Άρθρο: Φανή Αθανασοπούλου
Σύμβουλος ψυχικής υγείας, ψυχοθεραπεύτρια

Επιμέλεια: Κατερίνα Δήμκου
Φιλόλογος


Πώς αντιλαμβανόταν ο Carl Rogers τον άνθρωπο και τη φύση; Γιατί καταστρέφουμε τη φύση; Πώς μπορεί η προσωποκεντρική προσέγγιση να συμβάλλει σε μια συλλογικά οικολογική αφύπνιση;

Η οικολογική ματιά του Carl Rogers

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η φύση ήταν για τον Carl Rogers ο «μάρτυρας» για τη διαμόρφωση της θεωρίας του. Μέσα από την παρατήρηση της συμπεριφοράς των φυσικών οργανισμών κατέληξε στη θεώρηση του σύμπαντος ως όλου, όπου τα μέρη του μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά όσον αφορά τις τάσεις και τις συνθήκες ανάπτυξής τους.

Διαπίστωσε πως η τάση πραγμάτωσης, μια τάση προς μια πιο περίπλοκη και ολοκληρωμένη ανάπτυξη που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο αλλά και όλους τους ζωντανούς οργανισμούς, αποτελεί μικρογραφία της διαμορφωτικής τάσης (formative tendency) που διέπει το σύμπαν.

«Άσχετα από το αν μιλάμε για ένα λουλούδι, ή μια βελανιδιά, για έναν γαιοσκώληκα ή ένα όμορφο πουλί, για έναν πίθηκο ή έναν άνθρωπο, καλά θα κάνουμε πιστεύω, να αναγνωρίσουμε ότι η ζωή είναι μια ενεργή και όχι παθητική διαδικασία». (Rogers, 2006, σελ. 102). Για τη διαμορφωτική τάση στο σύμπαν αναφέρει ότι «κάθε γαλαξίας, κάθε πλανήτης, κάθε αστέρι, σχηματίστηκε από μια λιγότερο οργανωμένη στροβιλίζουσα καταιγίδα σωματιδίων» (Rogers, 2006, σελ. 108).

Αλλά και από τις συνθήκες του θεραπευτικού περιβάλλοντος, μια συμπαντική πεμπτουσία αναδύεται: «Όταν πραγματικά ακούμε κάποιον, είναι σαν να ακούμε τη μουσική των σφαιρών, γιατί πέρα από το άμεσο μήνυμα του προσώπου οποιοδήποτε και να είναι αυτό, υπάρχει και το μήνυμα του σύμπαντος. Σε όλες τις προσωπικές επαφές κατά τις οποίες πραγματικά ακούω, φαίνεται ότι υπάρχουν κρυμμένοι τακτικοί ψυχολογικοί νόμοι, πτυχές της ίδιας τάξης που εντοπίζουμε στο σύμπαν ως όλον» (Rogers, 2006, σελ. 23).

Στο τέλος του έργου του περιγράφοντας τα πρόσωπα του μέλλοντος, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι: «Νιώθουν οικειότητα και φροντίδα για τη φύση. Έχουν οικολογική συνείδηση και απολαμβάνουν τη συμμαχία με τις δυνάμεις της φύσης παρά την κατάκτησή της» (Rogers, 2006, σελ. 278).

Η οικολογική συνείδηση ως σχεσιακή δυναμική της βαθιάς αυθεντικότητας του προσώπου

Γιατί οι άνθρωποι και οι κοινωνίες λειτουργούν καταστροφικά προς τη φύση; Είναι ο ίδιος τρόπος με τον οποίο αναπτύσσεται κάθε τι δυσλειτουργικό ή κακοποιητικό σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο: Εξωτερικές επιδράσεις και κίνητρα, όροι αξίας (όπως για παράδειγμα η υπερανάπτυξη της τεχνολογίας, η αλόγιστη επιδίωξη κέρδους κ.α.) απομακρύνουν τον άνθρωπο από τον αληθινό εαυτό του εκτρέποντας την πορεία της έμφυτης τάσης του για εποικοδομητική σχέση με τον κόσμο σε καταστροφική διαδρομή. Η έλλειψη αυθεντικότητας είναι η ασυμφωνία μεταξύ της αυτό-εικόνας και της βιωμένης εμπειρίας (Warner, 2007).

