Άρθρο: Μαρία  Μπούτση

Υπεύθυνη Βιβλιοθήκης-Μουσείου Λαϊκής Τέχνης  & Ιστορίας Δήμου Σαλαμίνας

Επιμέλεια: Δέσποινα Πάνου

Κοινωνική Ανθρωπολόγος

Εκπ. Προσωποκεντρική Ψυχοθεραπεύτρια


Εισαγωγή     

Η μακραίωνη ιστορία της Σαλαμίνας ξεκινά μέσα από τα βάθη του σαγηνευτικού κόσμου του Μύθου ενώ κορυφώνεται με την περίφημη ναυμαχία της, που έγινε στα νερά της το 480 π.Χ., όπου με τη νίκη των Ελλήνων διασώθηκε ο Ελληνικός πολιτισμός και διαδόθηκε στη Δύση. Μετέπειτα, συνεχίζεται με άλλες πολλές ιστορικές στιγμές και γιγαντώνεται ξανά την περίοδο της Εθνικής Επανάστασης (1821-1829) όπου άνθρωποι μυημένοι στη Φιλική Εταιρία οπλαρχηγοί, αλλά και απλοί στρατιώτες, έδωσαν δυναμικά το παρόν για την αποτίναξη του Τουρκικού ζυγού και την απελευθέρωση της Ελλάδας (Δρίβας, 2002).

Η συμμετοχή του νησιού στην Ελληνική Επανάσταση

Λόγω των προνομίων που είχε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας (δίνοντας κατράμι = πίσσα στους Τούρκους για το πισσάρισμα των πλοίων τους), στη Σαλαμίνα δεν παρατηρήθηκε η παρουσία Τούρκων -πλην ενός. Όπως σημειώνει ο Πάλλας (1988), αυτός ήταν αξιωματούχος «τοποτηρητής» που τον πλαισίωνε μια τετραμελής επιτροπή, αποτελούμενη από Σαλαμίνιους πολίτες. Κατά αυτό τον τρόπο, για άλλη μια φορά το νησί έπαιξε το ρόλο του καταφυγίου, της προστασίας, της διάσωσης καθώς και της φιλοξενίας (λόγου χάριν πήγε η ψυχή μου στην Κούλουρη) των γυναικόπαιδων της Αθήνας, του Τυπογραφείου της Εφημερίδας των Αθηνών, της Βιβλιοθήκης των Αθηνών, της Κυβέρνησης: Εκτελεστικού και Βουλευτικού, καθώς και οπλαρχηγών όπως: Μακρυγιάννης, Δ. Υψηλάντης, Κριεζώτης, Μαυροβουνιώτης, Νικηταράς, Καραϊσκάκης κ. αλλ. που έλαβαν μέρος σε μάχες της Ακρόπολης, Φαλήρου κ.λ.π (Αποστολίδης, 1960).

Η σχέση του Καραϊσκάκη με το νησί

Σύμφωνα με ιστορικές πηγές αυτός ήταν και ο κύριος λόγος που ο μεγάλος οπλαρχηγός της Επανάστασης και στρατάρχης της Ρούμελης, Γεώργιος Καραϊσκάκης, επέλεξε όχι μόνο να στήσει το στρατηγείο του αλλά και να χρησιμοποιήσει ως κατάλυμά του στο ιστορικό νησί της Σαλαμίνας -ή αλλιώς Κούλουρης- τόσο για τις μάχες του στην Αττική όσο και για να χτυπήσει τον Κιουταχή στην Αθήνα (Αινιάν, 2013). Πιο συγκεκριμένα, το κτήριο ήταν ένα μικρό διώροφο με χαγιάτι και ξύλινο πάτωμα, το οποίο ήταν μαυρισμένο από τα κάρβουνα των ναργιλέδων. Βρισκόταν στην παραλία της Κούλουρης και το λέγανε το «πυργάκι του Δημητρό Μυλωνά». Το 1927 , ωστόσο, κατεδαφίστηκε και κτίστηκε το σπίτι του Ευάγγελου Γ. Γαλέου που ακόμη και σήμερα ανήκει στους κληρονόμους του. Στο σπίτι αυτό υπάρχει αναμνηστική πλάκα που ήταν τοποθετημένη στο παλιό σπιτάκι από το 1922, από την πολιτεία. Ακόμη, προς τιμήν του ήρωα, η μεγάλη λεωφόρος της παραλίας που περνάει μπροστά από το σπίτι, ονομάστηκε «Ακτή Καραϊσκάκη» (Σοφρά-Μάθεση, 2010).

