Άρθρο: Αλεξάνδρα Δεδικούση Ψυχολόγος

M.Sc. Σχολικής-Εξελικτικής Ψυχολογίας


Έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο «Κάθε τέλος μια αρχή» του Χαράλαμπου Παπαδόπουλου. Είναι ο ιερέας που έγινε viral το καλοκαίρι με το κείμενο του, στο οποίο συγχαίρει το γιο του που απέτυχε στις εξετάσεις. Ο πατέρας Χαράλαμπος (ναι, πατέρας, πολύ δύσκολα αποδέχομαι την προσφώνηση και ακόμη πιο δύσκολα τη χρησιμοποιώ) είναι ένας απλός άνθρωπος,  αλλά με εκπληκτική καλλιέργεια και ψυχή, όπως δηλώνω εγώ για λογαριασμό του. Πριν συνεχίσω, να διευκρινίσω τι εννοώ με το «έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο». Μου το έδωσε η μητέρα μου, ιδιαίτερα θρησκευόμενη, με ύφος που έλεγε υπόγεια «Διάβασε και κανένα θρησκευτικό κείμενο, άσε πια τις ψυχολογικές χαζομάρες». Αντιλαμβάνεσαι, επομένως, ότι ξεκίνησα το βιβλίο με αρνητική προδιάθεση. Ποιος να μου έλεγε ότι τώρα θα έγραφα δύο άρθρα για αυτό! Η σχέση μου με τη θρησκεία είναι ιδιαίτερη. Παιδί ιδιαίτερα θρησκευόμενης οικογένειας, αποφάσισα στην ενήλική μου ζωή να ψάξω και να βρω μόνη μου τον Θεό και να ορίσω την πνευματικότητα με δικούς μου όρους. Δεν θα με βρεις στην εκκλησία πολύ συχνά, δεν νηστεύω, μα τρεις ανθρώπους της τους αποκαλώ πατέρες. Τον Βαρνάβα, τον Κονάνο και τον Λίβυο, τον Χαράλαμπο Παπαδόπουλο. Μου φέρνουν ελπίδα αυτοί οι άνθρωποι, πρωτίστως γιατί είναι άνθρωποι. Ατελείς, αμαρτωλοί, ταπεινοί, τρυφεροί και γεμάτη αγάπη και ανοιχτούς ορίζοντες. Με έφεραν κοντά στην πνευματικότητα και άρα κοντά στη θρησκεία με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο από τον κοινό δρόμο που χαράσσει η εκκλησία αυτές τις μέρες. Ως άνθρωπος, λοιπόν, αλλά και ως ψυχολόγος, συνταράχθηκα από την ανάγνωση του παραπάνω βιβλίου και θεώρησα καθήκον μου να μοιραστώ με το κοινό τους μικρούς θησαυρούς αυτογνωσίας και πνευματικότητας που βρήκα. Ο πατέρας Λίβυος με μεγάλη του χαρά, συναίνεσε στη δημοσίευση αυτού του άρθρου, μετά από προσωπική μας επικοινωνία.

Το πρώτο χωρίο, το οποίο μου κίνησε το ενδιαφέρον ήταν αναφορά στη διαφορά μεταξύ πατερικής νήψης και ψυχολογικής θλίψης. Ο συγγραφέας αναφέρεται στον καταναγκασμό που περικλύει την πνευματικότητα, που την αμπαλάρει με θλίψη και σοβαροφάνεια και μας απομακρύνει από την πραγματική ουσία, που είναι η επαφή με τη χαρά, με το παιδί που έχουμε μέσα μας, με τη γιορτή που είναι, ή οφείλει να είναι ο Χριστός και με την ουσιαστική ανάγκη που καλύπτει αυτή η σοβαροφάνεια που είναι, ποια άλλη; Η λατρεία του εαυτού μας, που είναι πολύ σοβαρός, πολύ πνευματικός, πολύ τυπικός για να χαζογελάει εδώ και εκεί. Η χαρά, λέει ο πατέρας, δεν είναι αμαρτία και δεν είναι ανάρμοστη.