Η αποσύνδεσή μας από το φυσικό στοιχείο σηματοδοτεί μια γενικότερη αποξένωση από οτιδήποτε είναι πέρα από την αντίληψη του ανθρώπινου κόσμου από τον οποίο πολλές φορές εξαιρούμε ακόμη και το ίδιο μας το σώμα. Το να είμαστε σημαίνει να σχετιζόμαστε με τον γνήσιο εαυτό μας. Έτσι μόνο μπορούμε να σχετιστούμε με τους άλλους και με τον κόσμο γενικότερα. Ο οργανισμός είναι σχεσιακή οντότητα (Chatalos, 2013). Για την προσωποκεντρική προσέγγιση δεν υπάρχει αυστηρή διαχωριστική γραμμή μεταξύ της εμπειρίας και του εξωτερικού κόσμου (Ottiger & Joseph, 2021).

Η αναγνώριση της διάστασης του προσώπου ως «οικολογικού εαυτού» που εμπεριέχεται στη βαθιά αυθεντική του ύπαρξη, οδηγεί στην οικολογική συνείδηση, την υπευθυνότητα να είμαστε οικολογικά ευαίσθητοι και δραστήριοι (Neville, 2018; Wyatt, 2007).

Αυτή η βαθιά αυθεντικότητα αφορά το εύρος και την ποιότητα της σχέσης μας με όλα τα είδη, τον πλανήτη και το σύμπαν (Ellingham, 2013). Η οικολογική συνείδηση δεν είναι η διάθεση να διορθώσουμε τη φύση σαν «γιατροί». Είναι να δούμε τους εαυτούς μας ως συνεργάτες που συμβάλλουν στην εγκατάσταση των κατάλληλων συνθηκών που θα βοηθήσουν την προσαρμοστική και αναπτυξιακή της τάση για αυτοθεραπεία και διατήρηση (Blair, 2011).

Αν και είμαστε κομμάτι της φύσης, εφόσον έχουμε χάσει την επαφή μαζί της, ο τρόπος να τη συναντήσουμε είναι η συνάντηση με κάτι Άλλο, διαφορετικό από τον εαυτό μας. Η φύση ως Άλλο, έξω από τη συμπαγή σφαίρα του εαυτού, μπορεί να προκαλέσει την αυταρέσκειά μας (Bazzano, 2013).

Προσωποκεντρική προσέγγιση και οικολογική αφύπνιση

Πως μπορεί η προσωποκεντρική προσέγγιση να  διευκολύνει αυτή τη συνάντηση με τη φύση έτσι ώστε να αγγιχτούμε από την εμπειρία της ως κάτι Άλλο, μυστήριο και καταπληκτικό, πάνω στο οποίο «σκοντάψαμε»; (Bazzano, 2013).

Η φύση είναι ενσωματωμένη στον άνθρωπο, ακόμη κι αν εκείνος αγνοεί την αίσθηση της. Η προσωποκεντρική προσέγγιση ως οικολογική θεραπεία (eco–therapy) μπορεί να διευκολύνει τα πρόσωπα, μέσα από την άνευ όρων αποδοχή, ενσυναίσθηση και αυθεντικότητα, να εμπιστευτούν  την οργανισμική τους διαδικασία η οποία συνδέεται με μεγαλύτερες κοινότητες ανθρώπων αλλά και όλων των ειδών κάθε οικοσυστήματος του πλανήτη.

Ο θεραπευτής μέσα από την αυθεντικότητά του εστιάζει ταυτόχρονα εσωτερικά προς τον εαυτό του, εξωτερικά προς το πρόσωπο που διευκολύνει αλλά και ευρύτερα στο περιβάλλον. Η αποδοχή του συμπεριλαμβάνει το πρόσωπο ως πρόσωπο αλλά και ως ον που συνδέεται, διατηρώντας στην επίγνωσή του το οικοσύστημα του προσώπου και την πολλαπλότητά του (Chatalos, 2013).

