκε ο αγώνας των Σαλαμινίων με Αρχηγό τον Γιωργάκη Γκλίστη, που με μια ομάδα αποτελούμενη από 150 Σαλαμίνιους, καθώς και με την ενίσχυση του Αναγνώστη Βιρβίλη η δύναμη αυτή διπλασιάστηκε. Κάποιοι άλλοι Σαλαμίνιοι που βοήθησαν ήταν οι: Σπύρος Παπαθανάσης, Παπαπέτρος Σακελλάριος, Σπύρος Μαυράκης, Γιαννούσης Περδικούρης, Ιωάννης Κριτσίκης, Ιωάννης Παπανικόλας, Αναγνώστης Πάλλας και ο Γιωργάκης Μάθεσης (Σοφρά-Μάθεση, 2010). Στις 24 Μαρτίου 1821, ο Γκλίστης ξεκίνησε με τα παλικάρια του για την Αθήνα, όπου ενώθηκε με άλλες ομάδες από το Μενίδι, τη Χασιά αλλά και κάποιους Κρητικούς. Από το γεγονός πως στις 25 Απριλίου πολιόρκησαν και κατέλαβαν την Αθήνα, προκύπτει ότι οι Τούρκοι κλείστηκαν στην Ακρόπολη.

Την περίοδο αυτή, περιφερόταν στην Βοιωτία ο Ομέρ Βρυώνης με στρατό τριών χιλιάδων ανδρών. Όταν έμαθε για την κατάληψη της Αθήνας από τους Έλληνες, κινήθηκε προς τα εκεί και σκόρπισε τον ελληνικό στρατό που κατέφυγε στην Σαλαμίνα και την Αίγινα. Λίγους μήνες αργότερα ο Ομέρ Βρυώνης έλαβε διαταγή να κινηθεί προς τα Ιωάννινα και τότε, την 3η Νοεμβρίου 1821, έως χίλιοι Έλληνες επαναστάτες, μεταξύ των οποίων και το σώμα των Σαλαμινίων, απέκλεισαν πάλι τους Τούρκους στο φρούριο των Αθηνών (Φωτιάδης, 2018). Αφού συνέβη αυτό, οι επιτιθέμενοι γνώριζαν ότι το κάστρο είχε πληθώρα από προμήθειες, κάτι που καθιστούσε την άλωση πρακτικά αδύνατη. Έκριναν, λοιπόν, πως κάθε αργοπορία ήταν χάσιμο χρόνου και αποφάσισαν να το κυριεύσουν με έφοδο.

Πρώτος και κύριος στόχος τέθηκε η κατάληψη του Σερπεντζέ. Η επίθεση ορίστηκε για το ξημέρωμα της 13ης Νοεμβρίου 1821, μετά την καθιερωμένη τελετή αγιασμού, και υπήρξε σφοδρότατη (Παντελή, 2003). Πίσω από τον Γκλίστη ακολουθούσαν ο Αναγνώστης Καρνέσης, ο Σπύρος Καπετάνιος, ο Σπύρος Παπανικόλας κι ο Νικόλαος Μαυράκης. Όμως, ο Γκλίστης τραυματίστηκε σοβαρά στο πόδι και μόνο τότε ελάττωσε το ανυπέρβλητο πολεμικό μένος του. Ο μεγάλος Σαλαμίνιος πολεμιστής απεβίωσε από το τραύμα του λίγες ημέρες μετά. Την μέρα αυτή της εφόδου στο Σερπεντζέ, η Σαλαμίνα έχασε τους γενναιότερους των πολεμιστών της. Εκτός από τον Γιωργάκη Γκλίστη, ακολούθησαν αρκετοί άλλοι Κουλουριώτες, όπως ο Γιωργάκης Μάθεσης, ο Μιχαήλ Κούτελης, ο Νικόλαος Μαυράκης, ο Δημήτριος Χατζηπερδικούρης, ο Ιωάννης Τσεβάς, ο Αργυρός Μαμμής, ο Νικόλαος Βιλλιώτης και ο Ιωάννης Παπανικόλας (Σοφρά-Μάθεση, 2010).

Στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821, σημαντική ήταν και η συμβολή της Μονής Φανερωμένης. Αποτελούσε καταφύγιο του άμαχου πληθυσμού της Αθήνας, των Μεγάρων και των γύρω περιοχών, καθώς και των Αγωνιστών. Ο ηγούμενός της, Γρηγόριος υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρίας (Γκητάκου, 1981). Συγκεκριμένα, το 1820 έφτασε στη Σαλαμίνα απεσταλμένος της Φιλικής Εταιρείας και μύησε, εκτός από τον ηγούμενο, τους Αναγνώστη και Αντώνη Μπιρμπιλη ή Βιρβιλη. Άλλοι που μυήθηκαν στην Φιλική Εταιρεία ήταν: ο Παπασταμάτης Πρωτόπαπας Μεγαρίτης, Αναγνώστη (Γιάννη) Μπιρμπίλη ή Βιρβίλη, ο Παπαπανούσης Στάμου Πρίσκο, ο Βασίλειος Δασκαλόπουλος και ο Σπυρίδωνας Αντωνίου Μαρκέλλο. (Σοφρά-Μάθεση, 2010).

Ο Γρηγόριος φρόντισε αμέσως να συγκεντρωθούν πολεμοφόδια και τροφές στη Μονή, που λίγο καιρό μετά έγινε στρατόπεδο, κέντρο διοίκησης και κέντρο υποδοχής και περίθαλψης των τραυματιών και των οικογενειών τους. Εκεί έβρισκαν περίθαλψη και θεραπεία οι πληγωμένοι στις μάχες. Και όχι μόνο αυτό, αλλά υπήρχαν και μέρες που σιτίζονταν και 75.000 περίπου άτομα. Ακόμη, στη μονή εγκαταστάθηκε το Γενικό Φροντιστήριο του Αγώνα και ολόκληρη η δυτική πτέρυγα μαζί με τον νοτιοδυτικό πύργο πέρασαν στην διάθεση των στρατιωτών. Το υπόλοιπο μοναστήρι, ωστόσο, διαμορφώθηκε σε στρατιωτικό νοσοκομείο (Γκητάκου, 1981).