Το επόμενο απόσπασμα που κράτησα είναι το κεφάλαιο με τίτλο «Bullying ενοχών». Ο συγγραφέας περιγράφει με φοβερή ικανότητα την ψυχική διεργασία πίσω από την αυτομομφή και την μόνιμη ενοχή που βιώνουν πολλοί άνθρωποι όταν κάνουν κάτι για τους ίδιους. Με ζωηρά χρώματα, δημιουργεί το τοπίο της οδύνης-ηδονής-απόλαυσης-τιμωρίας που μέσα του χάνονται οι ουσιαστικές χαρές, ποινικοποιείται η απόκτηση, κανονικοποιείται η ενοχή και κακοποιείται η ανθρώπινη ψυχή. Καταλήγει, ο πατέρας με τη φράση «και να δεις που σχεδόν κανείς ενοχικός στην πραγματικότητα δεν ξέρει γιατί νιώθει ενοχές». Ο πατέρας βάζει, πολύ εύστοχα, τις ταμπέλες στη διαδρομή για την αυτογνωσία.

Σε επόμενο κεφάλαιο, ο συγγραφέας γεφυρώνει αριστοτεχνικά τη σκέψη με το βίωμα με αφορμή το «γιατί», το συνεχές ερώτημα του πόνου. «Όταν αυτήν την οδύνη τη μεταμορφώνεις σε σχέση, λυτρώνεται». Έχει, λοιπόν, μια λειτουργικότητα η οδύνη γιατί μετουσιώνεται σε σχέση, έχει μια ουσία η γνωστική ανάλυση, αρκεί να μετουσιωθεί σε βίωμα και συναίσθημα και «χαλάρωμα» ψυχικό. Να αφεθούμε να νιώσουμε, να εμπιστευτούμε την ύπαρξη μας στο τώρα, να μη δυσπιστούμε στα πάντα. Να αποδιώξουμε το φόβο, για αυτό μιλάει ο πατέρας.

Στο κεφάλαιο με τίτλο «έχει χρόνια να ονειρευτεί», ο συγγραφέας μιλά για την αγάπη στον εαυτό. Κάποιοι θα σκεφτούν τη λέξη «εγωισμός». Ας μιλήσουμε λίγο για τον εγωισμό. Λέξη με αρνητικό πρόσημο, που σε κάνει να νιώθεις την επιταγή να τον μειώσεις, να μην είσαι τόσο εγωιστής. Η προσωπική μου άποψη, αλλά και πολλών άλλων συναδέλφων είναι ότι ο εγωισμός δεν είναι απαραίτητα κακό πράγμα. Ο εγωισμός, όπως όλα τα πράγματα είναι ένα συνεχές που εκτείνεται από την αμέριστη αγάπη για τον εαυτό, έως και την αδιαφορία ή την καταπάτηση των δικαιωμάτων του άλλου στο βωμό του. Επομένως, κατ’ εμέ, ο πατέρας αναλύει μια υγιή πτυχή του εγωισμού, την αυτο-αποδοχή. «Αυτό το θηρίο είναι δικό σου», λέει εννοώντας τον εαυτό. «Ένα άσχημο παιδί που ζητά να το αγαπήσεις». Ο καλύτερος χειριστής του μαστίγιου που πέφτει στην πλάτη μου είμαι εγώ ο ίδιος και η αρχή της φώτισης είναι ο εαυτός και η αγάπη για μένα. Για να μπορέσω, στη συνέχεια, να τη δώσω και στον δίπλα μου. Η αποδοχή εξολοκλήρου του ποιος/α είμαι, με όλο το φως και το σκοτάδι μου, φιλτραρισμένη από τις επιταγές ή τις προσδοκίες των γύρω. Άλλωστε, οι γύρω μου πάντα θα έχουν προσδοκίες που θα πασχίζω να ικανοποιήσω. Τις δικές μου ανάγκες, όμως, ποιος θα τις χορτάσει;