*Η οικία κληρονόμων του Ευαγγέλου Γαλέου, όπου στη θέση της βρισκόταν το στρατηγείου του Καραϊσκάκη (Πηγή: Προσωπικό Αρχείο)

*Η εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα βρίσκεται στην είσοδο του 1ου ορόφου της οικίας των Γαλέων και τοποθετήθηκε το Μάιο του 1922 (Πηγή: Προσωπικό Αρχείο)

Ο Καραϊσκάκης τον Ιούλιο του 1826 ορίστηκε Αρχιστράτηγος της Στερεάς στο Ναύπλιο από την Προσωρινή Κυβέρνηση Ζαϊμη. Μετά από αυτό, ξεκίνησε για να ενώσει και να συγκεντρώσει τους Έλληνες για να χτυπήσει τον Κιουταχή στην Αθήνα. Η Σαλαμίνα τότε ήταν κατάμεστη από άτακτους πολεμιστές, οι οποίοι έψαχναν να ενταχθούν σε κάποιο καπετάνιο και ζούσαν από τη βοήθεια των κατοίκων της. Την ίδια εποχή είχαν έρθει και πολλοί πάροικοι που είχαν φύγει από τα μέρη τους (όπως από χωριά της Θήβας καθώς και από την πολιορκούμενη Αθήνα) εγκαθιστάμενοι στο νησί αναζητώντας ασφάλεια (Βαρδιάμπασης, 2002).  Ερχόμενος ο μεγάλος οπλαρχηγός στη Σαλαμίνα την βρήκε σε αυτήν την κατάσταση! Καθώς ήρθε στο νησί για στρατολόγηση, συναντήθηκε με σημαντικούς καπεταναίους όπως τους Βάσο Μαυροβουνιώτη και Νικόλαο Κριεζώτη οι οποίοι είχαν στις διαταγές τους πάντα πολλούς Κουλουριώτες. Και ενώ λοιπόν μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα (δυο – τρεις ημέρες) μάζεψε περίπου 650 ετοιμοπόλεμους, στη συνέχεια πηγαίνει στην Ελευσίνα όπου και ιδρύει το πρώτο στρατόπεδο στην Αττική (Φωτιάδης, 1959). Μάλιστα, η φήμη και οι ικανότητες του ήταν τόσο μεγάλες, που μέσα σε λίγες ημέρες το σώμα του αριθμούσε περίπου 5.000 άνδρες.