Μέσα από τη θεραπευτική σχέση το πρόσωπο διευκολύνεται να λάβει τα ερεθίσματα που εκπέμπει η φύση και να αφουγκραστεί χαμένες από την επίγνωσή του αισθήσεις που όμως κατοικούν μέσα του.  Ο προσωποκεντρικός θεραπευτής μπορεί να προσφέρει αλλά και να προσκαλέσει σε βαθιά αυθεντικότητα όπως εξίσου και σε βαθιά αποδοχή και ενσυναίσθηση.

Μέσα από τη βαθιά ενσυναίσθηση δεν ακούει τον πόνο του προσώπου μόνο ως ατομικής οντότητας αλλά και ως μέρους ενός ευρύτερου συνόλου, ακούει τον πόνο των ειδών, τον πόνο του κόσμου. Ένα τέτοιο άκουσμα ενθαρρύνει τα πρόσωπα να είναι πιο ανοικτά και ευαίσθητα στη δική τους οικολογική εμπειρία (Neville, 1999).

Στο δωμάτιο της θεραπείας ή σε εξωτερικό φυσικό χώρο στο πλαίσιο της οικολογικής θεραπείας ή σε ομάδες συνάντησης που μπορούν να πάρουν μια πιο εστιασμένη οικολογικά διάσταση βοηθώντας να βιώσουμε τους εαυτούς μας σαν φυλή σε αλληλεπίδραση με τη γη και να αναλάβουμε δράση, η προσωποκεντρική προσέγγιση μπορεί να συμβάλλει ώστε το πρόσωπο να νιώσει ότι είναι η ζωντανή «σάρκα του κόσμου» που αισθάνεται και μπορεί να γίνει αισθητή (Tudor, 2013; Merleau-Ponty, 1962).


Βιβλιογραφικές Αναφορές

Bazzano, M. (2013). One more step: from person-centered to eco-centered therapy. Person-Centered & Experiential Psychotherapies, 12(4), 344–354 doi: 10.1080/14779757.2013.856810

Blair, L. (2011). Ecopsychology and the person-centred approach: exploring the relationship. Counselling Psychology Review- British Psychological Society -New Series-, 26(1), 43–52.

Chatalos, P.A. (2013). Sustainability: ecopsychological insights and person-centered contributions, Person-Centered & Experiential Psychotherapies, 12(4), 355-367. doi: 10.1080/14779757.2013.855136

Ellingham, I. (2013). The life of things: therapy and the soul of the world. Person-Centered & Experiential Psychotherapies, 12(4), 398-400. doi: 10.1080/14779757.2013.869506

Merleau-Ponty, M. (1962). Phenomenology of perception. (C. Smith, trans.). London: Routledge & Kegan Paul.

Neville, B. (1999). The client-centred ecopsychologist. Person-Centered Journal, 6(1), 59-75.

Neville, B. (2018). Taking Rogers seriously [Unpublished speech]. 13th Conference of the World Association for Person–centred & Experiential Psychotherapy and Counselling (WAPCEP), July 2018, Vienna, Austria.

Ottiger, A.S. & Joseph, S. (2021). From ego-centred to eco-centred: an investigation of the association between authenticity and ecological sensitivity. Person-Centered & Experiential Psychotherapies, 20(2), 139-151. doi: 10.1080/14779757.2020.1846600

Rogers, C. (2006). Ένας τρόπος να υπάρχουμε. (Μ. Ρηγοπούλου, μετ.) Αθήνα: Εκδόσεις Ερευνητές.

Tudor, K. (2013). Person-Centered psychology and therapy, ecopsychology and ecotherapy. Person-Centered & Experiential Psychotherapies, 12(4), 315-329. doi: 10.1080/14779757.2013.855137

Warner, M.S. (2007). Client incongruence and psychopathology. In M. Cooper, M. O’Hara, P. Schmid & G. Wyatt, (eds). The handbook of person centred psychotherapy and counseling (pp. 154 -167). London: Palgrave Macmillan.

Wyatt, G. (2007). Psychological contact. In M. Cooper, M. O’Hara, P. Schmid & G. Wyatt (eds). The handbook of person centred psychotherapy and counseling (pp. 140 -153). London: Palgrave Macmillan.