Το επόμενο απόσπασμα που κράτησα αφορά την εξομολόγηση και την ταπείνωση. Ο συγγραφέας χαρακτηρίζει την εξομολόγηση «θεραπευτική». Είναι μια επικοινωνία την υπαρξιακών ατελειών και αδιεξόδων των ανθρώπων, μια αποκαθήλωση της τελειότητας και των στεγανών, μια αποδοχή της ανθρώπινης φύσης και, εν τέλει, μια αγκαλιά μεγάλη και ζεστή να κουρνιάσεις μέσα και να κλάψεις ή να γελάσεις, να νιώσεις, να ζήσεις, να στραγγίξεις και να βγεις εκεί έξω έτοιμος για ζωή, καθαρό αέρα και χαρά, παιδική και αθώα. Η ταπείνωση δεν αφορά μόνον το να κατεβάσεις τη μύτη αν νομίζεις ότι είναι πολύ καλός, αλλά και να κατεβάσεις το μαστίγιο αν νομίζεις ότι είναι γεννημένος τιμωρός. Είτε του εαυτού σου, είτε των άλλων.

Στο κεφάλαιο με τίτλο «Θέλω όλα να τα ελέγχω» ο συγγραφέας σκιαγραφεί την εννοιολογική κατασκευή του ελέγχου. Ως αντίθετό του παρουσιάζει την ελευθερία, το απρόοπτο, το εκτός προγράμματος, το ανεξέλεγκτο. Τη ζωή με λίγα λόγια. Δέσμιοι του ελέγχου μας, κρατούμε εκτός των τειχών τη ζωή την ίδια.

«Αγιότητα είναι…», ένα κεφάλαιο αφιερωμένο στον ορισμό του αγίου. «Αγιότητα είναι μια βαθιά ευαισθησία», λοιπόν. Μια δύναμη μετάλλαξης που συσπειρώνει, ενώνει και μεταμορφώνει. Που δημιουργεί, με άλλα λόγια. Άγιος δε σημαίνει αναμάρτητος. Ίσα ίσα, λέει ο πατέρας, Άγιος σημαίνει αμαρτωλός με συναίσθηση, ταπεινός με αντίληψη της ανθρώπινης φύσης του, Άγιος σημαίνει φίλος. Δεν είναι, λοιπόν, κάτι άπιαστο η αγιότητα, αλλά κάτι πέρα για πέρα ανθρώπινο, καθώς ο δρόμος προς την αγιότητα περνά από το προσωπικό κολαστήριο του καθενός, από την προσωπική μας πτώση.

Στο κεφάλαιο με τίτλο «Όταν κερνάει ο Θεός», ο συγγραφέας μιλά για τους λογισμούς, για το διαρκή εσωτερικό μονόλογο, για την απουσία γαλήνης ψυχικής. Ξεκαθαρίζει ότι προτιμότερο είναι ένας νους αδειανός, ακόμη και από καλούς λογισμούς, ένας νους σιωπηλός. Ο πατέρας καταδεικνύει τη μεγαλύτερη υπαρξιακή άσκηση: την άσκηση της σιωπής. Της πλήρους παρουσίας στο τώρα, της απουσίας προγραμματισμού, της διαμόρφωσης της υπαρξιακής μοναχικότητας ως επιλογή και όχι ως εξωτερική επιβολή.
Σταδιακά, μέσα από την ανάγνωση του βιβλίου ο πατέρας Λίβυος δημιουργεί έναν χάρτη πνευματικότητας και αυτογνωσίας, μια διαδρομή, νομίζω πανανθρώπινη στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Στο επόμενο άρθρο συνεχίζουμε και τελειώνουμε το ταξίδι αυτό.


Προτεινόμενη βιβλιογραφία:
Χαράλαμπος Παπαδόπουλος (2015). Κάθε τέλος μια αρχή. Εκδόσεις Αρμός, Θεσσαλονίκη.