Συγκέντρωση στρατού για την Επανάσταση

Μετά τις μάχες στην Αράχωβα, στη Βοιωτία και την Αττική, οι Τούρκοι έφυγαν από την Στερεά και ο ίδιος επιστρέφει στην Ελευσίνα καταφέρνοντας και πάλι να ξανασυγκεντρώσει στρατό 3.500 ανδρών και να επιχειρήσει πολλές επιθέσεις με νικηφόρες μάχες στο Κερατσίνι και στον Αγ. Σπυρίδωνα στον Πειραιά (Λεβίδης, 1927). Το Γενάρη του 1927 η Ελληνική Κυβέρνηση συγκεντρώνει επιβλητικές δυνάμεις στη Σαλαμίνα και στο Θριάσιο πεδίο. Πλήθη νεοεπιστρατευμένων και εθελοντών έσπευσαν στη Σαλαμίνα, στην Ελευσίνα και στον Πειραιά καθώς ήθελαν να ενταχθούν στο Στράτευμα του Καραϊσκάκη για τη μεγάλη μάχη της Αθήνας (Δρίβας, 2019). Επίσης,  στο Αμπελάκι είχαν φτάσει πολλοί Φιλέλληνες που ήθελαν να πάρουν μέρος στις μάχες της Αθήνας. Εκεί, υπήρχε και το Νοσοκομείο «των ελαφρώς τραυματιών» καθώς και μονάδα πυροβολικού με επικεφαλής τον Λοχαγό Schnislein της Βαυαρικής αποστολής, που αργότερα ορίστηκε υπεύθυνος της οπλοθήκης του Ναυπλίου (Πάλλας, 1988). Έτσι, μέσα σε λίγες εβδομάδες απέναντι από τον Κιουταχή παρατάχθηκε ο μεγαλύτερος στρατός που είχε συγκεντρωθεί για την Ελληνική Επανάσταση με αριθμό πάνω από 10.000 άνδρες. Καθ’όλη τη διάρκεια, στη Σαλαμίνα συνεχιζόταν η γενικευμένη κίνηση του κόσμου που ερχόταν από τα γύρω μέρη για να βρει ασφάλεια. Με αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκαν πολλά μαγαζιά και εργαστήρια ρούχων, υποδημάτων, οικοσκευών κ.λ.π, όπου δούλευαν πολλοί τεχνίτες. Μαζί με τον κόσμο και οι πολεμιστές, βρίσκοντας εδώ τόσα προϊόντα, είχαν επαναπαυθεί (Δρίβας, 2002).

Η κινητοποίηση του έχοντας στο πλάι του κατοίκους του νησιού

Ο Καραϊσκάκης, βλέποντας αυτή την κατάσταση στο νησί και ως υπεύθυνος του στρατού και της τάξης στην περιοχή, στα τέλη του Φλεβάρη του 1927, αποφάσισε να πάρει δραστικά μέσα. Πρώτα από όλα αλλάζει τον Πολιτάρχη (Αστυνομικό Διοικητή) Μπούφη και στη θέση του βάζει τον έμπιστό του Νικολό Καραμήτσο. Ταυτόχρονα, προστάζει να κόψουν με μιας τα μικροσυσσίτια που δίνονταν στους αργούς πολεμιστές, ενώ παράλληλα βγάζει τελάλη να διαλαλήσει πως όποιος δεν φύγει μέσα σε 24 ώρες για το στρατόπεδο της Ελευσίνας θα τον έδιωχναν ρεζιλεύοντάς τον από το νησί. Πραγματικά έτσι και έγινε. Πριν περάσει η διορία που είχε βάλει, δεν έμεινε ούτε ένας στη Σαλαμίνα εκτός από λίγους πληγωμένους, για τους οποίους όμως έφτιαξε μια επιτροπή για να τους φροντίζουν. Στη συνέχεια πρόσταξε, όλα τα καϊκια να φύγουν από την Κούλουρη και να μαζευτούν στην Ελευσίνα και κανένα, χωρίς την έγκρισή του, να μην μετακινείται στο Σαρωνικό. Έτσι, αφού τα κανόνισε όλα, 1η Μάρτη γύρισε στην Ελευσίνα (Αποστολίδης, 1960).