Επιπλέον, η Μονή τέθηκε και ως τόπος φιλοξενίας και συνεδρίασης πολλών οπλαρχηγών και αγωνιστών που έλαβαν μέρος στις επιχειρήσεις της Αττικής ή της Αθήνας και του Φαλήρου όπως οι: Μακρυγιάννης, Τζαβέλας, Κριεζώτης, Δ. Υψηλάντης, Μαυροβουνιώτης και άλλοι.

Καταφύγιο φυσικά βρήκε και ο αρχιστράτηγος του αγώνα Γεώργιος Καραϊσκάκης (Ροκίδη, 1999). Η σχέση του ήρωα με την Σαλαμίνα καθώς και η κοινωνική προσφορά του μοναστηριού της Φανερωμένης αλλά και η βαθιά πίστη των αγωνιστών της Επανάστασης φαίνεται και από το παρακάτω ποίημα που αναφέρεται στον Γ. Καραϊσκάκη (Μπλάνας, 2010):

« Εγώ κι’ αν ελαβώθηκα, συντρόφοι, μη λυπάστε πάω ταχύ στη Κούλουρη μέσ’ στη Φανερωμένη πουν’ οι βασιλικοί γιατροί να γιάνουν την πληγήν μου και να κρεμάσω τ. άρματα επάνω στ Αγιο βήμα κι’ ως τα διαβάση ο λειτουργός θε να τα βάλω ν’ άρθω ».

Ο Καραϊσκάκης πολεμώντας γενναία για να σώσει την Αθήνα από τους εχθρούς, πληγώθηκε στο Φάληρο στις 22 Απριλίου 1827. Το νεκρό σώμα του μεταφέρθηκε στη Σαλαμίνα με καράβι, όπως είχε ζητήσει ο ίδιος πριν πεθάνει. Κηδεύτηκε στον Άγιο Δημήτριο και έπειτα από οκτώ χρόνια έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του, τα οποία μεταφέρθηκαν στον Πειραιά (Φωτιάδης, 1995).

Ο Κιουταχής προσπάθησε επανειλημμένως να καταλάβει τη Μονή χωρίς να το πετύχει, παρόλο που η δύναμη των Τούρκων ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτή των πολιορκημένων. Η δημοτική ποίηση βάζει στο στόμα του Κιουταχή τους παρακάτω στίχους (Μπλάνας, 2010):

« Χωριά και κάμποι και βουνά και όλα τα μοναστήρια εδιάβηκα, τα πάτησα και τά καμα όλα στάχτη, μα η Παναγιά της Κούλουρης, το Μέγα Μοναστήρι, οπού’ χει εξήντα σήμαντρα κι είκοσι τρεις καμπάνες, με δεσποτάδες ιερείς, με ψάλτες ενενήντα, στέκεται και με πολεμά, δεν ‘φήνει να την πάρω. Δεκάξι φόρμους έκανα κι εικοσιενιά γιουρούσια, μα η φωτιά της μ’ έκαψε και φεύγω, την αφήνω ».

Στον αύλειο χώρο της Μονής υπάρχει ο τάφος του οπλαρχηγού Γιάννη Γκούρα και το γεγονός ότι φιλοξενήθηκε εκεί και η Βιβλιοθήκη της Αθήνας και το τυπογραφείο της “Εφημερίδος των Αθηνών”, για να μην σταματήσει η ανταπόκριση με τους επαναστατημένους Έλληνες, δείχνει τη βαριά σημασία της μονής στον αγώνα.

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι το 1823 εγκαταστάθηκαν στη Σαλαμίνα το Εκτελεστικό και το Βουλευτικό σώμα της Προσωρινής Διοίκησης της επαναστατημένης Ελλάδας και στις 20 Αυγούστου του 1824 εκδόθηκε εδώ το πρώτο φύλλο της “Εφημερίδος των Αθηνων” από τον πολιτικό και λόγιο Γεώργιο Ψύλλα (Σοφρά-Μάθεση, 2010).


Βιβλιογραφικές αναφορές

Γκητάκου, Μ. (1981). Η Μονή Φανερωμένης Σαλαμίνας. Αθήνα: Ιερά Μητρόπολις Μεγάρων και Σαλαμίνος.

Κανάκη, Β. & Κανάκης, Α. (1995). Γνωριμία με τη Σαλαμίνα μας. Αθήνα: Ελεύθερη Σκέψις.

Μπλάνας, Γ. (2010). Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη. Αθήνα: Γαβριηλίδης.

Παντελή, Θ. (2003). Σαλαμίνα. Πορεία στο χρόνο. Αθήνα: Ιωλκός.

Ροκίδη, Ε. (1999). Η Μονή Φανερωμένης Σαλαμίνας. Εκδόσεις: Ιωλκός.

Σοφρά-Μάθεση, Ε. (2010). Το χειρόγραφο του Παρασκευά Πάλλα. Η συμβολή των Σαλαμινίων στην Επανάσταση του 1821. Σαλαμίνα: Radical Grafx.

Φωτιάδης, Δ. (2018). Η Επανάσταση του 1821. Αθήνα: Ζαχαρόπουλος.

Φωτιάδης, Δ. (1995). Καραϊσκάκης. Αθήνα: Ζαχαρόπουλος.