Εκείνη την περίοδο, η Σαλαμίνα, τροφοδοτούσε και τα δύο ελληνικά στρατόπεδα του Κερατσινίου και της Ελευσίνας με τροφές και εφόδια που κατέφθαναν με καϊκια, κυρίως από το λιμάνι του Αμπελακίου. Κατά τις 22 Μάρτη του 1827 έπιασε μεγάλη τρικυμία και δεν μπορούσαν να φύγουν τα καϊκια από το λιμάνι. Έτσι και τα δύο στρατόπεδα για τέσσερις ημέρες στερήθηκαν τα πάντα με τους στρατιώτες να μένουν θεονήστικοι. Το μόνο που έβρισκαν να φάνε, στο Κερατσίνι, ήταν λίγα αγριόχορτα χωρίς λάδι και στην Καστέλλα έβραζαν φύκια ίσα – ίσα για να ξεγελάσουν την πείνα τους (Φωτιάδης, 1959). Η κατάσταση στην οποία είχαν παρέλθει τα στρατόπεδα ήταν απελπιστική, οι μεμψιμοιρίες μεταξύ στρατιωτών και αρχηγών. Σε αυτή τη δεινή κατάσταση το μόνο που μπόρεσε να κάνει ο Καραϊσκάκης, παρ’ όλη την κακοκαιρία, ήταν να στείλει το φροντιστή Φραγγίστα στη Σαλαμίνα να πάρει τρόφιμα, ωστόσο στάθηκε αδύνατο να επιστρέψει λόγω της θαλασσοταραχής (Αινιάν, 2013). Από την αγωνία του, λοιπόν, πήγε σε μια σπηλιά στο Πέραμα και περίμενε να κοπάσει η θαλασσοταραχή. Πράγματι, όταν σταμάτησε η κακοκαιρία και τα καΐκια ξεκίνησαν από το Αμπελάκι, έτρεξε να το ανακοινώσει στους  ταλαιπωρημένους στρατιώτες.

Όπως σημειώνεται την περίοδο αυτή, κοντά του αλλά και στα στρατόπεδα του Πειραιά, ευρίσκοντο περίπου 300 Κουλουριώτες, καπεταναίοι και παλικάρια, όπως: ο Ιωάννης Κριτσίκης ή Μάκρας, ο Αναγνώστης Καρνέσης, ο Ιωάννης Βιέννας, ο Αντώνης και Γιάννης Βιρβίλης, οι Μαθεσαίοι: Αργυρός, Κόλιας και Δαμιανός, ο παπα- Πέτρος Σακελλάριος, Περδικούρης  και άλλοι. Και ενώ οι προετοιμασίες για τη μάχη του Φαλήρου είχαν σχεδόν ολοκληρωθεί, υπήρχε διαφωνία μεταξύ των Εγγλέζων Κόχραν και Τσώρτς με τον Καραϊσκάκη και τους Έλληνες οπλαρχηγούς για τον τρόπο διεξαγωγής της μάχης (Σοφρά-Μάθεση, 2010).

Κατά τον Φωτιάδη (1959, σ.112), ευρισκόμενοι πλέον απόγευμα στις 22 Απρίλη η κατάληξη είχε ως εξής:

«Φύγανε οι καπεταναίοι  κι απόμεινε τέλος ο άρρωστος αρχηγός με τους μπιστικούς του. Ξάπλωσε στην κουρελού, γύρισε το πρόσωπό του, προς το πανί του τσαντιριού, έσυρε πάνω την κάπα και κουλουριάστηκε να ησυχάσει λίγο. Ήταν η 1η ώρα το απόγευμα. Η Μαριώ, βγήκε και έκανε καραούλι, να μην αφήσει κανέναν να μπει  να τον ταράξει».

Ο τραυματισμός και ο θάνατος του

Η ιστορία για τον τραυματισμό του Καραϊσκάκη είναι γνωστή και έγινε σε μια αψιμαχία που φούντωσε και ο πόλεμος θα άρχιζε άκαιρα. Σηκώθηκε και μπήκε μπροστά, καταφέρνοντας να σταματήσει την αψιμαχία και τότε έφαγε ένα βόλι χαμηλά στην κοιλιά από αριστερά προς τα δεξιά. Στη συνέχεια, κατέβηκε από το άλογο, σιγά – σιγά για να μην τρομάξει στον κόσμο, και πήγε με τα πόδια μέχρι το Τουρκολίμανο ενώ τα παλικάρια του τον κρατούσαν να μην πέσει (Βαρδιάμπασης, 2002). Πριν τον βάλουν στη βάρκα τους είπε: «Έλληνες σας το ζητώ ξανά. Μη λυπηθείτε αν πεθάνω, γιατί τιμή και καύχημα των παλικαριών είναι να τους φωνάζουν σφαχτάρια και όχι ψοφίμια. Συγχωράτε με αδέρφια, έχετε γεια άξια παλικάρια μου, κατακαημένοι σύντροφοι» (Λεβίδης, 1927, σ.89) Αφού, τον έβαλαν στη βάρκα τον πήγανε στη γολέτα «Σπαρτιάτης» που βρίσκονταν ο Τσώρτς κι ο Κόχραν. Ο Καραϊσκάκης κάλεσε τους δικούς του ανθρώπους, όπως οι Μήτρηδες Σκυλοδήμος και Αγραφιώτης και η Μαριώ, να έρθουν κοντά του. Εκεί οι γιατροί έκαναν ότι μπορούσαν αλλά έβλεπαν ότι ο Καραϊσκάκης δεν είχε ζωή. Έτσι φώναξε κι έγραψαν τη διαθήκη του, την οποία υπόγραψε με τρεμάμενο χέρι. Μετά τους χαιρέτησε, τους ζήτησε να γυρίσουν στα πόστα τους, έστειλε χαιρετισμούς και να φιλήσουν τους φίλους του και τους ζήτησε να βγουν όλοι έξω, πλην του παπά, ο οποίος τον εξομολόγησε και στη συνέχεια τον κοινώνησε. Στις 3 η ώρα τα ξημερώματα ο Καραϊσκάκης άρχισε να χαροπαλεύει και  στις 4 το πρωί, στις 23 Απριλίου 1827 ανήμερα της γιορτής του πέθανε. Για να μην αναστατωθούν οι στρατιώτες και σηκωθούν να φύγουν για την κηδεία, διέδωσαν ότι θα τον θάψουν στην Αίγινα ή στον Πόρο. Έτσι οι δυο Εγγλέζοι, Κόχραν και Τσώρτς, έβαλαν την σωρό του σε ένα μικρό καϊκι και την έστειλαν στο Αμπελάκι στη Σαλαμίνα (Αποστολίδης, 1960). Το καϊκι με την σωρό του έφτασε στο λιμάνι των Αμπελακίων την ώρα που χάραζε. Ο Γερμανός γιατρός και Φιλέλληνας Ερρίκος Τράϊμπερ, χειρούργος, εκείνες τις ημέρες στο νοσοκομείο των Αμπελακίων καταγράφει στο ημερολόγιό του: «Άφιξη της σωρού του Καραϊσκάκη εδώ στα Αμπελάκια. Τη συνοδεύω ως την Κούλουρη» (Αποστολίδης, 1960, σ.55).

Η ταφή στη νησί

Η νεκρική πομπή ξεκίνησε από το λιμάνι των Αμπελακίων για την Κούλουρη. Πίσω από το φέρετρο ακολουθούσαν οι σωματοφύλακές του, η Μαριώ και οι Μήτρηδες, κρατώντας τα όπλα του. Πλήθος κόσμου από το νησί, κάθε ηλικίας, με ακράτητα δάκρυα συνόδεψαν τη σωρό του. Πριν τον πάνε στην εκκλησία τον πήγαν στο σπίτι  του φίλου του και αγωνιστή, Αναγνώστη Βιρβίλη, όπου τον ετοίμασαν για την εξόδιο ακολουθία. Στη συνέχεια τον μετέφεραν στο ναό του Αγίου Δημητρίου, όπου τοποθέτησαν το λείψανό του στο μέσο αυτού. Πλήθος γυναικών θρηνούσαν τον μεγάλο στρατηγό.  Αρχιερείς και ιερείς όσοι ήσαν στη νήσο με τα ιερά άμφια και μαζί με τον παπά – Γιάννη, ιερέα του ναού του Αγ. Δημητρίου, έψαλλαν την πένθιμη ακολουθία. Τον επικήδειο εκφώνησε ο Γεώργιος Αινιάν, αδελφός του Δημητρίου Αινιάν, γραμματέα και βιογράφο του Γ. Καραϊσκάκη. Μετά το τέλος της ακολουθίας, έθαψαν το λείψανο έξω, δεξιά της πόρτας του ναού (Αινιάν, 2013).

*Αναμνηστική γραφή του ιερέα Ιωάννη Γαλαξιδιώτη σε παλαιό μηναιό το Μάιο του 1827 (Πηγή: Προσωπικό Αρχείο)

Η ανακομοιδή των οστών του

Οκτώ χρόνια μετά την απελευθέρωση και με βασιλικό διάταγμα του Όθωνα, στις 22 Απριλίου του 1835, ορίστηκε να γίνει η ανακομιδή των οστών του Καραϊσκάκη, στο Φάληρο όπου έπεσε στο 1827. Στις 20 Απριλίου, λοιπόν, παρέλαβαν από την Κούλουρη τα οστά του πρώην συμπολεμιστές του Καραϊσκάκη όπως οι Κριεζώτης, Δ. Καλλέργης, Νικητάρας, Β. Μαυροβουνιώτης, Γ. Βάγιας καθώς και συγγενείς του. Κατά την εκταφή του, ο  παπά – Γιάννης, ιερέας του Αγίου Δημητρίου, κράτησε ορισμένα οστά για να βρίσκεται για πάντα ο Καραϊσκάκης στο τόπο που επέλεξε να ταφεί (Πάλλας, 1988). Την επομένη, τα οστά μεταφέρθηκαν από τον ναό στο λιμάνι όπου βρισκόταν ένα πολεμικό πλοίο, στο οποίο μπήκε ένας ιερέας και  οι κόρες του Καραϊσκάκη. Όταν το πλοίο έφτασε κοντά στο λιμάνι του Πειραιά, το ρυμούλκησαν, σαν φόρο τιμής, βάρκες με κωπηλάτες από Ρωσικό και Γαλλικό πλοίο. (Λεβίδης, 1927). Στις 22 Απριλίου, τα λείψανα αποβιβάστηκαν από το πλοίο και σε πομπή με τιμές και κανονιοβολισμούς, προχώρησαν προς το σημείο του μνημείου, όπου εκεί παρευρισκόταν ο βασιλιάς Όθωνας. Ο τελευταίος μίλησε τιμώντας τον Καραϊσκάκη και βγάζοντας από τον λαιμό του το Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Σωτήρος το πρόσφερε στις κόρες του λέγοντας: «Στον ενδοξότερο στρατηγό της Ελλάδας, τιμώντας σήμερα τα λείψανα του, αφήνω αυτό για πάντα στον οίκο του για ανεξάλειπτη μνήμη της, προ σε του Έθνους ευγνωμοσύνης» (Φωτιάδης, 1959, σ.67). Την ώρα που τα οστά του ήρωα τα τοποθετούσαν στη λάρνακα του μνημείου στο Φάληρο, ρίχτηκαν 45 κανονιές, όσα και τα χρόνια της ζωής του Καραϊσκάκη. Μαζί με τα οστά του Καραϊσκάκη τάφηκαν και τα οστά και άλλων συμπολεμιστών του καθώς και του Σαλαμίνιου αγωνιστή Ιωάννη Κριτσίκη ή Μάκρα.

Φόροι τιμής στον ήρωα της Ελληνικής Επανάστασης

Εκατό χρόνια μετά το θάνατό του Καραϊσκάκη έγιναν μεγάλες γιορτές σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, όπως: Αράχωβα, Μαυρομάτι, Ν. Φάληρο, Αθήνα, καθώς και στην παραλία της Σαλαμίνας την 1η Μαϊου το 1927.  Ήδη από τις 28 Μαϊου το 1922 είχε τοποθετηθεί η προτομή του Καραϊσκάκη στην παραλία παρουσία του Βασιλιά Κων/νου, του Πρωθυπουργού Πέτρου Παπαδάκη και των μελών της Κυβέρνησης, του Προέδρου της Κοινότητας Σαλαμίνας Αχιλλέα Βενετσάνου, καθώς και πλήθος Κουλουριωτών (Δρίβας, 2002).

*Η προτομή του κοσμεί κεντρικό σημείο του νησιού (Πηγή: Προσωπικό Αρχείο)

Σήμερα ο τάφος του βρίσκεται μέσα στο ναό του Αγίου Δημητρίου, εξαιτίας της επέκτασης που έγινε το 1874. Το Μάρτιο του 1996 έγιναν έργα εξωραϊσμού και διευθέτησης του χώρου του μνήματος επί του εφημέριου Ανάργυρου Ευδαίμων και Δημαρχίας Αθ. Μακρή. Στον αύλειο χώρο του ναού υπάρχει και η προτομή του ήρωα, όπου τα αποκαλυπτήρια έγιναν στις 3 Ιουνίου 1996.

*Ο τάφος του εντός του Ιερού Ναού του Αγίου Δημητρίου (Πηγή: Προσωπικό Αρχείο)

Ο Δήμος Σαλαμίνας, από το 1990 οργανώνει εορταστικές εκδηλώσεις, τα λεγόμενα «Καραϊσκάκεια», προς τιμή του μεγάλου στρατηγού της Ελληνικής Επανάστασης Γ. Καραϊσκάκη (Δρίβας, 2019).


Βιβλιογραφικές Αναφορές

Αινιάν, Δ. (2013). Η βιογραφία του Στρατηγού Γ. Καραϊσκάκη. Θεσσαλονίκη: ARS BREVIS.

Αποστολίδης, Χ. Ν. (1960). Ερρίκος Τράϊμπερ Φιλλέλην, Αναμνήσεις από την Ελλάδα 1822-1828. Αθήνα.

Βαρδιάμπασης, Ν. (2002, Μάρτιος 28). Γεώργιος Καραϊσκάκης: Σαν εμένα έχει και άλλους το έθνος. Ελευθεροτυπία. σελ. 21.

Λεβίδης, Ν. (1927). Λόγος εκφωνηθείς τη 29 Απριλίου 1927 προ του θεάτρου Ηρώδου του Αττικού/Νικολάου Δ. Λεβίδη, προέδρου της Επιτροπής προς εορτασμόν της Εκατονταετηρίδος από του θανάτου Γεωργίου Καραϊσκάκη. Ρέθυμνο: Τύποις Ε.Β.Ε.Χ. Γ.Ν. Θεοτοκάτος & Σία.

Πάλλας, Δ. (1988). Η Σαλαμίνα και ο Καραϊσκάκης. Απόψεις, 26-27.

Σοφρά-Μάθεση, Ε. (2010). Το χειρόγραφο του Παρασκευά Πάλλα – Η Συμβολή των Σαλαμινίων στην Επανάσταση του 1821. Σαλαμίνα: Radical Grafx.

Φωτιάδης, Δ. (1959). Καραϊσκάκης. Αθήνα: Εταιρία Λογοτεχνικών εκδόσεων.

Δρίβας, Η. (2002, Ιούνιος). Το ξόδι. Νέα Σαλαμίνα.153.

Δρίβας, Η. (2019). Ο Καραϊσκάκης στη Σαλαμίνα. Σαλαμίνα: Εξωραϊστικός & Εκπολιτιστικός  Σύλλογος Παλουκίων Σαλαμίνας «Ο Καραϊσκάκης».